
Σκέψεις για την ποιητική διαδρομή της Μαρίας Κούρση, με αφορμή την κυκλοφορία της τελευταίας συλλογής της «Ο χρόνος σε τίτλους» (εκδ. Ηριδανός).
Γράφει ο Κώστας Βούλγαρης
Είναι προφανές, ότι ο τίτλος αυτού του κειμένου μου, «μείζων μινιμαλισμός», συνιστά μια αντίφαση εν τοις όροις. Ναι, έτσι ακριβώς είναι, μόνο που αυτή η αντίφαση περιγράφει με ακρίβεια την ποιητική της Μαρίας Κούρση. Ας δούμε όμως κάποια βήματα που έκανα για να φθάσω σε αυτόν τον χαρακτηρισμό της ποιητικής της.
Πριν από σχεδόν 25 χρόνια, έγραφα στο περιοδικό Ο Πολίτης (τχ. 97) ένα εκτεταμένο κείμενο για την ποίηση της Κούρση (δεν υπάρχει άλλο τέτοιο κείμενο στο περιοδικό, για σύγχρονο ποιητή), όπου χαρακτήριζα την ποίησή της ως «μινιμαλιστικό παλίμψηστο», και στη συνέχεια έκανα λόγο για «συνθετικό μινιμαλισμό». Προς αυτόν τον χαρακτηρισμό, «μείζων μινιμαλισμός», με πήγαιναν λοιπόν τα κριτικά μου βήματα, μαζί με τη συνέχεια της γραφής και του έργου της ποιήτριας, που όχι μόνο επιβεβαίωναν τις αρχικές διαπιστώσεις μου αλλά διεύρυναν κι άλλο το πεδίο, αυξάνοντας κατά πολύ και τις ποιητικές αξιώσεις του.
Μετά από τόσα χρόνια, με χαρά βλέπω την πρωτόγνωρη υποδοχή, για βιβλίο της Κούρση, που απολαμβάνει το τελευταίο της, Ο χρόνος σε τίτλους, κυρίως από νεότερους που έχουν εισέλθει στο στίβο της ποίησης και της κριτικής της. Ήταν ένα μεγάλο κριτικό ρίσκο που πήρα τότε (αν και δεν το ένιωθα καθόλου ως ρίσκο, ήμουν βέβαιος για την αξία και τη σημασία της ποίησής της), και μάλιστα τη στιγμή που σχεδόν ολόκληρη η λογοτεχνική συντεχνία λιγωνόταν με την «ιδρωμένη ποίηση» εποχής (και σήμερα δεν ξέρουν τι να την κάνουν), ενώ και άλλοι, συνομήλικοι ή λίγο μεγαλύτεροι της Κούρση, διεκδικούσαν όχι μόνο την προσοχή αλλά και την επιβολή τους. Εν ολίγοις, ήταν μια κριτική πράξη με καταβληθέν κόστος μεγάλο, που τώρα όμως επιστρέφει ως δικαίωση. Τι άλλο, ο χρόνος;
Αλλά ο λόγος του χρόνου σε τίτλους είναι προνόμιο της συμπύκνωσης του ποιητικού λόγου, ενώ ένα κριτικό κείμενο οφείλει να αναλύσει τα λεγόμενά του, ιδίως αυτή την αντίφαση εν τοις όροις.
Ο μινιμαλισμός είναι εμφανής σε όλη τη διαδρομή της Κούρση: «Ο στίχος της εξαιρετικά σύντομος, κάποτε και μονολεκτικός, το ποίημα ολιγόστιχο, χωρίς όμως να περιλαμβάνει μόνο μία ποιητική φράση ή εικόνα, αφού ακόμα και ο τίτλος αξιοποιείται για να εκφραστεί η αντίστιξη ή η αντιφατικότητα, η συμπληρωματικότητα ή η πολλαπλότητα», έγραφα, τότε.
Και πρόσθετα: «Οι στιγμιαίοι δισταγμοί, οι ασυνέχειες, τα κομπιάσματα, δεν αντιστοιχούν σε κανονικές ανάσες αλλά στον τεμαχισμό του χρόνου, σε συσσωματώσεις που δημιουργούν διακριτούς, επίμονους και δραστικούς πυρήνες. Τοπίο όχι διάλυσης ή διάχυσης αλλά κατακερματισμού, τα σύννεφα δεν βαραίνουν την ατμόσφαιρα, δεν υπάρχει ατμόσφαιρα αλλά ένας τόπος με διάσπαρτα μέλη και κομμάτια, κομμάτια μικρόσωμα και σωματικά. Το βλέμμα δεν πάει αυθόρμητα προς τα πάνω, δεν ερευνά πανικόβλητο από κάτω, δεν δραπετεύει κατευθυνόμενο προς τα μέσα, αλλά σταθερά περιδιαβαίνει το γύρω του, αναλώνεται μα και βελτιώνει την ευκρίνειά του, ταυτίζεται με τα όριά του».
Έτσι φτιάχνει το παλίμψηστό της η Κούρση, αλλά με συνθετικές αξιώσεις: «Οι τίτλοι περνούν πάνω από τα ποιήματα σαν τρέιλερ, δημιουργούν ένα υπερκείμενο ποίημα που τρέχει παράλληλα, το οποίο καλύπτει και προστατεύει τα υπόλοιπα. Αυτή η ακραία τεχνική λύση που δίνει η ποιήτρια στο πρόβλημα της ένταξης, της αναγωγής, εν τέλει της εγγραφής της ποιητικής της στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, είναι που επικυρώνει τον οριστικό χαρακτήρα της, που την διαχωρίζει από οποιαδήποτε μορφή υπαγωγής στις ποιητικές και άλλες μορφοποιήσεις της εποχής. Από τα ίδια υλικά που φτιάχνονται τα ποιήματα, συντίθεται και ο καμβάς που πάνω του συγκρατούνται, δημιουργώντας έτσι μια δικιά τους αναφορικότητα, έναν δικό τους ουρανό. Η ποίησή της γίνεται ομιλούν στοιχείο της εποχής».
Επίσης, «η πόλωση ανάμεσα σε τρίτο και πρώτο πρόσωπο δημιουργεί ένα φάσμα που αποτελείται από εναλλασσόμενες γραμμές λόγων και σιωπής, το οποίο σκεδάζει την απουσία διαπροσωπικής συνομιλητικότητας. Γιατί πλέον η ποιήτρια δεν απευθύνεται. Απλώς μιλά και μας περιέχει».
Ο χρόνος σε τίτλους
Την ίδια τεχνική χρησιμοποιεί και στο ανά χείρας βιβλίο, Ο χρόνος σε τίτλους, τεχνική που στη διαδρομή του χρόνου και των βιβλίων της την έχει εμπλουτίσει, με ενδιαφέρουσες ή και ακραίες επιλογές, όπως είναι «το κυλιόμενο ποίημα» ή «το παρατακτό σχήμα». Όπως εδώ, με την επίμονη χρήση των επιρρημάτων, που όμως, αντί να καθιστούν το εγχείρημά της μονότονο και προβλέψιμο, ακόμα και γραφειοκρατικού ύφους, φωτίζουν τη δυνατότητα αυτού του «ξερού» μέρους του λόγου να αποτελέσει τον καμβά πάνω στον οποίο βλασταίνουν οι ποιητικές μικροαφηγήσεις της. Είναι ο καμβάς της εξουσίας (ξερή πάντοτε και άγονη), δηλαδή της υπαγόμενης και υποτελούς σε αυτήν κοινωνικής συνθήκης, με την ποίηση να προσκρούει πάνω της με όλες τις διαθέσεις, με την καταιγιστική διαδοχή των επιρρημάτων να της επιτρέπει να αλλάζει συνεχώς θέση, έδραση, καταφύγιο, στόχο, να χτυπά και να φεύγει, να μεταμφιέζεται και να μεταμορφώνεται, όπως ακριβώς συμβαίνει στον κλεφτοπόλεμο της παιδικής μας ηλικίας ή στους ανταρτοπόλεμους της ιστορίας, ήτοι εξεγέρσεις, επαναστάσεις, «πολέμους θέσεων», κινήματα της ψυχής και διαδικασίες ανατρεπτικές της τέχνης και των ιδεών, όλες οι μορφές που παίρνει η διαρκής πάλη για χειραφέτηση. Ένα ιστορικό και καλλιτεχνικό πρόταγμα αντι-καφκικής ή, αν προτιμάτε, μετα-καφκικής υφής και προοπτικής. Να, πώς, μια αίθουσα δικαστηρίου:
Η αίθουσα μας κοιτάζει
Αφ’ υψηλού
(Για φαντάσου)
Όχι μόνο (τόσο) με τον πληθυντικό, αλλά με την παρένθεση που περικλείει το χειραφετητικό θράσος, το οποίο η Κούρση σοφά γνωρίζει ότι δεν μπορεί πλέον να εκραγεί ποιητικά (όπως π.χ. στον Μαγιακόφσκι ή στον Ρίτσο, με τη φρούδα ελπίδα να αλλάξει τον κόσμο), αλλά θα εκραγεί, άμποτε, μόνο ιστορικά, όμως το μινιμαλιστικά αποσβεσμένο ποιητικό εγώ ήδη μας περιέχει. Έτσι, λοιπόν, μείζων ο μινιμαλισμός της Κούρση.
Αν κοιτάξουμε πέρα από τις σπασμωδικές αντιδράσεις που, αναπόφευκτα και αυτόματα, δημιουργεί η λέξη «μείζων», θα δούμε ότι πάντα συνδέεται με την Ιστορία, ή, έστω, σε κάποιες περιπτώσεις με την Ιστορία ως πλήρη αφαίρεση (π.χ. Η Φοινικιά του Παλαμά)
Η ποίηση της Κούρση εγγράφεται στην Ιστορία με τρόπο που δεν επιδέχεται παρανοήσεις, πηγαίνει μετωπικά στα μείζονα επίδικα:
Οι ιστορίες μου δεν έχουν πιά τέλος
οι ιστορίες μου δεν έχουν πιά ιστορία
Ανεπαίσθητη η ειρωνεία, σε αυτή την δήλωση, μινιμαλιστικό το ύφος, αλλά αντίστοιχη με τη μεγαληγορική του Ηλία Λάγιου:
Την ιστορία της Ιστορίας θα ξαναπώ.
Βρισκόμαστε στο ιστορικό παρόν του τέλους της νεωτερικότητας, μετά την έκπτωση και του τελευταίου, μεγάλου «επεισοδίου» της (για να θυμηθούμε την ομώνυμη, εμβληματική σύνθεση του Γιώργου Μπλάνα), βρισκόμαστε μετά τη μεγάλη ιστορική τομή που συνιστά και συμβολίζει το παγκόσμιο 1989. Η νεοελληνική ποίηση, όπως και τα περισσότερα πράγματα του κόσμου τούτου, επανιδρύονται.
Αυτή η ποιητική κίνηση/δήλωση της Κούρση ειρωνεύεται, αντιπαρατιθέμενη στο «τέλος της ιστορίας», αλλά συνεχίζει μέσα σε αυτό το τοπίο, κάτω από τον τίτλο, σε τρίτο πρόσωπο, «Ψιθυρίζει στους αιώνες»:
Ανάρμοστες αλλαγές γράφουν ιστορίες
Για το τίποτα
Ψιθυρίζω και ρυπαίνω τους αιώνες
Με την ιστορία να εμφωλεύσει, σε μύριες εκδοχές της, σε άπειρους, φαινομενικά «αθώους» στίχους της, δημιουργεί τους όρους μιας ανάδρασης στο κυρίαρχο ρεύμα της εποχής: στη θέση των μεγάλων αφηγήσεων που εκπίπτουν, με τα μέσα της τέχνης της φιλοτεχνεί μια μεγάλη ποιητική αφήγηση. Τώρα πια, με τελείως διαφορετικά υλικά, «φτενά», όπως το είπε ο Λάγιος, με νότες προσωπικού λυρισμού, καμία σχέση έχουσες με τον κυρίαρχο ατομικισμό, με σπασμένο λόγο:
Τούτα τα μικρόσωμα κομμάτια
με τον ηρωισμό της στιγμής
Με όλη όμως τη δομή των ποιημάτων της να δηλώνει τη συνθετική αγωνία της και το μείζον της αφήγησης την οποία φιλοτεχνούν ή στην οποία θέλουν να ενταχθούν. Δηλώνουν, δε, ευθαρσώς, ότι βρισκόμαστε μετά τον μοντερνισμό.
Μην προχωράτε στο
Επόμενο
Ποίημα
Έχει επικίνδυνη ολισθηρότητα
Δεν είναι βγαλμένο από τη ζωή
Δεν έχει μπέσα
Δεν έχει προγόνους
Η διάδραση προσωπικού και κοινωνικού ξεκινά με την αποκαθήλωση του μοναδικού και μοναδιαίου προσώπου, με την απομυθοποίηση της (μιμητικής του θεού) «δημιουργίας», με την επιδεικτική αγνόηση της ποίησης του «προσωπικού στιγμιοτύπου», η οποία κυριαρχεί για δεκαετίες και ακόμα καλά κρατεί (ανυποψίαστη για το εκπρόθεσμό της), αλλά οδηγείται από την Κούρση όχι στο αβαθές που ορίζει και περιγράφει το πεδίο των «πολιτισμικών σπουδών», αλλά σε πυρήνες ιστορίας, όπου το προσωπικό δοκιμάζεται αλλά και ενοφθαλμίζει την αγωνία του, η οποία (ας με συμπαθάτε, όσοι το γράψατε, διαχειριζόμενοι την εύλογη αμηχανία σας μπροστά στα αφεύκτως κρυπτικά του μινιμαλισμού της Κούρση), δεν είναι «υπαρξιακή» αλλά ιστορική.
Με τους εθελοντές είμαι
Όχι με τους σωτήρες
Εκπλήξεις ανακάλυψης
Εκείνα τα χρόνια που έγραφα για την Κούρση, εκστόμισα και τη διαπίστωση ότι «το ποιητικό σχέδιο του Λάγιου είναι μείζον». Πολύς αχός σηκώθηκε, πόρτες και παραθυρίδες έκλεισαν ερμητικά, θιγμένες πόζες απομακρύνθηκαν, ανηφορίζοντας στην οδό Σίνα, κάποιος φιλόλογος παρατήρησε ότι με έναν, όντως ποιητή, δεν θα μπορούσα να κατασκευάσω μια ολόκληρη «γενιά». Δεν με ενδιαφέρει βέβαια η κατασκευή μίας ακόμα, πληθωριστικής άλλωστε, ποιητικής γενιάς, όπως και για τους ίδιους τους ποιητές έχει εκπέσει αυτή η έννοια (μια κατασκευή της εποχής του μοντερνισμού, ο οποίος διεκδικούσε, με απίστευτη ιστορική έπαρση, την αέναη ανανέωσή του και κυριαρχία του, μέσα από επιγόνους), όμως με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει η τομή που συμβαίνει στη νεοελληνική ποίηση μετά την έκπτωση του μοντερνισμού από το αδιαμφισβήτητο βάθρο του. Και τομή δεν μπορεί να συμβεί χωρίς μείζονες αξιώσεις, όχι των προσώπων που γράφουν (τελειώσαμε πια με την εποχή του ταγού και του μύστη), αλλά με μείζονες αξιώσεις των ίδιων των ποιημάτων, των ίδιων των κειμένων. Ναι, λοιπόν, μετά τους ποιητές που εμφανίστηκαν στα χρόνια της δεκαετίας του 1930 (εντός ή, για μένα, κυρίως εκτός της ομώνυμης «γενιάς»), η μόνη τομή που συνέβη, συμβαίνει με τον Λάγιο, την Κούρση, τον Μπλάνα, τον Αρανίτση και, μέσα σε αυτό το κλίμα, επιλεκτικά, ή και πρόσκαιρα, με μερικούς ακόμα∙ μια τομή ως διαδικασία επανίδρυσης.
Αυτή η ποίηση έχει πολύ «ψωμί» στη μελέτη της, έχει θέσει πολλές «αναμονές» στην διάρκεια του χρόνου, έχει πολλές εκπλήξεις ανακάλυψης για εκείνους που θα την προσεγγίσουν, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα με τα μείζονα έργα.
Και αν για τον Λάγιο αυτό είναι εμφανές, τουλάχιστον ως πρόθεση για τους δύσπιστους, λόγω του γλωσσικού, στιχοποιητικού, εννοιολογικού εύρους του έργου του, εύρος το οποίο προηγείται και φέρει τον λόγο του, για την Κούρση είναι επιμελώς καλυμμένο, κάτω από την αχλύ ενός χαμηλόφωνου, εξομολογητικού τόνου. Ας μου επιτραπεί ένα παράδειγμα.
Όταν εκδόθηκε η συλλογή της Τα ψηλά δέντρα της γαλλικής επαρχίας, μου ήρθαν στις «Αναγνώσεις» της Αυγής δύο κείμενα από συνεργάτες, έναν ποιητή κι έναν φιλόλογο. Τα διάβασα, χαμογελώντας για την επιτυχημένη κρυπτικότητα της Κούρση, και τα δημοσίευσα, προσθέτοντας κι ένα δικό μου μονόστηλο, όπου παρέθετα μερικούς στίχους που έδειχναν πως η συλλογή αναφερόταν, καταλεπτώς, στον γαλλικό Μάη του 1968, στη συνέχειά του και την κατάληξή του. Μια φίλη ποιήτρια του ’70 μου τηλεφώνησε και μου είπε πως της άρεσε πολύ το βιβλίο και ετοιμαζόταν να γράψει, αλλά δεν είχε καν υποψιαστεί τα πραγματολογικά διαμειβόμενα, την αγκύρωσή της και τη συνομιλία της με την ιστορία...
Αυτή η ποίηση έχει πολύ «ψωμί» στη μελέτη της, έχει θέσει πολλές «αναμονές» στην διάρκεια του χρόνου, έχει πολλές εκπλήξεις ανακάλυψης για εκείνους που θα την προσεγγίσουν, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα με τα μείζονα έργα.
Από το προσωπικό στο κοινωνικό
Υπάρχει επίσης και μια άλλη παράμετρος, που αφορά τη νεοελληνική ποίηση που έχει γραφεί από γυναίκες. Δεν θα κοινωνιολογήσω για τον περιορισμένο αριθμό τους, μέχρι τα τελευταία χρόνια, ούτε για την απουσία τους από το κλαμπ των «μεγάλων» της ποίησής μας. Θα παρατηρήσω όμως, πως όσες ποιήτριες άντεξαν κάπως στον χρόνο, και βολικά διασκεδάζουν τις ενοχές μας ως άλλοθι «ισότητας», έχουν διασωθεί με βακτηρία τη βιογραφία τους, από την Πολυδούρη έως τη Βαφοπούλου, και από τη στιχοποιό Γώγου έως την ποιητικά μη δικαιολογήσιμη σιωπή της Μαστοράκη, φυσικά και την Δημουλά. Ακόμα και με την Σαπφώ, με την οποία, ελλείψει ισχυρής παράδοσης, στην ουσία έχει να αναμετρηθεί η κάθε ελληνόγλωση ποιήτρια, το ίδιο συνέβη, η βιογραφία της προηγείται.
Η Κούρση, με γλώσσα απλή και καθημερινή, με ποιήματα ολιγόστιχα, λιπόσαρκα, χωρίς εξάρσεις και προφανείς ταυτίσεις, φτιάχνει μια ποίηση που βρίθει πραγματολογίας και ιστορικών, και κάποιων σημαινόντων λογοτεχνικών, διακειμένων.
Η Κούρση αντιστάθηκε σε αυτόν τον πειρασμό, παρ’ ό,τι χώνεψε στα ποιήματά της και βιογραφικά της στοιχεία, ως στιγμές όμως, στιγμές όπου το προσωπικό διαχέεται στο κοινωνικό, και όχι ως σήμαντρα που εγκαλούν το ενδιαφέρον και τη συμπάθεια. «Γράφει σαν άντρας», έλεγαν στον μεσοπόλεμο για κάποια ποιήτρια. «Δεν γράφει σαν γυναίκα», λέω για την Κούρση, παρ’ ό,τι η γυναικεία ταυτότητά της δεν κρύβεται∙ υπάρχει, αλλά δεν καθορίζει την ποίησή της. Στη μεγάλη συζήτηση που τώρα μόλις ξεκινά για την ποίηση της Κούρση, θα πρέπει να αναφερθώ και στο αισθητικό της στίγμα, όχι για να προκαταλάβω κανέναν και τίποτα αλλά γιατί αλλιώς δεν νοείται μια κριτική τοποθέτηση.
Ο Λάγιος, στο τελευταίο του βιβλίο, Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία, κάνει ανοιχτά μεταμυθοπλασία (πιο ανοιχτά δεν γίνεται...), δηλώνοντας έτσι, ακόμα και στους πλέον ταυτισμένους με τον μοντερνισμό, το αισθητικό του στίγμα. Δηλώνοντας δηλαδή, ότι αυτή η πανδαισία γλωσσικών, στιχοποιητικών, λεκτικών, αισθητικών, εν τέλει ιστορικών διακειμένων που διατρέχει και χαρακτηρίζει όλη την ποίησή του, δεν είναι παρωδία ή μιμητισμός αλλά συνθέτει το αισθητικό στίγμα, ως διαδικασία επανίδρυσης, μετά την έκπτωση του ακμαίου μοντερνισμού.
Ένας ποιητής και μια ποιήτρια αρκούν, ώστε να μιλήσουμε για τομή στη νεοελληνική ποίηση; Αρκούν και περισσεύουν. Όταν μάλιστα δεν είναι οι μόνοι, αυτή η τομή είναι ιδιαίτερα ισχυρή.
Η Κούρση, με γλώσσα απλή και καθημερινή, με ποιήματα ολιγόστιχα, λιπόσαρκα, χωρίς εξάρσεις και προφανείς ταυτίσεις, φτιάχνει μια ποίηση που βρίθει πραγματολογίας και ιστορικών, και κάποιων σημαινόντων λογοτεχνικών, διακειμένων. Η στιγμή που δείχνει και αυτή την ποιητική της σε κοινή θέα είναι το προηγούμενο βιβλίο της, Εξόδιος αέρας, όπου αντιμετώπισε ολόκληρο το μέχρι τότε έργο της ως αρχείο, ως κείμενο, ως κείμενο κάποιας άλλης, και το μεταμόρφωσε σε αυτόν τον τόμο, κάνοντας ποιητική μεταμυθοπλασία, με υλικό και διακείμενο τα μέχρι τότε έργο της.
Η γυναίκα που βγαίνει από το θέατρο
δεν είναι η Ελένη∙ Ελένη ονομάζεται.
Και τα δύο αυτά βιβλία αποτελούν αντίστοιχα από μία μείζονα αφήγηση, αλλά και μια αναβαθμίδα για να ιδωθεί η μείζων στόχευση, του έργου του ενός, μέσα από την περιδιάβαση στις εκτάσεις της γλώσσας και των ποιητικών τρόπων, και εκείνου της άλλης, με τον επίμονο μινιμαλισμό της, που έφτιαχνε παλίμψηστα και ήγειρε συνεχώς συνθετικές αξιώσεις.
Ένας ποιητής και μια ποιήτρια αρκούν, ώστε να μιλήσουμε για τομή στη νεοελληνική ποίηση; Αρκούν και περισσεύουν. Όταν μάλιστα δεν είναι οι μόνοι, αυτή η τομή είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Μήπως, όμως, θα χρειαστούν άλλα 25 χρόνια, ώστε να μιλήσει ο χρόνος σε τίτλους, κάπως έτσι: ενστικτωδώς, ακραιφνώς, αυτοβούλως, ομοειδώς, ανηλεώς, λυσιτελώς, ασφαλώς, ευτυχώς, διαυγώς, ακριβώς κλπ;
Ήδη, όμως, ο χρόνος απευθύνεται στην κριτική μας εγρήγορση, «Μεγαλοφώνως»:
Ρίξε κάτι πάνω σου
Θα περάσει κεραυνός
Παρακαλώ, παρακαλώ
Ακούγομαι;
Να ενημερώσω
Μετά το πέρας του Ποιήματος
Η λέξη του Τίτλου
Δεν θα δεχθεί ερωτήσεις
Όσο και αν η ποίηση Λέει ότι είναι κήπος, όπως επιγράφεται μια προηγούμενη συλλογή της Κούρση (2012), εκεί μας έχει ειδοποιήσει:
Ήμουν εδώ πριν από εσένα.
Θα φύγω από εδώ πριν από εσένα.
*Ο ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ είναι κριτικός λογοτεχνίας και πεζογράφος. Τελευταίο βιβλίο του, η συλλογή «Η Προμηθέα» (εκδ. Κουκκίδα).
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Μαρία Κούρση γεννήθηκε και σπούδασε στην Αθήνα. Έχει εκδώσει 18 βιβλία. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά και ισπανικά. Είναι συντάκτρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Για δέκα χρόνια δημιούργησε ένα Εργαστήρι Λογοτεχνίας στο οποίο και δίδαξε στο Λεόντειο Λύκειο. Έχει εκπροσωπήσει την Ελλάδα σε διεθνή φεστιβάλ Ποίησης και σε συνέδρια με θέματα Λογοτεχνίας.

Ποιήματά της έχει μελοποιήσει ο Κώστας Λειβαδάς με ερμηνεύτρια τη Δήμητρα Γαλάνη στο cd με τίτλο «Από τον Ευριπίδη στη Μαρία Κούρση». Κείμενά της διδάσκονται σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού, έχουν ανθολογηθεί σε πολλά βιβλία και περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σε συνεργασία με το ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος έγραψε τα κείμενα στο βραβευμένο έργο Cosmos. Πολιτισμική ώσμωση. Μυθολογία και τέχνη. Το 2022 βραβεύτηκε από το περιοδικό Χάρτης για το βιβλίο της για παιδιά Ο Μύθος του βασιλιά Ερυσίχθονα. Το 2023 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα για το βιβλίο της Εξόδιος αέρας. Είναι μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων.























