fire

Του Σωτήρη Βανδώρου

«Μετά τις εκλογές, η Ελλάδα χρειάζεται μια κυβέρνηση τύπου Μόντι με τους καλύτερους που διαθέτει ο Ελληνισμός, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητος, στις κρίσιμες θέσεις», από το κύριο άρθρο της «Καθημερινής», 11/3/2012.

«Οι εκλογές τώρα θα ήταν έγκλημα», Άννα Διαμαντοπούλου, 15/2/2012. 

Πώς είπατε; Εκλογές; Μα, θα θυμώσει ο Σόιμπλε. Προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία; Μα, δεν θα μας μιλάνε στο Eurogroup. Να εκφραστούν οι πολίτες; Μα, θα μας υποβαθμίσουν (κι άλλο) οι οίκοι αξιολόγησης. Θα μας τιμωρήσουν οι «αγορές». Θα μας κόψουν τα λεφτά οι πιστωτές μας. Θα βγούμε εκτός Ευρωζώνης. Θα χρεοκοπήσουμε. Είναι λάθος, είναι τρέλα, είναι έγκλημα!

Τους τελευταίους μήνες ακούσαμε και διαβάσαμε πλήθος επιχειρημάτων με τα οποία υποστηριζόταν η χρονική μετάθεση των εκλογών, πότε απροσδιόριστα, πότε με ορίζοντα το τέλος της θητείας της βουλής που αναδείχθηκε το 2009 και η οποία βρισκόταν, καιρό τώρα, σε πρόδηλη όσο και τεράστια αναντιστοιχία προς τη λαϊκή θέληση. Σε κάθε περίπτωση, κι αυτό είναι πρωτοφανές στα χρονικά της Μεταπολίτευσης, ο θεσμός των εκλογών θεωρήθηκε, ρητά ή άρρητα, ως «απειλή» που πρέπει να αντιμετωπιστεί με επιδέξιους και προσεκτικούς χειρισμούς. Επιχειρήθηκε να υποβιβαστεί σε απλή μέθοδο επιλογής των κυβερνώντων, δυνάμενη επομένως να υποκατασταθεί εκτάκτως από άλλη· μια διαδικαστική λεπτομέρεια που θα ήταν ασυγχώρητο να ανακόψει την τιτάνια προσπάθεια της χώρας να σωθεί από το χάος και την καταστροφή. Παρουσιάστηκε έτσι μια ευθεία, λεκτική καταρχάς, προσβολή στον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, εφόσον αυτό θεμελιώνεται στη λαϊκή κυριαρχία η οποία εκδηλώνεται κατεξοχήν μέσω των εκλογών.

Θα πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσουμε ότι πολλοί από όσους διατύπωσαν τέτοια επιχειρήματα –κι ακόμη περισσότεροι από όσους τα ασπάστηκαν– το έκαναν καλόπιστα και δεν θεώρησαν ότι εναντιώθηκαν με τη στάση τους στις αρχές της δημοκρατίας. Τουναντίον, ίσως πίστεψαν ότι τις υπερασπίστηκαν κιόλας απέναντι σε καιροσκοπικές δυνάμεις που θα εκμεταλλεύονταν μια «ακατάλληλη» συγκυρία για τη διεξαγωγή των εκλογών προκειμένου να παρασύρουν ένα λαό αγανακτισμένο, και κατά προέκταση εύκολα χειραγωγήσιμο, σε μια αδιέξοδη πορεία. Έχει νόημα, επομένως, να εξετάσουμε τα κυριότερα επιμέρους, αν και αλληλοσυμπληρωματικά, επιχειρήματα που προβλήθηκαν, τα οποία μπορούμε να συνοψίσουμε στα ακόλουθα: ο έκτακτος και κρίσιμος χαρακτήρας της κατάστασης, ο κίνδυνος του λαϊκισμού, η ανάγκη τεχνοκρατικής λύσης.

Κατάσταση έκτακτης ανάγκης

no-thinkingΘα άξιζε, ενδεχομένως, να μετρήσει κανείς πόσες φορές έγινε επίκληση της ύπαρξης «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» ή πόσες χρησιμοποιήθηκε σαν κυριολεξία η μεταφορά «βρισκόμαστε σε πόλεμο» προκειμένου να δικαιολογηθεί, μεταξύ άλλων, και η μη προσφυγή στις κάλπες. Όμως, το εάν όντως βιώνουμε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» (ή «κατάσταση πολιορκίας» σε ορισμένα κράτη) δεν είναι κάτι που προκύπτει από μια δημόσια δήλωση, ας είναι και του πρωθυπουργού, πόσω μάλλον δεν ανακοινώνεται από επιπόλαιους δημοσιογράφους και σχολιαστές στα δελτία των 20.00. Είναι μια συνθήκη η οποία πράγματι προβλέπεται στα δημοκρατικά συντάγματα ως εξαιρετική, παράλληλα όμως προβλέπονται συγκεκριμένες, εξαιρετικές  προϋποθέσεις ισχύος της και αυστηρές διαδικασίες για την κήρυξή της. Επομένως, δεν έχει καμιά εγκυρότητα οποιαδήποτε αόριστη δήλωση, οσοδήποτε συχνά και βαρύγδουπα κι αν εκφέρεται από οποιαδήποτε χείλη. Εφόσον οι θεσμικά υπεύθυνοι να αποφανθούν εάν τίθεται τέτοιο ζήτημα δεν κινούν νομίμως τη σχετική διαδικασία, δεν μπορεί να τεθούν σε αυτή τη βάση και ανάλογες αξιώσεις νομιμοποίησης ασκούμενων πολιτικών που την επικαλούνται.

Άλλωστε, αντιμετωπίζουμε εν προκειμένω ένα δημόσιο λόγο ο οποίος τείνει να αντιστρέψει τα πράγματα. Όσο το ελληνικό κράτος εξαρτάται από τα χρήματα των πιστωτών του, σύμφωνα με αυτή την επιχειρηματολογία, τόσο κάθε μέρα που περνά καθίσταται κρίσιμη, εν όψει επικείμενων εκταμιεύσεων. Επομένως, εάν είναι έτσι, ζούμε διαρκώς σε μια κατάσταση εξαίρεσης η οποία έχει εγκαθιδρυθεί ως μόνιμη, μετατρεπόμενη σε «κανονική», μέχρι να πάψουμε να έχουμε ανάγκη δανεισμού, δηλαδή ποιος ξέρει πόσα, αλλά πάντως πολλά χρόνια ακόμη! «Η δική μου κόκκινη γραμμή είναι η σωτηρία της χώρας» αναφώνησε ο ίδιος ο απερχόμενος εξωκοινοβουλευτικός πρωθυπουργός. Ωστόσο, τις κόκκινες γραμμές τις ορίζει το Σύνταγμα. Ο «σωτηριολογικός» λόγος είναι πάντα αυταρχικός, ακριβώς επειδή θεμελιώνεται σε μια, λανθάνουσα έστω, ιεραρχική σχέση μεταξύ του «Σωτήρα» και εκείνου που, ανήμπορος ο ίδιος, έχει την ανάγκη του και παραδίδεται στα ικανά χέρια του, δηλαδή ετερονομείται. Είναι εξάλλου περιττό να θυμίσω τις τραυματικές ιστορικές μας εμπειρίες από αυτόκλητους σωτήρες. Προς αποφυγή παρερμηνειών, δεν επιθυμώ να υπονοήσω ούτε ότι βιώνουμε ή βιώσαμε μια κατάσταση εκτροπής ούτε ότι δεν υπάρχει στ’ αλήθεια οικονομική κρίση και μάλιστα βαθιά και οξύτατη. Υποστηρίζω, απλά, ότι η αντιμετώπισή της, όσο απερίγραπτα απαιτητική κι αν είναι, δεν μπορεί να δικαιολογήσει οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους δημοκρατικούς κανόνες.

Ο κίνδυνος του λαϊκισμού

Η προτροπή για αναβολή των εκλογών συνοδεύτηκε κι από επιχειρήματα ανάξια σχολιασμού όπως το «οικονομικό κόστος διεξαγωγής τους» ή η «παράλυση του κράτους» κατά την προεκλογική περίοδο. Κυρίως, όμως, βασίστηκε (χωρίς συνήθως να ομολογείται ανοικτά έτσι) στην υποτιθέμενη αδυναμία του λαού να αποφασίσει μπροστά στην κάλπη ορθολογικά κι όχι θυμικά, κάτι που ανάγεται εντέλει στην ανικανότητά του να αντιληφθεί κι επομένως να αξιολογήσει ψύχραιμα και με κριτικό πνεύμα τη διαμορφωθείσα κατάσταση. Ή, εναλλακτικά, ο λαός εμφανίστηκε λόγω του χρόνιου εθισμού του σε πελατειακές πρακτικές ως αθεράπευτα διεφθαρμένος. Σε κάθε περίπτωση, χαρακτηρίζεται από στάση άρνησης της πραγματικότητας ή, κάτι που είναι το ίδιο με άλλα λόγια, εμφανίζεται να συγχέει τις επιθυμίες του με τις αντικειμενικές δυνατότητες.

provatoΒέβαια, αυτή η απαξίωση του λαού περνάει συνηθέστατα μέσα από την απαξίωση πολιτικών δυνάμεων οι οποίες εμφανίζονται «ανεύθυνα» φιλολαϊκές, οι οποίες «καλοπιάνουν» το λαό, του λένε «αυτά που θέλει να ακούσει», τον «παραμυθιάζουν». Έτσι, αυτό που εμφανίζεται να δέχεται την κριτική από όσους κρατάνε τους χαρακτηρισμούς «λογικός» και «πραγματιστής» για τους εαυτούς τους είναι, πρώτα από όλα, ο λαϊκισμός ως πολιτικό φαινόμενο και πρακτική. Όταν, όμως, ο χαρακτηρισμός «λαϊκιστικός» χρησιμοποιείται τόσο ευρέως και με τέτοια ευκολία ώστε παύει πλέον να ξεχωρίζει από το «λαϊκός», τότε αναπόφευκτα σπιλώνεται και ο λαός συλλήβδην ως μια άξεστη, αδαής, ανεύθυνη μάζα έτοιμη να παραδοθεί σε λαοπλάνους πολιτικούς που χαίρονται πάνω στην αναμπουμπούλα. Καθόλου δεν θα υποστηρίξω το αντίθετο άκρο, εξιδανικεύοντας το «σοφό λαό» κτλ. Ούτε θα αρνηθώ το λαϊκισμό, τόσο ως ιστορικό όσο και ως σύγχρονο φαινόμενο. Μάλιστα, από μια άποψη θα υπερθεματίσω κιόλας. Μπορούμε, ας πούμε, να θεωρήσουμε ότι η, τουλάχιστον δημοσκοπική, απήχηση που εμφανίζει νεόκοπο κόμμα οφείλεται ακριβώς σε αυτό: σε ένα μείγμα φοβικού εθνικισμού, συνωμοσιολογίας, αναγωγής του λαού σε ανεύθυνο θύμα και καταγγελτικού λόγου απέναντι σε ό,τι εμφανίζεται ως αντι-λαϊκό.

Όμως, είναι ακριβώς ο σεβασμός που αποδίδουμε στις έννοιες τις οποίες χρησιμοποιούμε στην πολιτική ανάλυση που μας επιτρέπει να διακρίνουμε, αντί να συγχέουμε τα φαινόμενα στα οποία αναφερόμαστε. Διότι αν δεν το κάνουμε αυτό, πέφτουμε στην παγίδα, φερ’ ειπείν, να εκφέρουμε –ίσως κι άθελά μας– λαϊκιστικό λόγο (με αντίθετο, απλώς, πρόσημο από το συνηθισμένο) όταν συλλαμβάνουμε μια μανιχαϊκή αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυνάμεις της «λογικής, της υπευθυνότητας και της μεταρρύθμισης» από τη μια πλευρά, και της «παράνοιας, της ανευθυνότητας και της οπισθοδρόμησης» από την άλλη. Είναι ενδιαφέρον από μια άποψη ότι εν προκειμένω ανακυκλώνονται, προσαρμοσμένα βέβαια στις ιδιαίτερες συνθήκες του σήμερα, επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν ευρέως τον 19ο αιώνα σε ευρωπαϊκά κράτη από τα κυρίαρχα κοινωνικά στρώματα προκειμένου να αναχαιτιστεί ή έστω να επιβραδυνθεί η επέκταση των εκλογικών δικαιωμάτων και στα λαϊκά στρώματα. Όπως και τώρα, έτσι και τότε εκφραζόταν απέχθεια προς οτιδήποτε λαϊκό ως κάτι που προσιδιάζει σε ένα άξεστο πλήθος το οποίο επιδέξιοι αγκιτάτορες μπορούν να επιστρατεύσουν στην υπηρέτηση ανατρεπτικών σχεδίων με διαλυτικές για την κοινωνία και το κράτος συνέπειες.

Η λογική της τεχνοκρατίας

Αυτή η, μέσω της καταχρηστικής αναγωγής του στο λαϊκισμό, απαξίωση κάθε λαϊκού στοιχείου και κατά προέκταση η έγερση αμφισβήτησης για τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητα των εκλογών σε αυτή τη «δραματική για τον Ελληνισμό συγκυρία» συναρθρώνεται με την υποστήριξη της λογικής της τεχνοκρατίας. Σύμφωνα με αυτήν, οι σύγχρονες κοινωνίες, όντας εξαιρετικά πολύπλοκες, απαιτούν για να λειτουργήσουν εξειδικευμένες πολιτικές που βασίζονται σε τεχνικού χαρακτήρα προσεγγίσεις. Οι παλιές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, οι «γενικόλογες και αόριστες» πολιτικές θέσεις, πόσω μάλλον –μην ξεχνιόμαστε!– λαϊκιστικές και πελατειακές πρακτικές είναι ατελέσφορες κι αναποτελεσματικές. Επομένως, επιβάλλεται η εφαρμογή της ειδημοσύνης και στην πολιτική, από την αρχή μέχρι το τέλος. Αυτό σημαίνει, όμως, ότι ακόμη κι αν ο λαός δεν καταβαραθρώνεται έτσι στο επίπεδο του αμαθούς όχλου, υποβιβάζεται πάντως σε αυτό του παθητικού αποδέκτη. Είναι οι ειδικοί αυτοί που πρέπει να επιληφθούν, οι τεχνοκράτες. Ποιος καλύτερος λοιπόν από τον απερχόμενο πρωθυπουργό, έναν τραπεζίτη, «που δεν υπολογίζει το πολιτικό κόστος», «που ξέρει τη δουλειά», «που μιλά την ίδια γλώσσα» με τους άλλους τεχνοκράτες που εκπροσωπούν τους πιστωτές μας; Ο μη ειδικός καθίσταται επομένως αναρμόδιος. Όχι μόνο δεν μπορεί να συμμετάσχει στα πολιτικά πράγματα που αίφνης συρρικνώνονται σε διαχειριστικά ζητήματα τεχνικής φύσης, όχι μόνο δεν μπορεί να τα ελέγξει, αλλά είναι αμφίβολο ακόμη κι αν μπορεί να τα κατανοήσει. Από ορισμένους αυτή η θέση υποστηρίζεται με τέτοια συνέπεια ώστε είναι θέμα χρόνου να πει κάποιος ότι δεν δικαιούται να ομιλεί όποιος δεν έχει τουλάχιστον μεταπτυχιακό στα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και διδακτορικό στη δευτερογενή αγορά ομολόγων.

x-discussΟ καλός και έμπειρος δημοσιογράφος Άγγελος Στάγκος συμπυκνώνει παραστατικά σε άρθρο του στην «Καθημερινή» στις 4/3/2012 τη συνάρθρωση των λόγων περί εξαιρετικής κατάστασης, λαϊκισμού και τεχνοκρατίας: «Στη χώρα λοιπόν του Αστερίξ, που όμοιά της δεν υπάρχει στον πλανήτη, και μέσα στην κρίση που τη μαστίζει, τύχη αγαθή έφερε στο τιμόνι της τον Λουκά Παπαδήμο για να οδηγήσει το τσακισμένο καράβι σε χρόνο μηδέν, ενώ τα πάντα κατέρρεαν και μέσα από Συμπληγάδες, σε πιο ήρεμες θάλασσες. Σε πιο ήρεμες θάλασσες, όμως, που απαιτούν διαφορετικές γνώσεις ναυτοσύνης… Μακάρι να του δινόταν και περισσότερος χρόνος...». Η κοινόχρηστη μεταφορά του κράτους ως πλοίου παραλλάσσεται εδώ ελαφρά όσον αφορά, καταρχάς, τα προσόντα του καπετάνιου. Ενώ συνήθως ακούμε από πολιτικούς να εκθειάζουν τον καπετάνιο-κυβερνήτη –βλ. τον αρχηγό του κόμματός τους– για τα ηγετικά του προσόντα, εδώ αντικείμενο θαυμασμού είναι το επίπεδο «ναυτοσύνης» του, δηλαδή της απαιτούμενης ειδημοσύνης. Κατά δεύτερον, επιλέγονται δραματικοί τόνοι. Ο κίνδυνος ναυαγίου τον οποίο μόνον ο συγκεκριμένος, ικανότερος όλων, καπετάνιος μπορεί να αποτρέψει, καθιστά τον τελευταίο και Σωτήρα. Επομένως, όλοι εμείς οι αδαείς ναύτες το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να εκτελέσουμε χωρίς δεύτερη σκέψη τις εντολές του. Εάν δεν το πράξουμε, θα αποδειχθεί όχι μόνο ότι δεν μπορούμε να εκπληρώσουμε το ρόλο που καλούμαστε εκ της θέσης μας να παίξουμε, αλλά εν τέλει είμαστε τρελοί με αυτοκαταστροφικές τάσεις.

Εδώ, ωστόσο, παραγνωρίζονται μια σειρά από δεδομένα. Πρώτον, εάν ακολουθήσουμε τη λογική προέκταση του επιχειρήματος, αποδεχόμενοι ότι τα πολιτικά ζητήματα είναι κατά βάση ζητήματα τεχνικά, διαχειριστικά και διοικητικά, τότε δεν μπορούμε να συμβιβάσουμε δημοκρατία και τεχνοκρατία. Ή το ένα θα έχουμε ή το άλλο. Διότι όπως η θέληση των ελεύθερων και ίσων πολιτών δεν μπορεί να τελεί υπό την έγκριση ή την αμφισβήτηση κανενός ειδικού ο οποίος θα είχε τότε μια σχέση ιεραρχίας προς τους πολίτες, έτσι και η τεχνοκρατική γνώση του ειδικού δεν κερδίζει ούτε χάνει τίποτε σε εγκυρότητα από το εάν γίνεται ή δεν γίνεται αποδεκτή από τους πολίτες. Δεύτερον, ο τεχνοκρατικός λόγος δεν είναι ποτέ πολιτικά ουδέτερος ακόμη κι αν εμφανίζεται ως τέτοιος, όταν παίρνει τη μορφή εφαρμοσμένης πολιτικής. Κι αυτό διότι εξ ορισμού, μπορεί ίσως να δώσει αξιόπιστες απαντήσεις σε τεχνικά ερωτήματα, δεν μπορεί ωστόσο ο ίδιος ως τέτοιος να έχει τη μορφή πολιτικής θέσης, διότι στην πολιτική πάντα τίθεται το ζήτημα των αξιακά έμφορτων επιλογών. Για παράδειγμα μπορεί, κατ΄ εκτίμηση, ένα επιτελείο οικονομολόγων να προσδιορίσει το ύψος των περικοπών που πρέπει να γίνουν στις δημόσιες δαπάνες προκειμένου να είναι δυνατό να εξυπηρετείται το δημόσιο χρέος, δεν μπορεί όμως ως επιτελείο οικονομολόγων να προσδιορίσει εάν οι περικοπές θα γίνουν από τις αμυντικές δαπάνες, την εκπαίδευση ή τις αμοιβές των συμβούλων των υπουργών, διότι αυτή είναι μια πολιτική απόφαση στην οποία καμιά «επιστημονική» ή «τεχνική» απάντηση δεν μπορεί να δοθεί. Τρίτον, υπάρχει έτσι κι αλλιώς ένα ακόμη βασικότερο πρόβλημα που έγκειται στην ίδια την πλουραλιστική φύση των επιστημών. Δηλαδή, για να παραμείνουμε στο πεδίο της οικονομίας, δεν υπάρχει μια αντικειμενικά ορθή θέση για κάθε ζητούμενο, τουναντίον έχουμε σχολές οικονομικής σκέψης που ερίζουν μεταξύ τους, διατυπώνοντας διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Οποιαδήποτε –είτε την βαφτίσουμε τεχνικού χαρακτήρα είτε όχι– επιλογή κι αν ακολουθήσουμε, δεν παύει να είναι μια επιλογή ανάμεσα σε άλλες. Τέταρτον, ακόμη κι αν μπορούσαν να παρακαμφθούν όλες οι παραπάνω ενστάσεις θα παρέμενε ακόμη το πρόβλημα πώς ακριβώς θα επιλέγαμε μεταξύ των τεχνοκρατών που επιθυμούμε να μας κυβερνήσουν. Αυτό θα ήταν προφανώς αδύνατο να το κρίνουν οι μη ειδικοί, επομένως θα έπρεπε οι ίδιοι οι τεχνοκράτες κάθε επιμέρους κλάδου να επιλέξουν μεταξύ τους. Όμως αυτό θα οδηγούσε σε ένα νέο πρόβλημα καθώς η ίδια η κατάτμηση των επιστημονικών αντικειμένων και η αντιστοίχισή τους σε πολιτικούς θώκους δεν θα ήταν καθόλου προφανής. Ας πούμε πώς και από ποιον θα κρινόταν πόσα υπουργεία και με ποιο ακριβώς αντικείμενο θα χρειαζόμαστε; Για τη θέση του Υπουργού Παιδείας τι ακριβώς θα θεωρείτο ειδημοσύνη; Να είναι πρώην πρύτανης, να είναι διευθυντής Λυκείου, να έχει διδακτορικό στη διά βίου μάθηση ή να είναι κοινωνιολόγος της εκπαίδευσης;

Περισσότερη, όχι λιγότερη δημοκρατία

Όσο περισσότερο συλλογίζεται κανείς το θέμα, τόσο μεγαλύτερες αντινομίες προκύπτουν. Και πάλι, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν επιθυμώ να υπονοήσω ότι η εμπειρογνωμοσύνη δεν είναι απαραίτητη, ότι οι σύγχρονες κοινωνίες μπορούν να πορευτούν χωρίς τη στήριξή της. Αυτό που λέω είναι ότι η τεχνοκρατία δεν μπορεί, στο πλαίσιο της δημοκρατίας, να υποκαταστήσει την πολιτική. Μπορεί και οφείλει να την υποστηρίζει, που θα πει ότι η πολιτική μπορεί να αξιοποιεί ως εργαλείο καθετί το τεχνικό, ποτέ όμως δεν πρέπει να (αυτό)περιορίζεται σε μια τεχνική. Ακόμη περισσότερο, πρέπει να προσεχθεί ότι είναι όρος της δημοκρατίας στο πλαίσιο των απαιτήσεων της συμμετοχής, της διαβούλευσης, της λογοδοσίας και της διαφάνειας να μπορούν και πράγματι να «μεταφράζονται» οι ειδικές γνώσεις, σε μια απλοποιημένη εκδοχή, σε γλώσσα κατανοητή από τους πολίτες. Το μοντέλο το έχουμε και λειτουργεί. Είναι αυτό, π.χ., που ισχύει στο δικαστήριο, με ή χωρίς ενόρκους. Ο δικαστής που καλείται να αποφασίσει σε μια υπόθεση εργατικού ατυχήματος σε οικοδομή, είναι ανίδεος όσον αφορά τη μεθοδολογία κατασκευής της, τα απαιτούμενα υλικά, τους κανόνες ασφαλείας, ζητήματα στατικότητας κ.ο.κ. Αλλά με τη συνδρομή εμπειρογνωμόνων θα μπορέσει να διαμορφώσει δικαστική κρίση. Δεν θα πλησιάσει καν το επίπεδο γνώσεων του μηχανικού, αλλά αυτό δεν έχει εν προκειμένω σημασία. Δεν θα βάλουμε το μηχανικό να δικάσει. Ήδη, ο Αριστοτέλης το είχε θέσει ξεκάθαρα. Η πολιτική δεν είναι μια δραστηριότητα ειδικών, είναι ενασχόληση που προσιδιάζει στη φύση των ελεύθερων ανθρώπων. Και μπορεί κατά μόνας ο κάθε πολίτης να υπολείπεται στην κρίση του, ωστόσο μέσω της κοινής διαβούλευσης οι πολλοί μαζί μπορούν να αντιληφθούν ικανοποιητικά τα δημόσια πράγματα, και στη συνέλευση θα είναι καλύτεροι ή τουλάχιστον όχι χειρότεροι από τους ειδικούς. Επιπλέον, δε, είναι σε πολλά θέματα ο χρήστης (εν προκειμένω ο πολίτης), όχι ο κατασκευαστής (εν προκειμένω ο ειδήμων), αυτός που μπορεί να κρίνει καλύτερα (Πολιτικά, 1252b28-1253a7, 1281b16-1282a23).

what-aboutΟρισμένοι είναι πεπεισμένοι, ακόμη κι αν δεν το ομολογούν έτσι, ότι η πολλή δημοκρατία μάς έχει βλάψει. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Είναι το έλλειμμα δημοκρατίας (συχνά μέσω της στρεβλής και προσχηματικής εφαρμογής της) που ανατροφοδοτεί το λαϊκισμό, που αποξενώνει τους πολίτες από το τους πολιτικούς τους αντιπροσώπους, που κάνει πια έναν υπολογίσιμο αριθμό από αυτούς να αναζητούν ευθέως αντιδημοκρατικές λύσεις, που πολλαπλασιάζει τα φαινόμενα πολιτικής βίας κ.ο.κ. Επομένως, αντί να αναζητούμε λύση σε «ορθολογικούς», «αδιάφθορους» τεχνοκράτες, σκοπιμότερο θα ήταν να ενισχύσουμε αποφασιστικά την πολιτική συμμετοχή και διαβούλευση σε όλα τα επίπεδα, εμπλέκοντας πρώτα από όλα τους ίδιους τους πολίτες, αντί να τους περιθωριοποιούμε. Αλλιώς, θα παρατηρούμε ολοένα και περισσότερο το ίδιο μοτίβο: σημαντικά τμήματα της κοινωνίας να νιώθουν αποκλεισμένα από την πολιτική διαδικασία, οι βουλευτές να διαμαρτύρονται ότι η κυβέρνηση τους φέρνει τελεσίγραφα αντί για νομοσχέδια, τα κόμματα να αλλάζουν αρχηγούς χωρίς να έχει προηγηθεί καμία πολιτική συζήτηση στη βάση προγραμματικών θέσεων και αντιπαραθέσεων κι επομένως να παύουν να αποτελούν τόπο παραγωγής πολιτικής, το κράτος να γίνεται ολοένα πιο αυταρχικό και κυνικό και η κοινωνία να σπαράσσεται από συγκρούσεις.

Βεβαίως, το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο και ομολογουμένως δυσεπίλυτο, εφόσον δεν περιορίζεται στην εγχώρια πολιτική σκηνή η οποία άλλωστε είναι ουσιωδώς διασυνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια. Βλέπουμε την ασθμαίνουσα Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο να διατηρεί τα γραφειοκρατικά-τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά της ως πολιτική δομή που την κάνει υποδεκτική σε ποικιλώνυμες πολιτικές και οικονομικές ελίτ, όχι όμως και στους ευρωπαϊκούς λαούς, αλλά επιπλέον σε περίοδο κρίσης να σύρεται, ως μη όφειλε, πίσω από πολιτικές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει κατά βάση το ισχυρότερο κράτος-μέλος της, το οποίο απολαμβάνει έτσι δυσανάλογα μεγάλη επιρροή για την οποία ωστόσο δεν λογοδοτεί παρά μόνο στο δικό του λαό. Περιττό, τέλος, να αναφερθεί ότι η σχέση υποτέλειας της πολιτικής προς τις «αγορές» δεν απορρέει από κάποιο φυσικό φαινόμενο, αλλά από οικειοθελή εκχώρηση από τις πολιτικές εξουσίες προνομίων στους μεγάλους διεθνείς οικονομικούς παράγοντες. Είναι επομένως επιτακτική η ανάγκη ανασύστασης της πολιτικής σε δημοκρατικότερες βάσεις. Και μολονότι αυτό σημαίνει και ανάληψη μιας εξαιρετικά απαιτητικής προσπάθειας διεθνούς εμβέλειας, δεν μπορούμε να σηκώνουμε τα χέρια ψηλά, αντί να επιχειρούμε μια επέκταση των δημοκρατικών πρακτικών όπου και όσο περισσότερο μπορούμε.

Σωτήρης Βανδώρος 

 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τι θέλουμε να κάνει το σχολείο μας;

Τι θέλουμε να κάνει το σχολείο μας;

Σκέψεις γύρω από τα πιο αποτελεσματικά εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο και αναπόφευκτες συγκρίσεις με το «ελληνικό παράδειγμα», με αφορμή το βιβλίο-μελέτη της Lucy Crehan «Φυτώρια ευφυΐας» (μτφρ. Μαρία Παπαηλιάδη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).

Του Σωτήρη Βανδώρου ...

Οι άνθρωποι την εποχή των έξυπνων μηχανών

Οι άνθρωποι την εποχή των έξυπνων μηχανών

Για το βιβλίο «Life 3.0» του Max Tegmark (μτφρ. Νίκος Αποστολόπουλος, εκδ. Τραυλός).

Του Σωτήρη Βανδώρου

Εξολοθρευτής, Μάτριξ, Blade Runner κτλ. κτλ. Οι συνειρμοί που κάνουμε οι περισσότεροι όταν ακούμε περί τεχνητή...

Το παρόν και το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας

Το παρόν και το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας

Για το βιβλίο «Το πρωτείο της δημοκρατίας - Η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία» του Γιώργου Σιακαντάρη (εκδ. Αλεξάνδρεια).

Του Σωτήρη ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Βίος και Πολιτεία»: Ο μετρ του noir Ανδρέας Αποστολίδης έρχεται στο «υπόγειο»

«Βίος και Πολιτεία»: Ο μετρ του noir Ανδρέας Αποστολίδης έρχεται στο «υπόγειο»

Στο 40ο επεισόδιο της σειράς συζητήσεων στο Βιβλιοπωλείο της Πολιτείας με ανθρώπους από το χώρο του βιβλίου και της σκέψης, o Κώστας Κατσουλάρης θα συνομιλήσει με τον μετρ του noir, σκηνοθέτη, συγγραφέα και μεταφραστή Ανδρέα Αποστολίδη, με αφορμή την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου «Roman-tica» (εκδ. Άγρα). Η συζή...

Λογοτεχνικό Βραβείο Δουβλίνου 2024: Νικητής ο Μίρτσεα Καρταρέσκου

Λογοτεχνικό Βραβείο Δουβλίνου 2024: Νικητής ο Μίρτσεα Καρταρέσκου

Ο Ρουμάνος συγγραφέας Μίρτσεα Καρταρέσκου [Μircea Cartarescu] έλαβε το βραβείο για το μυθιστόρημά του «Solenoid» που είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό και μάς μεταφέρει στην κομμουνιστική Ρουμανία των τελών του ‘70. Στα ελληνικά τον έχουμε γνωρίσει με το μυθιστόρημα «Νοσταλγία» (μτφρ. Βίκτορ Ιβάνοβιτς, εκδ. Καστανιώτη)....

ΔΕΒΘ 2024: Γυναίκες, φύλο και φεμινισμοί – Τι είδαμε, τι καταλάβαμε

ΔΕΒΘ 2024: Γυναίκες, φύλο και φεμινισμοί – Τι είδαμε, τι καταλάβαμε

Ένα από τα αφιερώματα της φετινής ΔΕΒΘ ήταν αυτό στις «Γυναίκες», μια ευρεία θεματική που ξεδιπλώθηκε μέσα από συζητήσεις για συγγραφείς, εκδότριες και μεταφράστριες, για τη γυναίκα σαν λογοτεχνικό ήρωα, αλλά και τη γυναικεία γραφή. Οι εκδηλώσεις ήταν διάχυτες στο πρόγραμμα, αρκετές συνέπιπταν η μία με την άλλη, αλλ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Γραφή κοφτερή σαν μαχαίρι» της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

«Γραφή κοφτερή σαν μαχαίρι» της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της βραβευμένης με Νόμπελ λογοτεχνίας Ανί Ερνό [Annie Ernaux] «Γραφή κοφτερή σαν μαχαίρι (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), μια συνομιλία, μέσω μέιλ, της Ερνό με τον Φρεντερίκ Ιβ Ζανέ [Frederic-Yves Jeannet]. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 28 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμ...

«Μελέτη περίπτωσης» του Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ (προδημοσίευση)

«Μελέτη περίπτωσης» του Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ [Graeme Macrae Burnet] «Μελέτη περίπτωσης» (μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου), το οποίο κυκλοφορεί στις 28 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στην αρχή, καθώς ...

«Ο ελληνικός Εμφύλιος πόλεμος 1946-1949 μέσα από τον τουρκικό Τύπο της εποχής» του Μουράτ Εσέρ (προδημοσίευση)

«Ο ελληνικός Εμφύλιος πόλεμος 1946-1949 μέσα από τον τουρκικό Τύπο της εποχής» του Μουράτ Εσέρ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη μελέτη του Μουράτ Εσέρ [Murat Eser] «Ο ελληνικός Εμφύλιος πόλεμος 1946-1949 μέσα από τον τουρκικό Τύπο της εποχής», η οποία κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εφημερίδα...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Γκόγκολ, Γκόρκι, Τολστόι, Χάμσουν: Τέσσερα κλασικά λογοτεχνικά έργα από τις εκδόσεις Νίκας

Γκόγκολ, Γκόρκι, Τολστόι, Χάμσουν: Τέσσερα κλασικά λογοτεχνικά έργα από τις εκδόσεις Νίκας

Για τα βιβλία των Κνουτ Χάμσουν [Knout Hamsun] «Η πείνα» (μτφρ. Βασίλη Δασκαλάκη), Νικολάι Γκόγκολ [Νikolai Gogol] «Το παλτό» (μτφρ. Κώστας Μιλτιάδης), Μαξίμ Γκόρκι [Maxim Gorky] «Τα ρημάδια της ζωής» (μτφρ. Κοραλία Μακρή) και Λέον Τολστόι [Leon Tolstoy] «Η σονάτα του Κρόιτσερ» (μτφρ. Κοραλία Μακρή). 

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία λογοτεχνίας που βγήκαν πρόσφατα και ξεχωρίζουν

Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία λογοτεχνίας που βγήκαν πρόσφατα και ξεχωρίζουν

Εαρινά αναγνώσματα από όλο τον κόσμο. Νομπελίστες, αναγνωρισμένοι συγγραφείς, αλλά και νέα ταλέντα ξεχωρίζουν και τραβούν την προσοχή. Στην κεντρική εικόνα, οι Αμπντουλραζάκ Γκούρνα, Κάρα Χόφμαν, Ντέιβιντ Μίτσελ.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος 

Από την...

Από τον κβαντικό υπολογιστή στην παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη: 3 βιβλία για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

Από τον κβαντικό υπολογιστή στην παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη: 3 βιβλία για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

Η επιστήμη προχωράει με ραγδαίoυς ρυθμούς. Η 4η βιομηχανική επανάσταση θα στηριχθεί στην κβαντική υπεροχή και την Τεχνητή Νοημοσύνη. Για να ξέρουμε πώς θα είναι το μέλλον μας επιλέγουμε τρία βιβλία που εξηγούν λεπτομέρως όλα όσα θα συμβούν. Kεντρική εικόνα: @ Wikipedia.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ