alt

Σκέψεις για την αναγνώριση της φωτογραφίας ως σημαίνουσας μορφής δημιουργικής έκφρασης.

Του Γιάννη Πολυβώτη

Σε αντίθεση με τη γέννηση άλλων γλωσσών ή μορφών τέχνης, η φωτογραφία γεννήθηκε, στις αρχές του 19ου αιώνα, διαμέσου μίας τεχνικής ανακάλυψης. Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη ανάγκη πίσω από το ξεκίνημά της, αλλά προέκυψε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο τεχνολογικής προόδου που προκάλεσε η βιομηχανική επανάσταση. Οι πρότεροι τρόποι επικοινωνίας και έκφρασης βασίστηκαν στις ιδιαιτερότητες (κατά άλλους στους εξαναγκασμούς) του ανθρώπινου σώματος και πνεύματος, οι οποίες στη συνέχεια βελτιώθηκαν (ή αλλοιώθηκαν) λόγω των σύγχρονων τεχνολογικών ανακαλύψεων. Η φωτογραφία και ο κινηματογράφος ‒η αλληλουχία φωτογραφικών εικόνων‒ δεν προήλθαν ως αποτέλεσμα κάποιας εσωτερικής ανθρώπινης ανάγκης, απάντησαν όμως εκ των υστέρων σε επίκαιρες ανθρώπινες ανάγκες, και μάλιστα ανάγκες που έφεραν (και συνεχίζουν να φέρουν) την ιδιομορφία των συνθηκών της σύγχρονης εποχής.

Ο/Η θεατής μιας φωτογραφίας γνωρίζει τη διαδικασία υλοποίησης, ενώ είναι πεπεισμένος/η ότι βλέπει ένα κομμάτι του πραγματικού κόσμου, το οποίο υπήρξε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αυτό φορτίζει τη φωτογραφία συναισθηματικά κατά τρόπο μοναδικό σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη μορφή απεικόνισης.

Αρκετοί φιλόσοφοι, ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα, εξέτασαν τη μετάβαση από τον πολιτισμό των κειμένων στον πολιτισμό της εικόνας, από τη γραμμικότητα της ιστορίας στο δισδιάστατο της μαγείας, από τη βιομηχανική στη μετα-βιομηχανική δομή της κοινωνίας. Κοινός τόπος αυτής της ευρύτερης θεωρητικής έρευνας αποτελεί η διαπίστωση ότι η φωτογραφία είναι, λόγω της εγγενούς φύσης της, ένα τεχνικό μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για σκοπούς εντελώς ξένους με τη δημιουργική έκφραση, σκοπούς οι οποίοι κάνουν χρήση της εικόνας αυτής καθαυτήν. Στη συνηθισμένη απεικόνιση, λόγου χάρη στο σκίτσο ή στη ζωγραφική, η φωτογραφία εισάγει ένα καινοφανές στοιχείο, την αληθοφάνεια. Αυτό υπήρξε έγραψε ο Roland Barthes (Γαλλία 1915-1980) στα κείμενα του σχετικά με τη φωτογραφία. Ο/Η θεατής μιας φωτογραφίας ‒που δεν έχει υποστεί τεχνικές αλλοιώσεις ή παραμορφώσεις, είτε χειρωνακτικά στο σκοτεινό θάλαμο, είτε ψηφιακά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή‒ γνωρίζει τη διαδικασία υλοποίησης, ενώ είναι πεπεισμένος/η ότι βλέπει ένα κομμάτι του πραγματικού κόσμου, το οποίο υπήρξε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αυτό φορτίζει τη φωτογραφία συναισθηματικά κατά τρόπο μοναδικό σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη μορφή απεικόνισης, ενώ την καθιστά απαράμιλλη, τόσο ως μέσο αναμνηστικής αποτύπωσης όσο και ως μέσο που παύει τον χρόνο και συντηρεί τη μνήμη.

Οι πρώτοι φωτογράφοι που χρησιμοποίησαν τη δύναμη της ακριβούς αποτύπωσης, ως μέσο προσωπικής καλλιτεχνικής έκφρασης πέρα από την πρακτικότητα της καταγραφής, ήταν φυσικό να αντλήσουν έμπνευση και διδάγματα από τη ζωγραφική, τη «μεγάλη αδελφή» της φωτογραφίας. Και φυσικό ήταν να αποτύχουν. Η αβεβαιότητα για την αξία της τέχνης του ήταν κάτι που πάντοτε βασάνιζε (και συνεχίζει να βασανίζει) τον/τη φωτογράφο-δημιουργό. Η έλλειψη μακραίωνης παράδοσης, η άγνοια της ιστορίας, οι τάσεις αφορισμού από πλευράς των διάφορων θρησκευτικών δογμάτων, η ευκολία της τεχνικής και η διευρυνόμενα δημοφιλής παρουσία της συνέτειναν ώστε ο/η φωτογράφος να μην αισθάνεται άνετα μέσα στο φτωχικό ένδυμα της φωτογραφίας. Όσοι/ες άφησαν τον εαυτό τους να οδηγηθούν σε αυτή την πλασματική αμφιβολία, σπατάλησαν, δυστυχώς, το ταλέντο τους προς όφελος μιας ανώφελης τεχνικής επιδειξιομανίας. Προκειμένου να επιτευχθεί η πολυπόθητη επαγγελματική και καλλιτεχνική επιτυχία, αναζήτησαν δημιουργική διέξοδο προς την κατεύθυνση των αισθητικών κριτηρίων της ζωγραφικής. Αρκούσε να αντικατασταθεί ο χρωστήρας με τη φωτογραφική μηχανή ώστε να αντιμετωπιστεί το τελικό αποτέλεσμα με τα κριτήρια της «μεγάλης αδελφής». Τα δάνεια που αντλήθηκαν ήταν επόμενο να προέλθουν από τα χειρότερα δείγματα παραστατικής ζωγραφικής του 19ου αιώνα. Έτσι, η ακαδημαϊκή ζωγραφική αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση για τη φωτογραφία δίνοντας ζωή σε ένα είδος φωτογραφίας που ονομάστηκε πικτοριαλισμός (εκ του λατινικού picture=εικόνα).

alt
Φωτογραφία του Alfred Stieglitz: A Wet Day on the Boulevard, Paris, 1894

Ο Alfred Stieglitz (ΗΠΑ 1864-1946), ο οποίος κατόρθωσε να μεταφέρει τη δύναμη της φωτογραφίας ως καλλιτεχνικό μέσο στην Αμερική, συμπυκνώνει εξαίσια το σκεπτικό των φωτογράφων της πρωτοπορίας έναντι του πικτοριαλισμού: «Οι φωτογράφοι πρέπει να μάθουν να μη ντρέπονται να κάνουν τις φωτογραφίες τους να μοιάζουν με φωτογραφίες».

Η πρωτοπόρα ζωγραφική, ανεξαρτήτως εποχής, αναζητάει την εσωτερική εκείνη οδό που οδηγεί στην υπέρβαση, χωρίς να επιτρέπει επιφανειακές προεξοχές πάνω στις οποίες θα πατήσει ο/η μιμητής για να την αντιγράψει. Η ποιότητά της (της ζωγραφικής) αποτελεί και τον κώδικα-κλειδί που την προφυλάσσει από ανεπιθύμητες κακοντυμένες εκδοχές. Ενδεικτικό παράδειγμα φωτογραφίας του πικτοριαλισμού αποτελεί το έργο του βικτωριανού Oscar Rejlander (Σουηδία 1813 - Μ. Βρετανία 1875). Ο Rejlander μιμήθηκε τόσο τις καλλιτεχνικές μεθόδους (θεματολογία, οπτική γωνία, πλαίσιο, φωτισμός, συνθετική διάταξη) και τις φιλοδοξίες της επίσημης τέχνης των salons, όσο και τους υποτιθέμενους ηθικούς σκοπούς της ακαδημαϊκής ζωγραφικής. Ο πικτοριαλισμός, με εποχιακές εξάρσεις, παρενοχλούσε και παρενοχλεί τη φωτογραφία. Ίσως όμως αυτή η εκ των έσω υπονόμευση, να λειτουργεί ενίοτε ως ένα παροδικό πισωγύρισμα που εξαναγκάζει τους φωτογράφους να επανέρχονται σε οντολογικές αναζητήσεις και σκέψεις περί της φύσης του φωτογραφικού μέσου. Έχουν εμφανιστεί άλλωστε αρκετά παραδείγματα φωτογράφων των οποίων η συσχέτιση με τον πικτοριαλισμό στάθηκε εποικοδομητική για το μετέπειτα έργο τους, ενώ σε άλλους ο πικτοριαλισμός έγινε αντικίνητρο για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου έργου-αντίλογου. Ο Alfred Stieglitz (ΗΠΑ 1864-1946), ο οποίος κατόρθωσε να μεταφέρει τη δύναμη της φωτογραφίας ως καλλιτεχνικό μέσο στην Αμερική, συμπυκνώνει εξαίσια το σκεπτικό των φωτογράφων της πρωτοπορίας έναντι του πικτοριαλισμού: «Οι φωτογράφοι πρέπει να μάθουν να μη ντρέπονται να κάνουν τις φωτογραφίες τους να μοιάζουν με φωτογραφίες».

Είναι ευρύτερα αντιληπτό (και αποδεκτό) ότι, από τις αρχές του περασμένου αιώνα, η καθιέρωση της φωτογραφίας ως μορφή τέχνης ωριμάζει κατά τις τελευταίες τέσσερις-πέντε δεκαετίες. Είναι δύσκολο, λόγου χάρη, να παραδεχθεί κάποιος ‒που ήδη δέχεται τη φωτογραφία ως τέχνη και αναγνωρίζει την καλλιτεχνική της υπόσταση‒ ότι το μέσο αυτό, που πιθανώς να μην έχει αναδείξει ακόμη το Bach ή το Cezanne του, είναι ισάξιο με οποιαδήποτε άλλη πνευματική μορφή δημιουργίας. Είναι άτοπο να γίνεται αξιολογική σύγκριση τεχνών, και όμως συχνά γίνεται, με αποτέλεσμα οι νεότερες σύγχρονες μορφές τέχνης ‒με τη μικρή σε διάρκεια ιστορία τους‒ να υφίστανται συχνά, αν όχι τη χλεύη, τουλάχιστον μια εξευγενισμένη (ή εξαναγκασμένη) συγκαταβατικότητα. Είναι απλοϊκό, όταν ο/η θεατής αναζητεί τα διαπιστευτήρια μιας νέας μορφής δημιουργικής έκφρασης, αυτό να γίνεται προς την κατεύθυνση των ήδη γνωστών και καθιερωμένων μορφών τέχνης (και μάλιστα με αναφορά στις πιο επιφανειακές τους εκφάνσεις). Επομένως, όταν γίνεται αναφορά σε συγκρίσεις και παραλληλισμούς στο χώρο των τεχνών, είναι θεμιτό αυτές να αφορά στην ουσία της τέχνης, και όχι στα επιφανειακά της χαρακτηριστικά. Ο Paul Gauguin (Γαλλία 1848 - 1903) εύγλωττα υποστήριξε ότι η τέχνη είναι αφαίρεση. Ο/Η θεατής μιας φωτογραφίας οφείλει να αντιμετωπίσει τη συγκλονιστική αληθοφάνεια της εικόνας που βλέπει μπροστά του/της επιστρατεύοντας όλη την ευαισθησία και γνώση του/της, ώστε να ξεπεράσει το εικονιζόμενο και να ανακαλύψει το αιώνιο και σταθερό της Τέχνης.

alt

Η Julia Margaret Cameron φωτογράφισε στην εποχή της
πολλούς επιστήμονες, ποιητές και συγγραφείς.

Επάνω: Ο Κάρολος Δαρβίνος την 1η Ιανουαρίου 1868.




Παρά την εδραίωση του πικτοριαλισμού στα πρώτα χρόνια εξάπλωσης της φωτογραφίας, υπήρξαν ορισμένες περιπτώσεις φωτογράφων που κατανόησαν ότι ένα καλλιτεχνικό μέσο δε μπορεί να αποφέρει καρπούς, αν δεν υπηρετήσει εκείνα τα στοιχεία που το καθιστούν μοναδικό. Έτσι, από πολύ νωρίς, μπορούμε να ξεχωρίσουμε εκείνους/ες που βοήθησαν στη σταδιακή διαμόρφωση του καλλιτεχνικού φωτογραφικού μέσου. Ένα όνομα αυτής της πρώτης ηρωικής εποχής της φωτογραφίας είναι της Julia Margaret Cameron (Ινδία 1815-1879). Η Cameron είναι η πρώτη, γνωστή τουλάχιστον, περίπτωση φωτογράφου με συγκροτημένο και απόλυτα συνειδητό έργο. Στο μέσο της ηλικίας της, καταπιάστηκε με τη φωτογραφία και συνειδητοποίησε τις δημιουργικές δυνατότητες του νέου, επαναστατικού εργαλείου του καιρού της. Το έργο της αποτελείται από πορτρέτα συγγενών, φίλων και επιφανών ανθρώπων της εποχής. Τα πορτρέτα αυτά, χωρίς εξαίρεση, αποτελούν φιγούρες του προσωπικού της θιάσου, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλους τους μεγάλους δημιουργούς. Τα φαινόμενα υποκλίνονται και υποχωρούν μπροστά στην παρουσία του οράματος του καλλιτέχνη. Τα πρόσωπα της Cameron διακατέχονται από την αίσθηση του τραγικού, με μια παράλληλη επίγνωση του κόσμου και του πεπρωμένου του. Παρά τις προφανείς επιρροές της από το κίνημα των προραφαηλιτών, η φωτογραφία της Cameron δεν αποτελεί πικτοριαλιστική ζωγραφική μίμηση. Εκ πρώτης όψεως, η τοποθέτηση στο κάδρο παραπέμπει στη ζωγραφική, αλλά μια πιο ενδελεχής παρατήρηση των φωτογραφιών της καταδείχνει τα εκάστοτε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους (μια λεπτομέρεια, ένα βλέμμα στο φακό, μια κουνημένη θολή φιγούρα, μια κίνηση φυγής από το κάδρο), υποδηλώνοντας κατάφωρα την παρουσία του χρόνου.

Η φωτογραφία δεν εικονογραφεί, ούτε απλώς αποτυπώνει, δεν αποτελείται μόνο από φως και υφή της ύλης, ούτε το θέμα εξαντλεί το περιεχόμενο της. Η φωτογραφία είναι «μια ψευδαίσθηση που δημιουργείται από το πλέξιμο του περιεχομένου με τη φόρμα».
(Πλάτων Ριβέλλης, 1987)

Η ιδιαίτερη φύση του φωτογραφικού φαινομένου έγκειται τόσο στη μηχανική αναπαραγωγή (με εκπληκτική ακρίβεια) της πραγματικότητας σε μία δεδομένη χρονική στιγμή, όσο και ότι το αποτέλεσμα αυτό καθαυτό μπορεί να αναπαραχθεί με τη σειρά του σχεδόν εσαεί, σε οποιαδήποτε μετέπειτα χρονική στιγμή. Ο λόγος για τον οποίο αναφέρεται εδώ με σαφήνεια η περιγραφή του φωτογραφικού φαινομένου είναι η πεποίθηση του γράφοντος ότι μέσω του σεβασμού των δυνατοτήτων ενός οποιουδήποτε εργαλείου μπορεί να παραχθεί διαχρονικό έργο. Ο χορός είναι η ρυθμική κίνηση του κορμιού μέσα στο χώρο, η μουσική είναι η οργάνωση φθόγγων και ήχων ικανών να αναπαραχθούν μέσω της ανθρώπινης φωνής και των μουσικών οργάνων κ.ο.κ.. Έτσι, αν ο/η δημιουργός αξιοποιήσει τις δυνατότητες του φωτογραφικού μέσου με τρόπο πειστικό, πρωτότυπο και ευφυή, τότε πιθανά θα προκύψει ένα αυθεντικό έργο. όπως κατέδειξαν, με το παράδειγμα τους, όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, από τις απαρχές ήδη της φωτογραφικής ιστορίας.

Η φωτογραφία δεν εικονογραφεί, ούτε απλώς αποτυπώνει, δεν αποτελείται μόνο από φως και υφή της ύλης, ούτε το θέμα εξαντλεί το περιεχόμενο της. Η φωτογραφία είναι «μια ψευδαίσθηση που δημιουργείται από το πλέξιμο του περιεχομένου με τη φόρμα» (Πλάτων Ριβέλλης, 1987), είναι «η πλαστική επαλήθευση ενός γεγονότος» (Marius de Zayas, 1913), είναι μια μεταμόρφωση του κόσμου μέσα από την προσωπικότητα του/της φωτογράφου-δημιουργού. Αυτό που φαίνεται, δεν αποτελεί το μεγαλείο της Τέχνης. Αυτό που επιτελείται μέσα από την υπέρβαση του περιγραφόμενου θέματος, αυτό που πετυχαίνει ο/η καλλιτέχνης με το να επενδύσει ένα προσφιλές σε αυτόν/ην περιεχόμενο με μια κατάλληλη για αυτόν/ην φόρμα, εκπληρώνοντας την εσωτερική του/της αναγκαιότητα για έκφραση, αυτό οδηγεί στο έργο Τέχνης.

* Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΛΥΒΩΤΗΣ είναι αρχιτέκτονας και ζει στο Λονδίνο.
Διηγήματά του έχουν διακριθεί και εκδοθεί σε συλλογικούς τόμους. 

→ Στην κεντρική εικόνα: φωτογραφία © Julia Margaret Cameron, «Paul and Virginia», 1864.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Barthes, R. (1981), Camera Lucida: Reflections on Photography, New York: Hill and Wang.
Berger, J. (1972), Ways of Seeing, London: Penguin.
Cox, J. (1996), In Focus: Julia Margaret Cameron: Photographs from the J. Paul Getty Museum, Los Angeles: J. Paul Getty Museum.
De Zayas, M. and Haviland, P.B. (1913), A Study of the modern evolution of plastic expression, New York: 291.
Sontag, S. (1979), On Photography, London: Penguin.
Ριβέλλης, Π. (1987), Μονόλογος για τη Φωτογραφία, Αθήνα: Πατάκης.


alt

Φωτογραφία © Robert Frank από το εμβληματικό του λεύκωμα The Americans, που κυκλοφόρησε το 1958 στη Γαλλία.

«Όταν οι άνθρωποι κοιτάνε τις φωτογραφίες μου, θέλω να αισθάνονται με τον ίδιο τρόπο που αισθάνονται όταν θέλουν να διαβάσουν τον στίχο 
ενός ποιήματος για δεύτερη φορά».
Robert Frank (Ελβετία 1924-Καναδάς 2019)


Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Οδοιπορικό στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με αφορμή την Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Σάρτζα

Οδοιπορικό στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με αφορμή την Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Σάρτζα

Η πόλη, οι άνθρωποι, οι συνήθειες, αλλά και το έντονο αναγνωστικό ενδιαφέρον στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Όλα όσα κατέγραψε ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Αλισάνογλου κατά την επίσκεψή του στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Σάρτζα.

Γράφει ο Γιώργος Αλισάνογλου

...
Για τον διάλογο στη λογοτεχνία: Σκέψεις, παραδείγματα, αντικρούσεις

Για τον διάλογο στη λογοτεχνία: Σκέψεις, παραδείγματα, αντικρούσεις

Είναι τόσο χρήσιμοι οι διάλογοι στη λογοτεχνία; Μήπως η πραγματική «δύναμη» ενός κειμένου βρίσκεται στην περιγραφή και την αφήγηση και λιγότερο στα διαλογικά μέρη, ειδικά αν αυτά είναι ανέμπνευστα; Κεντρική εικόνα: ο Τσαρλς Ντίκενς. 

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

...
Ποιος είναι ο Γιον Φόσε, ο Νορβηγός συγγραφέας που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2023

Ποιος είναι ο Γιον Φόσε, ο Νορβηγός συγγραφέας που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2023

Τα έργα του Γιον Φόσε (θεατρικά, πεζογραφικά και ποίηση) είναι ποτισμένα από το σκοτεινό τοπίο της πατρίδας του, αλλά με μια διάθεση ελπίδας απέναντι στη φθορά και τον θάνατο. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Αν κάποιος δει εντατικά του μαύρους πίνακες ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Άπαντα τα ποιήματα» του Πέτερ Χάντκε (προδημοσίευση)

«Άπαντα τα ποιήματα» του Πέτερ Χάντκε (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση ενός ποιήματος του Πέτερ Χάντκε [Peter Handke] από τον τόμο «Άπαντα τα ποιήματα» (μτφρ. Ιωάννα Διαμαντοπούλου-Νότντουρφτ), ο οποίος θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ, ΤΙ ...

«Οι χαμένες μας καρδιές» της Σελέστ Ινγκ – Μια δυστοπία που θυμίζει σε πολλά την εποχή μας

«Οι χαμένες μας καρδιές» της Σελέστ Ινγκ – Μια δυστοπία που θυμίζει σε πολλά την εποχή μας

Για το μυθιστόρημα της Σελέστ Ινγκ [Celeste Ng] «Οι χαμένες μας καρδιές» (μτφρ. Μαρτίνα Ασκητοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο). Kεντρική εικόνα, από διαμαρτυρία ασιατών για διακρίσεις απέναντί τους, ειδικά στην περίοδο του κορωνοϊού. Η ενίσχυση του μίσους ενάντια στους Ασιάτες είναι ένα από τα θέματα του μυθιστορήματος της Σ...

The Athens Prize for Literature 2022: Οι λίστες με τους υποψήφιους, σε ελληνικό και ξένο μυθιστόρημα

The Athens Prize for Literature 2022: Οι λίστες με τους υποψήφιους, σε ελληνικό και ξένο μυθιστόρημα

Στην Αίθουσα Τελετών του Δημαρχιακού Μεγάρου στην Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως (πρώην Πλατεία Κοτζιά), θα απονεμηθούν εφέτος, για δέκατη έβδομη χρονιά, τα βραβεία μυθιστορήματος «The Athens Prize for Literature» του περιοδικού (δε)κατα για το 2022. Η ανακοίνωση των νικητών και ταυτόχρονα η απονομή θα γίνουν την Πέμπτ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Τρότζαν» του Θανάση Χειμωνά (προδημοσίευση)

«Τρότζαν» του Θανάση Χειμωνά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Θανάση Χειμωνά «Τρότζαν, που κυκλοφορεί στις 8 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Άνοιξα τα μάτια μου. Το μυαλό μου, αδειανό. Γύρω μου, φως. Έντονο. Εκτυφλωτικό. Συνειδητοπο...

«Αχ, Ευρώπη! Κείμενα για το μέλλον της Ευρώπης και την δημόσια σφαίρα» του Γιούργκεν Χάμπερμας (προδημοσίευση)

«Αχ, Ευρώπη! Κείμενα για το μέλλον της Ευρώπης και την δημόσια σφαίρα» του Γιούργκεν Χάμπερμας (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από βιβλίο του Γιούργκεν Χάμπερμας [Jürgen Habermas] «Αχ Ευρώπη! – Κείμενα για το Μέλλον της Ευρώπης και την δημόσια σφαίρα» (μτφρ. – προλεγόμενα – σχόλια: Δημήτρης Υφαντής), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 15 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Printa / Ροές.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορα...

«Πολύ αργά πια» της Κλερ Κίγκαν (προδημοσίευση)

«Πολύ αργά πια» της Κλερ Κίγκαν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κλερ Κίγκαν [Claire Keegan] «Πολύ αργά πια» (μτφρ. Μαρτίνα Ασκητοπούλου), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 7 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Την Παρασκευή, 29 Ιουλίου, το...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα δέκα καλύτερα βιβλία του 2023 σύμφωνα με τους New York Times

Τα δέκα καλύτερα βιβλία του 2023 σύμφωνα με τους New York Times

Η συντακτική ομάδα των New York Times ξεχώρισε τα καλύτερα βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2023, επιλέγοντας πέντε έργα μυθοπλασίας και πέντε δοκίμια. Στην κεντρική εικόνα, η Ζέιντι Σμιθ [Zadie Smith], συγγραφέας του «The fraud», το οποίο αναφέρεται στη λίστα ως ένα από τα πέντε σημαντικότερα μυθιστορήματα του έτους που ...

«Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρή» – Αυτοβιογραφίες και βιογραφίες, 15+1 επιλογές από τις πρόσφατες εκδόσεις

«Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρή» – Αυτοβιογραφίες και βιογραφίες, 15+1 επιλογές από τις πρόσφατες εκδόσεις

Τι κοινό μπορεί να έχει η Μαρινέλλα με τον Έλον Μάσκ; Η Μαρία Κάλλας με τον Ανδρέα Παπανδρέου και ο Πρίγκιπας Χάρι με τον Διονύση Σιμόπουλο; Οι βιογραφίες όλων αυτών, και μερικές ακόμη, κυκλοφόρησαν τους προηγούμενους μήνες και σας τις παρουσιάζουμε.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστό...

Όταν η ελληνική ιστορία γίνεται μυθιστόρημα: 4 συγγραφείς ξανακοιτάζουν μυθοπλαστικά το παρελθόν

Όταν η ελληνική ιστορία γίνεται μυθιστόρημα: 4 συγγραφείς ξανακοιτάζουν μυθοπλαστικά το παρελθόν

Από τη Θεσσαλονίκη των τελών του 19ου αιώνα στην Αθήνα του Όθωνα και στη Σέριφο του 1916. Επιλέγουμε τέσσερα ιστορικά μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων που παίρνουν έμπνευση από πραγματικά ιστορικά γεγονότα για να «χτίσουν» τις ιστορίες τους. Κεντρική εικόνα: Μια όψη της Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ου αιώνα (© Ευθύμ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

13 Δεκεμβρίου 2022 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2022

Έφτασε η στιγμή και φέτος για την καθιερωμένη εδώ και χρόνια επιλογή των εκατό από τα καλύτερα βιβλία λογοτεχνίας της χρονιάς που φτάνει σε λίγες μέρες στο τέλος της. Ε

ΦΑΚΕΛΟΙ