alt

Σκέψεις για την αναγνώριση της φωτογραφίας ως σημαίνουσας μορφής δημιουργικής έκφρασης.

Του Γιάννη Πολυβώτη

Σε αντίθεση με τη γέννηση άλλων γλωσσών ή μορφών τέχνης, η φωτογραφία γεννήθηκε, στις αρχές του 19ου αιώνα, διαμέσου μίας τεχνικής ανακάλυψης. Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη ανάγκη πίσω από το ξεκίνημά της, αλλά προέκυψε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο τεχνολογικής προόδου που προκάλεσε η βιομηχανική επανάσταση. Οι πρότεροι τρόποι επικοινωνίας και έκφρασης βασίστηκαν στις ιδιαιτερότητες (κατά άλλους στους εξαναγκασμούς) του ανθρώπινου σώματος και πνεύματος, οι οποίες στη συνέχεια βελτιώθηκαν (ή αλλοιώθηκαν) λόγω των σύγχρονων τεχνολογικών ανακαλύψεων. Η φωτογραφία και ο κινηματογράφος ‒η αλληλουχία φωτογραφικών εικόνων‒ δεν προήλθαν ως αποτέλεσμα κάποιας εσωτερικής ανθρώπινης ανάγκης, απάντησαν όμως εκ των υστέρων σε επίκαιρες ανθρώπινες ανάγκες, και μάλιστα ανάγκες που έφεραν (και συνεχίζουν να φέρουν) την ιδιομορφία των συνθηκών της σύγχρονης εποχής.

Ο/Η θεατής μιας φωτογραφίας γνωρίζει τη διαδικασία υλοποίησης, ενώ είναι πεπεισμένος/η ότι βλέπει ένα κομμάτι του πραγματικού κόσμου, το οποίο υπήρξε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αυτό φορτίζει τη φωτογραφία συναισθηματικά κατά τρόπο μοναδικό σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη μορφή απεικόνισης.

Αρκετοί φιλόσοφοι, ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα, εξέτασαν τη μετάβαση από τον πολιτισμό των κειμένων στον πολιτισμό της εικόνας, από τη γραμμικότητα της ιστορίας στο δισδιάστατο της μαγείας, από τη βιομηχανική στη μετα-βιομηχανική δομή της κοινωνίας. Κοινός τόπος αυτής της ευρύτερης θεωρητικής έρευνας αποτελεί η διαπίστωση ότι η φωτογραφία είναι, λόγω της εγγενούς φύσης της, ένα τεχνικό μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για σκοπούς εντελώς ξένους με τη δημιουργική έκφραση, σκοπούς οι οποίοι κάνουν χρήση της εικόνας αυτής καθαυτήν. Στη συνηθισμένη απεικόνιση, λόγου χάρη στο σκίτσο ή στη ζωγραφική, η φωτογραφία εισάγει ένα καινοφανές στοιχείο, την αληθοφάνεια. Αυτό υπήρξε έγραψε ο Roland Barthes (Γαλλία 1915-1980) στα κείμενα του σχετικά με τη φωτογραφία. Ο/Η θεατής μιας φωτογραφίας ‒που δεν έχει υποστεί τεχνικές αλλοιώσεις ή παραμορφώσεις, είτε χειρωνακτικά στο σκοτεινό θάλαμο, είτε ψηφιακά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή‒ γνωρίζει τη διαδικασία υλοποίησης, ενώ είναι πεπεισμένος/η ότι βλέπει ένα κομμάτι του πραγματικού κόσμου, το οποίο υπήρξε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αυτό φορτίζει τη φωτογραφία συναισθηματικά κατά τρόπο μοναδικό σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη μορφή απεικόνισης, ενώ την καθιστά απαράμιλλη, τόσο ως μέσο αναμνηστικής αποτύπωσης όσο και ως μέσο που παύει τον χρόνο και συντηρεί τη μνήμη.

Οι πρώτοι φωτογράφοι που χρησιμοποίησαν τη δύναμη της ακριβούς αποτύπωσης, ως μέσο προσωπικής καλλιτεχνικής έκφρασης πέρα από την πρακτικότητα της καταγραφής, ήταν φυσικό να αντλήσουν έμπνευση και διδάγματα από τη ζωγραφική, τη «μεγάλη αδελφή» της φωτογραφίας. Και φυσικό ήταν να αποτύχουν. Η αβεβαιότητα για την αξία της τέχνης του ήταν κάτι που πάντοτε βασάνιζε (και συνεχίζει να βασανίζει) τον/τη φωτογράφο-δημιουργό. Η έλλειψη μακραίωνης παράδοσης, η άγνοια της ιστορίας, οι τάσεις αφορισμού από πλευράς των διάφορων θρησκευτικών δογμάτων, η ευκολία της τεχνικής και η διευρυνόμενα δημοφιλής παρουσία της συνέτειναν ώστε ο/η φωτογράφος να μην αισθάνεται άνετα μέσα στο φτωχικό ένδυμα της φωτογραφίας. Όσοι/ες άφησαν τον εαυτό τους να οδηγηθούν σε αυτή την πλασματική αμφιβολία, σπατάλησαν, δυστυχώς, το ταλέντο τους προς όφελος μιας ανώφελης τεχνικής επιδειξιομανίας. Προκειμένου να επιτευχθεί η πολυπόθητη επαγγελματική και καλλιτεχνική επιτυχία, αναζήτησαν δημιουργική διέξοδο προς την κατεύθυνση των αισθητικών κριτηρίων της ζωγραφικής. Αρκούσε να αντικατασταθεί ο χρωστήρας με τη φωτογραφική μηχανή ώστε να αντιμετωπιστεί το τελικό αποτέλεσμα με τα κριτήρια της «μεγάλης αδελφής». Τα δάνεια που αντλήθηκαν ήταν επόμενο να προέλθουν από τα χειρότερα δείγματα παραστατικής ζωγραφικής του 19ου αιώνα. Έτσι, η ακαδημαϊκή ζωγραφική αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση για τη φωτογραφία δίνοντας ζωή σε ένα είδος φωτογραφίας που ονομάστηκε πικτοριαλισμός (εκ του λατινικού picture=εικόνα).

alt
Φωτογραφία του Alfred Stieglitz: A Wet Day on the Boulevard, Paris, 1894

Ο Alfred Stieglitz (ΗΠΑ 1864-1946), ο οποίος κατόρθωσε να μεταφέρει τη δύναμη της φωτογραφίας ως καλλιτεχνικό μέσο στην Αμερική, συμπυκνώνει εξαίσια το σκεπτικό των φωτογράφων της πρωτοπορίας έναντι του πικτοριαλισμού: «Οι φωτογράφοι πρέπει να μάθουν να μη ντρέπονται να κάνουν τις φωτογραφίες τους να μοιάζουν με φωτογραφίες».

Η πρωτοπόρα ζωγραφική, ανεξαρτήτως εποχής, αναζητάει την εσωτερική εκείνη οδό που οδηγεί στην υπέρβαση, χωρίς να επιτρέπει επιφανειακές προεξοχές πάνω στις οποίες θα πατήσει ο/η μιμητής για να την αντιγράψει. Η ποιότητά της (της ζωγραφικής) αποτελεί και τον κώδικα-κλειδί που την προφυλάσσει από ανεπιθύμητες κακοντυμένες εκδοχές. Ενδεικτικό παράδειγμα φωτογραφίας του πικτοριαλισμού αποτελεί το έργο του βικτωριανού Oscar Rejlander (Σουηδία 1813 - Μ. Βρετανία 1875). Ο Rejlander μιμήθηκε τόσο τις καλλιτεχνικές μεθόδους (θεματολογία, οπτική γωνία, πλαίσιο, φωτισμός, συνθετική διάταξη) και τις φιλοδοξίες της επίσημης τέχνης των salons, όσο και τους υποτιθέμενους ηθικούς σκοπούς της ακαδημαϊκής ζωγραφικής. Ο πικτοριαλισμός, με εποχιακές εξάρσεις, παρενοχλούσε και παρενοχλεί τη φωτογραφία. Ίσως όμως αυτή η εκ των έσω υπονόμευση, να λειτουργεί ενίοτε ως ένα παροδικό πισωγύρισμα που εξαναγκάζει τους φωτογράφους να επανέρχονται σε οντολογικές αναζητήσεις και σκέψεις περί της φύσης του φωτογραφικού μέσου. Έχουν εμφανιστεί άλλωστε αρκετά παραδείγματα φωτογράφων των οποίων η συσχέτιση με τον πικτοριαλισμό στάθηκε εποικοδομητική για το μετέπειτα έργο τους, ενώ σε άλλους ο πικτοριαλισμός έγινε αντικίνητρο για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου έργου-αντίλογου. Ο Alfred Stieglitz (ΗΠΑ 1864-1946), ο οποίος κατόρθωσε να μεταφέρει τη δύναμη της φωτογραφίας ως καλλιτεχνικό μέσο στην Αμερική, συμπυκνώνει εξαίσια το σκεπτικό των φωτογράφων της πρωτοπορίας έναντι του πικτοριαλισμού: «Οι φωτογράφοι πρέπει να μάθουν να μη ντρέπονται να κάνουν τις φωτογραφίες τους να μοιάζουν με φωτογραφίες».

Είναι ευρύτερα αντιληπτό (και αποδεκτό) ότι, από τις αρχές του περασμένου αιώνα, η καθιέρωση της φωτογραφίας ως μορφή τέχνης ωριμάζει κατά τις τελευταίες τέσσερις-πέντε δεκαετίες. Είναι δύσκολο, λόγου χάρη, να παραδεχθεί κάποιος ‒που ήδη δέχεται τη φωτογραφία ως τέχνη και αναγνωρίζει την καλλιτεχνική της υπόσταση‒ ότι το μέσο αυτό, που πιθανώς να μην έχει αναδείξει ακόμη το Bach ή το Cezanne του, είναι ισάξιο με οποιαδήποτε άλλη πνευματική μορφή δημιουργίας. Είναι άτοπο να γίνεται αξιολογική σύγκριση τεχνών, και όμως συχνά γίνεται, με αποτέλεσμα οι νεότερες σύγχρονες μορφές τέχνης ‒με τη μικρή σε διάρκεια ιστορία τους‒ να υφίστανται συχνά, αν όχι τη χλεύη, τουλάχιστον μια εξευγενισμένη (ή εξαναγκασμένη) συγκαταβατικότητα. Είναι απλοϊκό, όταν ο/η θεατής αναζητεί τα διαπιστευτήρια μιας νέας μορφής δημιουργικής έκφρασης, αυτό να γίνεται προς την κατεύθυνση των ήδη γνωστών και καθιερωμένων μορφών τέχνης (και μάλιστα με αναφορά στις πιο επιφανειακές τους εκφάνσεις). Επομένως, όταν γίνεται αναφορά σε συγκρίσεις και παραλληλισμούς στο χώρο των τεχνών, είναι θεμιτό αυτές να αφορά στην ουσία της τέχνης, και όχι στα επιφανειακά της χαρακτηριστικά. Ο Paul Gauguin (Γαλλία 1848 - 1903) εύγλωττα υποστήριξε ότι η τέχνη είναι αφαίρεση. Ο/Η θεατής μιας φωτογραφίας οφείλει να αντιμετωπίσει τη συγκλονιστική αληθοφάνεια της εικόνας που βλέπει μπροστά του/της επιστρατεύοντας όλη την ευαισθησία και γνώση του/της, ώστε να ξεπεράσει το εικονιζόμενο και να ανακαλύψει το αιώνιο και σταθερό της Τέχνης.

alt

Η Julia Margaret Cameron φωτογράφισε στην εποχή της
πολλούς επιστήμονες, ποιητές και συγγραφείς.

Επάνω: Ο Κάρολος Δαρβίνος την 1η Ιανουαρίου 1868.




Παρά την εδραίωση του πικτοριαλισμού στα πρώτα χρόνια εξάπλωσης της φωτογραφίας, υπήρξαν ορισμένες περιπτώσεις φωτογράφων που κατανόησαν ότι ένα καλλιτεχνικό μέσο δε μπορεί να αποφέρει καρπούς, αν δεν υπηρετήσει εκείνα τα στοιχεία που το καθιστούν μοναδικό. Έτσι, από πολύ νωρίς, μπορούμε να ξεχωρίσουμε εκείνους/ες που βοήθησαν στη σταδιακή διαμόρφωση του καλλιτεχνικού φωτογραφικού μέσου. Ένα όνομα αυτής της πρώτης ηρωικής εποχής της φωτογραφίας είναι της Julia Margaret Cameron (Ινδία 1815-1879). Η Cameron είναι η πρώτη, γνωστή τουλάχιστον, περίπτωση φωτογράφου με συγκροτημένο και απόλυτα συνειδητό έργο. Στο μέσο της ηλικίας της, καταπιάστηκε με τη φωτογραφία και συνειδητοποίησε τις δημιουργικές δυνατότητες του νέου, επαναστατικού εργαλείου του καιρού της. Το έργο της αποτελείται από πορτρέτα συγγενών, φίλων και επιφανών ανθρώπων της εποχής. Τα πορτρέτα αυτά, χωρίς εξαίρεση, αποτελούν φιγούρες του προσωπικού της θιάσου, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλους τους μεγάλους δημιουργούς. Τα φαινόμενα υποκλίνονται και υποχωρούν μπροστά στην παρουσία του οράματος του καλλιτέχνη. Τα πρόσωπα της Cameron διακατέχονται από την αίσθηση του τραγικού, με μια παράλληλη επίγνωση του κόσμου και του πεπρωμένου του. Παρά τις προφανείς επιρροές της από το κίνημα των προραφαηλιτών, η φωτογραφία της Cameron δεν αποτελεί πικτοριαλιστική ζωγραφική μίμηση. Εκ πρώτης όψεως, η τοποθέτηση στο κάδρο παραπέμπει στη ζωγραφική, αλλά μια πιο ενδελεχής παρατήρηση των φωτογραφιών της καταδείχνει τα εκάστοτε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους (μια λεπτομέρεια, ένα βλέμμα στο φακό, μια κουνημένη θολή φιγούρα, μια κίνηση φυγής από το κάδρο), υποδηλώνοντας κατάφωρα την παρουσία του χρόνου.

Η φωτογραφία δεν εικονογραφεί, ούτε απλώς αποτυπώνει, δεν αποτελείται μόνο από φως και υφή της ύλης, ούτε το θέμα εξαντλεί το περιεχόμενο της. Η φωτογραφία είναι «μια ψευδαίσθηση που δημιουργείται από το πλέξιμο του περιεχομένου με τη φόρμα».
(Πλάτων Ριβέλλης, 1987)

Η ιδιαίτερη φύση του φωτογραφικού φαινομένου έγκειται τόσο στη μηχανική αναπαραγωγή (με εκπληκτική ακρίβεια) της πραγματικότητας σε μία δεδομένη χρονική στιγμή, όσο και ότι το αποτέλεσμα αυτό καθαυτό μπορεί να αναπαραχθεί με τη σειρά του σχεδόν εσαεί, σε οποιαδήποτε μετέπειτα χρονική στιγμή. Ο λόγος για τον οποίο αναφέρεται εδώ με σαφήνεια η περιγραφή του φωτογραφικού φαινομένου είναι η πεποίθηση του γράφοντος ότι μέσω του σεβασμού των δυνατοτήτων ενός οποιουδήποτε εργαλείου μπορεί να παραχθεί διαχρονικό έργο. Ο χορός είναι η ρυθμική κίνηση του κορμιού μέσα στο χώρο, η μουσική είναι η οργάνωση φθόγγων και ήχων ικανών να αναπαραχθούν μέσω της ανθρώπινης φωνής και των μουσικών οργάνων κ.ο.κ.. Έτσι, αν ο/η δημιουργός αξιοποιήσει τις δυνατότητες του φωτογραφικού μέσου με τρόπο πειστικό, πρωτότυπο και ευφυή, τότε πιθανά θα προκύψει ένα αυθεντικό έργο. όπως κατέδειξαν, με το παράδειγμα τους, όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, από τις απαρχές ήδη της φωτογραφικής ιστορίας.

Η φωτογραφία δεν εικονογραφεί, ούτε απλώς αποτυπώνει, δεν αποτελείται μόνο από φως και υφή της ύλης, ούτε το θέμα εξαντλεί το περιεχόμενο της. Η φωτογραφία είναι «μια ψευδαίσθηση που δημιουργείται από το πλέξιμο του περιεχομένου με τη φόρμα» (Πλάτων Ριβέλλης, 1987), είναι «η πλαστική επαλήθευση ενός γεγονότος» (Marius de Zayas, 1913), είναι μια μεταμόρφωση του κόσμου μέσα από την προσωπικότητα του/της φωτογράφου-δημιουργού. Αυτό που φαίνεται, δεν αποτελεί το μεγαλείο της Τέχνης. Αυτό που επιτελείται μέσα από την υπέρβαση του περιγραφόμενου θέματος, αυτό που πετυχαίνει ο/η καλλιτέχνης με το να επενδύσει ένα προσφιλές σε αυτόν/ην περιεχόμενο με μια κατάλληλη για αυτόν/ην φόρμα, εκπληρώνοντας την εσωτερική του/της αναγκαιότητα για έκφραση, αυτό οδηγεί στο έργο Τέχνης.

* Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΛΥΒΩΤΗΣ είναι αρχιτέκτονας και ζει στο Λονδίνο.
Διηγήματά του έχουν διακριθεί και εκδοθεί σε συλλογικούς τόμους. 

→ Στην κεντρική εικόνα: φωτογραφία © Julia Margaret Cameron, «Paul and Virginia», 1864.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Barthes, R. (1981), Camera Lucida: Reflections on Photography, New York: Hill and Wang.
Berger, J. (1972), Ways of Seeing, London: Penguin.
Cox, J. (1996), In Focus: Julia Margaret Cameron: Photographs from the J. Paul Getty Museum, Los Angeles: J. Paul Getty Museum.
De Zayas, M. and Haviland, P.B. (1913), A Study of the modern evolution of plastic expression, New York: 291.
Sontag, S. (1979), On Photography, London: Penguin.
Ριβέλλης, Π. (1987), Μονόλογος για τη Φωτογραφία, Αθήνα: Πατάκης.


alt

Φωτογραφία © Robert Frank από το εμβληματικό του λεύκωμα The Americans, που κυκλοφόρησε το 1958 στη Γαλλία.

«Όταν οι άνθρωποι κοιτάνε τις φωτογραφίες μου, θέλω να αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο που αισθάνονται όταν θέλουν να διαβάσουν τον στίχο 
ενός ποιήματος για δεύτερη φορά».
Robert Frank (Ελβετία 1924-Καναδάς 2019)


Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

Σκέψεις για την Κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture) και την πατριαρχία στη λογοτεχνία, με αφορμή την έντονη συζήτηση για τον σεξισμό στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση. 

...

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Σκέψεις με αφορμή την έντονη συζήτηση που προκάλεσαν πρόσφατα οι νέες αναγνώσεις δύο πολυδιαβασμένων βιβλίων της νεοελληνικής πεζογραφίας, ενός παλιότερου, της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Μ. Καραγάτση, κι ενός νεότερου, της «Γραμμής του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου. Και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστ...

«Ποιος φοβάται το φύλο»; Το Τζούντιθ Μπάτλερ απαντά στη βία και τις προκαταλήψεις με νέο βιβλίο

«Ποιος φοβάται το φύλο»; Το Τζούντιθ Μπάτλερ απαντά στη βία και τις προκαταλήψεις με νέο βιβλίο

Μήνας pride o Ιούνιος, αλλά αυτά τα ζητήματα που μας απασχολούν όλους πρέπει να τα συζητάμε και να τα προβάλλουμε όλον τον χρόνο. Το Τζούντιθ Μπάτλερ είναι από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στο χώρο των σπουδών φύλου στις μέρες μας. Στο τελευταίο του βιβλίο «Who's Afraid of Gender» γράφει ότι οι άνθρωποι έχ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Kill the movement» της Ίριδας Καραγιάν (κριτική) – Ένας χορευτικός άθλος επί σκηνής

«Kill the movement» της Ίριδας Καραγιάν (κριτική) – Ένας χορευτικός άθλος επί σκηνής

Για τη χορευτική παράσταση «Kill the movement» της Ίριδας Καραγιάν που ανέβηκε στο PalmTree MCA. Κεντρική εικόνα: © Ελισάβετ Μωράκη. 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα τη χορογραφία «Kill the Movement» της ‘Ιρι...

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο που παίχτηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του EuroPride 2024.

Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας

Τον Σεπτέμβριο του 2013 ο σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Αντώνης Μποσκοΐτης πήγε...

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

Σκέψεις για την Κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture) και την πατριαρχία στη λογοτεχνία, με αφορμή την έντονη συζήτηση για τον σεξισμό στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση. 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αλέξις Ραβέλο [Alexis Ravelo] «Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

...
«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ανί Ενρό [Annie Ernaux] «Η άλλη κόρη» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η σειρά των δύο αφηγήσεων, η δική μου και η δ...

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

10 βιβλία + 1 διήγημα τα οποία διερευνούν την παρουσία του κουίρ στην ελληνική πεζογραφία.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Ανεξάρτητα από το πόσο απαγορευμένο θέμα αποτελούσε, από το πόσο θα σκανδάλιζε τους αναγνώστες, από το πόσοι εκδότες θα αρνούνταν να το...

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων (20 Ιουνίου) επιλέγουμε έξι βιβλία που εξετάζουν το προσφυγικό ζήτημα με νηφάλιο και ουσιαστικό τρόπο.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

«Αν κάνω ένα βήμα θα βρεθώ αλλού» λέει ένας ήρωας της ...

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ