alt

Της Σώτης Τριανταφύλλου

Ένα παιχνίδι αυτοβιογραφίας [1] 

Aν και στη νουβέλα «Μόντοκ»[2] ο Μαξ Φρις περιγράφει ένα «μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ» με την Άλις Λοκ-Κάρεϋ - για την οποία ευχήθηκε να είναι ο τελευταίος του έρωτας - το όνοµά του έχει συνδεθεί κυρίως µε την Αυστριακή ποιήτρια Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν[3].

Ο Μαξ Φρις πειραµατιζόταν µε την αυτοβιογραφία ήδη από το 1958, όταν γνώρισε την Μπάχµαν: έζησαν μαζί για πέντε χρόνια (με διαλείμματα) και δεν έπαψαν να κάνουν λογοτεχνικές αναφορές στη σύντομη κοινή τους ζωή. Οι νεκροί «άγιοι», ακόµα κι εκείνοι της λογοτεχνίας, δεν µπορούν να τα έχουν καλά µε όλους: αν και ανθεί το εµπόριο των εικόνων τους, τα φωτοστέφανά τους εκτίθενται στην επικριτική διάθεση και τα άγρια ένστικτα του πλήθους. Η Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν παραδόθηκε πριν από τον Φρις σ’ αυτή τη µοίρα: κάποιος πρώην συνταξιδιώτης της περιφέρεται ακόµα και σήµερα σαν γυρολόγος µε όσα του εµπιστεύτηκε για τις ερωτικές της σχέσεις μισόν αιώνα νωρίτερα. Για τον Φράντσοµπελ (δεν έχει µικρό όνοµα)[4], συγγραφέα της ποιητικής συλλογής Λούνα Παρκ, ήταν µια «προπάντων όµορφη ποιήτρια», ενώ για τον Τόµας Κλινγκ -γνωστό κυρίως από την επιμέλεια της ανθολογίας Sprachspeicher-[5]«δεν µπορούσε να γράψει ποιήματα που να ξεπερνούν τη µετριότητα». Παρά τις αρνητικές κριτικές, η Μπάχµαν υφίσταται την ψυχαναγκαστική αφοσίωση µε την οποία την καταδιώκουν οι Αυστριακοί αναγνώστες και οι ψευτολόγιοι – χώρια οι κληρονόµοι των συγγραφικών της δικαιωµάτων.

altΑυτή η προσκόλληση έχει εµποδίσει οποιαδήποτε αξιοπρεπή έκδοση των απάντων της, που, εξάλλου, είναι περιορισµένης έκτασης. Το 1998 εκδόθηκαν τα δηµοσιογραφικά της κοµµάτια RömischeReportagen (Ανταποκρίσεις από τη Ρώµη) τα οποία διαφηµίστηκαν ως «ανακάλυψη» ανάµεσα στα χειρόγραφά της. Το 2000 προστέθηκαν τα αµφιλεγόµενα Ανέκδοτα ποιήµατα, ενώ το 2001 κυκλοφόρησε το EinsamsindalleBruecken («Μοναχές είναι όλες οι γέφυρες»), ένας τόµος µε ποικίλους φόρους τιµής, όπου όµως επιτράπηκε να παρεισφρήσουν κάµποσα δηλητηριώδη σχόλια από «κακά παιδιά» σαν τον Φράντσοµπελ και τον Kλινγκ.

Ωστόσο, µε το όνοµα και την εικόνα του Μαξ Φρις δεν χωράνε αστεία: ο τόµος Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν – Εικόνες από τη ζωή της (1983)[6] κυκλοφόρησε χωρίς τη συµβολή του: ο Φρις θεωρούνταν το τέρας που την κατέστρεψε. Ούτε στον πρόλογο των Ανέκδοτων ποιηµάτων αναφέρεται ο «δυνάστης» –η υπόθεση θυµίζει εκείνη της Σύλβια Πλαθ και του Τεντ Χιούζ– παρόλο που αυτά τα ποιητικά αποσπάσµατα ανήκουν στην εποχή της Ζυρίχης, του Βερολίνου και της Ρώµης, µεταξύ 1962 και 1964, δηλαδή αµέσως µετά τον χωρισµό της από τον Φρις. ∆εν χρειάζεται να επιστρατεύσει κανείς τις ηδονοβλεπτικές του ιδιότητες για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για ψελλίσµατα αντιπαραθέσεων µ’ εκείνον, για την έκφραση της «γυναικείας” ανάγκης του έρωτα, καθώς και για ποικίλες δηλώσεις εξευτελισµού και ήττας.

Για χρόνια το πρώην ζευγάρι έπαιζε ένα λογοτεχνικό πινγκ-πονγκ ανταλλάσσοντας δυσάρεστους χαρακτηρισµούς. Μετά το μυθιστόρημα Το όνοµά µου ας είναι Γκάντενµπαϊν[7]του Φρις (1964) η Μπάχµαν σιώπησε...

Για χρόνια το πρώην ζευγάρι έπαιζε ένα λογοτεχνικό πινγκ-πονγκ ανταλλάσσοντας δυσάρεστους χαρακτηρισµούς. Μετά το μυθιστόρημα Το όνοµά µου ας είναι Γκάντενµπαϊν[7]του Φρις (1964) η Μπάχµαν σιώπησε: αργότερα, απάντησε έµµεσα προσπαθώντας να γράψει τον κύκλο Todesarten(«Τρόποι θανάτου»), από τον οποίον ολοκλήρωσε µόνο το µυθιστόρηµα Mαλίνα (ελλ. τίτλος: «Ο Μαλίνα, ο Ιβάν κι εγώ»).[8] Ο Μαλίνα είναι τόσο υπαινικτικό κείµενο, και µαζί τόσο δυσανάγνωστο, ώστε η παλιά διαµάχη δεν είναι αναγνωρίσιµη – άλλωστε, το μυθιστόρημα δεν ήταν το φόρτε της. Όταν το 1973 η Μπάχµαν κάηκε στο κρεβάτι της καπνίζοντας, ο Μαξ Φρις συνέχισε τον διάλογο µαζί της παλεύοντας επί µια δεκαετία µε τις τύψεις του, πράγµα που φαίνεται τόσο στο Μόντοκ (1975), όσο και στο TriptychonmitDame («Τρίπτυχο µε κυρία», 1981) καθώς και στο αφήγηµα Ο κυανοπώγων του 1983. Όλα αυτά αφορούν την ανεπάρκεια των ανδρών έναντι των γυναικών, την αδυναµία τους να καταλάβουν και να σεβαστούν τις ανάγκες, τις επιθυµίες τους κι αυτό που ο Φρις ονοµάζει –επηρεασµένος από το φεµινιστικό κίνηµα της δεκαετίας του ’60– «αυτοπραγµάτωση».  

Ωστόσο, µερικοί γερµανόφωνοι φιλόλογοι πιστεύουν ότι είναι άκοµψο να ασχολείται κανείς µε το προφανές· προτιµούν «να ακούνε το χορτάρι να φυτρώνει», να συγκεντρώνονται δηλαδή στις πιο µικρές λεπτοµέρειες των συγγραφικών έργων, είτε είναι αυτοβιογραφικά, είτε όχι. Όταν η Mόνικα Άλµπρεχτ, επιµελήτρια του κύκλου Todesarten, έκανε µνεία για «Το έργο και το πρόσωπο του Μαξ Φρις στο Todesartenτης Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν» («Werk und Person Max Frischs in Ingeborg Bachmanns Todesarten», 1989) παρουσιάζοντας την Μπάχµαν «ως κριτικό του Μαξ Φρις» («Bachmann als Kritikerin Max Frischs», 1995), δέχτηκε επίπληξη από τη φεµινίστρια Ζίγκριντ Βάιγκελ: “Οι έρευνες της συναδέλφου αγγίζουν τα όρια της εγκληµατολογίας», γράφει στην πολυσέλιδη μελέτη της για την Μπάχµαν (1999)[9], η ενασχόληση µε τα λογοτεχνικά κείµενα δεν πρέπει να καταντά «φιλολογικό ιδιωτικό ντετεκτιβιλίκι». Κι όµως, η διακριτικότητα της Βάιγκελ δεν την εµποδίζει να χρησιµοποιεί την Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν εναντίον του Μαξ Φρις για να επιτεθεί κατά της «ρητορικής της ανδρικής αυτοκριτικής», κατά της «µωρίας της ψυχο-Λογικής» µε την οποία καλύπτει τη «δυσφορία της ανδρικής κατωτερότητας». Οι φεµινίστριες όλων των αποχρώσεων ήταν ανέκαθεν έτοιµες να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του Μαξ Φρις (όπως και του Τεντ Χιουζ) έναν δήµιο. Το γεγονός ότι στο µυθιστόρηµα Μαλίνα, η γυναίκα –που δεν ονοµάζεται– καίγεται (χαρακτηρίζεται ως «φλεγόµενη»), θεωρήθηκε µια τραγική προφητεία, µιας και η Μπάχµαν κάηκε τελικά. Ωστόσο, την πυρκαγιά δεν την προκάλεσε ο Μαξ Φρις.

Το ότι η Μπάχµαν υπερτερούσε του Φρις «από φιλοσοφική άποψη»–ίσως και από πολιτική– είναι µια πραγµατικότητα

Το ότι η Μπάχµαν υπερτερούσε του Φρις «από φιλοσοφική άποψη»[10] –ίσως και από πολιτική– είναι µια πραγµατικότητα. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι ο Φρις ήταν ένας σατράπης που εκµεταλλευόταν µιαν ανυπεράσπιστη γυναίκα εκµηδενίζοντάς τη (όπως ακριβώς κατηγορήθηκε ο Τεντ Χιούζ µετά την αυτοκτονία της Σύλβια Πλαθ). Το ότι η Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν δεν επέτρεψε την έκδοση των κειµένων του Todesarten δείχνει τόσο την ακεραιότητά της, όσο και τις λογοτεχνικές της απαιτήσεις, αλλά βέβαια δεν εµποδίζει κανέναν από το να ερµηνεύσει την πικρία της µε «φεµινιστικό» τρόπο. Όλα τα αυτοβιογραφικά κείµενα –από τον Μαλίνα της Μπάχµαν µέχρι το Μόντοκ του Φρις– δίνουν λαβές για φιλολογικό κουτσοµπολιό που δεν είναι ανώτερο από το σκέτο κουτσοµπολιό.

Το τακτ των φιλολόγων φθίνει µε το πέρασµα του χρόνου. Τις ερωτικές σχέσεις του Γκαίτε µε την κυρία φον Στάιν και την Κριστιάνε Φούλπιους έχει ερευνήσει µε τέτοιο ζήλο το σινάφι των φιλολόγων ώστε δεν έχει µείνει άθικτο κανένα εσώρουχο. Καθώς περνάει ο καιρός, οι βιογράφοι µπαίνουν όλο και περισσότεροστον πειρασµό να περιγράψουν πώς έβγαιναν τα µαχαίρια και εκσφενδονίζονταν τα πιάτα στο σπίτι του Φρις και της Μπάχµαν στη Ρώµη. Πράγµα που άλλωστε δεν περιγράφτηκε ποτέ από τους ίδιους τους ενδιαφεροµένους: ο Φρις, που πέθανε το 1991, κράτησε πεισµατική σιωπή για είκοσι χρόνια. Για την Μπάχµαν και τη σχέση της µε τον Φρις µίλησαν άλλοι, λιγότερο αρµόδιοι. Ο Άντολφ Όπελ, ένας ανερχόµενος Βιεννέζος συγγραφέας στη δεκαετία του ’60, γνώρισε την Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν στο Βερολίνο και ταξίδεψε µαζί της στην Αίγυπτο το 1965. Έπειτα, εξαφανίστηκε από τη ζωή της, αλλά µετά τον θάνατό της άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο φορτικός απέναντί της. Το 1986 έγραψε ένα δοκίµιο µε τίτλο «Literatur und Kritik» («Λογοτεχνία και Κριτική»), όπου ισχυριζόταν, κάπως χοντροκοµµένα, πως ό,τι «έγραφε η Μπάχµαν ήταν ξεκαθάρισµα λογαριασµών µε τον Μαξ Φρις, µια απάντηση στο βιβλίο του Το όνοµά µου ας είναι Γκάντενµπαϊν, σε έναν από τους χαρακτήρες του οποίου αναγνώριζε τον εαυτό της». (Εννοείται ότι αυτός ο χαρακτήρας υφίσταται κακοµεταχείριση από τον κεντρικό ήρωα.) Ο Όπελ συνέχισε ακάθεκτος: το 2001 έγραψε ένα βιβλίο για τα «ταξίδια» του «µε την Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν» (AufReisenmitIngeborgBachman), στο οποίο κοµπάζει για τη φιλία της και βγάζει στη φόρα (ή εφευρίσκει) λεπτοµέρειες από την προσωπική της ζωή.[11]

«Είµαι τρελός και το ξέρω. Η ελευθερία της αποτελεί αναπόσπαστο κοµµάτι της αίγλης της. Η ζήλια είναι το τίµηµα από την πλευρά µου: το πληρώνω εξ ολοκλήρου».

Ο Μαξ Φρις και η Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν γνωρίστηκαν στο Παρίσι στις 3 Ιουλίου 1958. Αυτή η ηµεροµηνία έχει καταγραφεί στο Mαλίνα και παρέµενε γριφώδης. Ο Φρις δίνει πληροφορίες γι’αυτή την πρώτη συνάντηση στο Mόντοκ: ήθελαν να δουν µαζί τη γαλλική πρεµιέρα του θεατρικού του έργου Ο κύριος Μπίντερµαν και οι εµπρηστές, αλλά άλλαξαν γνώμη - όπως ο άνδρας και η γυναίκα στο µυθιστόρηµα Το όνοµά µου ας είναι Γκάντενµπαϊν. Ακολουθεί «µια ερωτική εβδοµάδα στη Ζυρίχη», ένας χωρισµός, έπειτα µια προσπάθεια για συµβίωση, επτά µήνες στη Ζυρίχη, πάλι χωρισµός, αργότερα µια πρόταση γάµου εκ µέρους του. Εκείνη επιστρέφει στη «Ρώµη της», εκείνος την ακολουθεί, ζουν εκεί µαζί σχεδόν τρία χρόνια. («Είµαι τρελός και το ξέρω. Η ελευθερία της αποτελεί αναπόσπαστο κοµµάτι της αίγλης της. Η ζήλια είναι το τίµηµα από την πλευρά µου: το πληρώνω εξ ολοκλήρου».)

Το πώς πέρασε ο Μαξ Φρις τα πρώτα χρόνια στη Ρώµη, περι- γράφεται σε επιστολές εκείνης της εποχής: Αν και αστειεύεται «είµαι ζωηρός [λογοπαίγνιο µε το όνοµά του, µιας και frisch σηµαίνει δροσερός, ζωηρός, φρέσκος] σαν πλάσµα του µύθου, για το οποίο κανείς δεν ξέρει τίποτα» – και γράφει µε χιούµορ στον Χανς Μάιερ, «η Ρώµη είναι ευχάριστη, ο Πάπας µ’ αφήνει στην ησυχία µου», η µοναξιά του είναι ολοφάνερη· ζητιανεύει από τους φίλους του µια επίσκεψη. Γράφει ακόµα το βιβλίο που ξεκίνησε το 1960, µε τον τίτλο Το όνοµά µου ας είναι Γκάντενµπαϊν, όπου χωρίς αµφιβολία η Λίλα είναι εµπνευσµένη από την Μπάχµαν. Η Μπάχµαν θεώρησε τη Λίλα «καρικατούρα»: όταν κυκλοφόρησε το µυθιστόρηµα, οι δυο τους είχαν ήδη χωρίσει πικρά κι ο «Γκάντενµπαϊν» άρχισε ν’ αναφέρεται στα γραπτά της Μπάχµαν ως «το αιµοσταγές βιβλίο». Ήταν εξοργισµένη, αλλά αυτό δεν φαίνεται παρά µόνο στα κείµενα που εκδόθηκαν µετά τον θάνατό της.

Ο Μαξ Φρις γράφει τον Μάιο του 1963 στον φίλο του Βίκτορ Άερνι ότι η Μπάχµαν είχε διαβάσει µια πρώτη εκδοχή του κειµένου και ότι του είχε εκθέσει τις εντυπώσεις της, αφού είχαν ήδη χωρίσει οριστικά: «ήταν αξιοθαύµαστο και µεγάλη βοήθεια για µένα”. Αλλά πάλι δεν φαίνεται τόσο ευχαριστηµένος. «Το βιβλίο – έχω στ’ αλήθεια κάποιους φόβους να το δείξω στο κοινό. Όµως, αν δεν το κάνω δεν θα απαλλαγώ ποτέ απ’ αυτό». Να πώς έχει περίπου το πράγµα: Ο Τέο Γκάντενµπαϊν συναντά στην αρχή των περιπλανήσεών του «µια φρικτά ξεπλυµένη ξανθιά, [...] µια νεράιδα» (νεύµα στο διήγηµα της Μπάχµαν «Νεράιδα πάει» [Undine geht]), πρόκειται όµως για έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα, µια πόρνη µε το όνοµα Καµίλλα. Το δικό του βάσανο είναι η Λίλα, που τη µια είναι σύζυγος, την άλλη ερωµένη: ηθοποιός, αριστοκράτισσα από τη Βενετία, δόλια ή αθώα, ανάλογα τη φάση της ιστορίας, που ο Γκάντενµπάιν δοκιµάζει «σαν ρούχο». Τυφλωµένος από τη ζήλια, παριστάνει τον τυφλό για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του. Το βιβλίο ολοκληρώθηκε ενώ η Μπάχµαν βρισκόταν στο διπλανό δωµάτιο του διαµερίσµατος στη Ρώµη.

Όσο για την Μπάχµαν καταπιάστηκε µε το µυθιστόρηµα –το Μαλίνα– αφού ασχολήθηκε επί κάµποσα χρόνια µε το ζήτηµα του ερωτικού πολέµου στα σχεδιάσµατα των Todesarten, τα οποία τελικά καταχώνιασε σ’ ένα συρτάρι. Στον Mαλίνα δεν είναι δυνατή καµιά συγκεκριµένη αναγνώριση του Φρις: η προσωπικότητά του εναλλάσσεται ανάµεσα στον εραστή Ιβάν, στον πατέρα-φόβητρο και στον ήπιο Μαλίνα. Η αρχική κατάσταση στον Γκάντενμπαϊν –ένας άνδρας, µόνος στο σπίτι του, σκέφτεται τον διαλυµένο του έρωτα– είναι το ακριβές αντίστροφο της τελικής κατάστασης στον Mαλίνα: «Ο κύριος µε τ’ όνοµά µου έχει φύγει ταξίδι», σκέφτεται ο Γκάντενµπάϊν στο εγκαταλειµµένο σπίτι µε το κοµµένο τηλέφωνο. «∆εν υπήρχε ποτέ κανείς εδώ µ’ αυτό το όνοµα» λέει ο Μαλίνα στο τηλέφωνο, µέσα στο άδειο σπίτι, αφού η γυναίκα του έχει εξαφανιστεί. Οι χαρακτήρες συγκρούονται µπροστά σε καθρέφτες χωρίς είδωλα, αλλά σχετίζονται µεταξύ τους, όπως και τα δύο µυθιστορήµατα, σε µια σειρά από λεπτοµέρειες.

Οι φεµινίστριες κριτικοί της λογοτεχνίας –από την Έφα Κοχ- Κλένσκε µέχρι τη Σάρα Λένοξ[14]– βλέπουν στο έργο της Μπάχµαν µια «κρυµµένη γυναίκα» (από τον τίτλο ενός δοκιµίου της), µια γυναίκα που θέλει να κατακτήσει τον κόσµο συντρίβοντας το φύλο της («∆εν είµαι γυναίκα» - γράφει - «είµαι λάθος της φύσεως».)

Η ποίηση της Μπάχµαν, που αποτελεί το κέντρο του έργου της, επηρεάστηκε κυρίως από τον Πάουλ Τσέλαν, όχι από τον Φρις· ο Τσέλαν υπήρξε το πρότυπό της, το ίνδαλμά της. Ο Φρις κινητοποίησε έναν εσωτερικό τρόµο που διήρκεσε µια ολόκληρη δεκαετία, αλλά που δεν κατέληξε στην επιτυχία ούτε του Todesarten, ούτε της “Γαµήλιας µονοµαχίας” («Eheduell»). Μεταξύ του 1961 και του 1971, η Μπάχµαν δεν δηµοσίευσε τίποτα καινούργιο. Γίνεται λόγος ξανά και ξανά από την κριτική για συγγραφική κρίση, για τη δυσκολία της µετάβασης από την ποίηση στην πεζογραφία, για την άρνηση να παραγάγει «ντελικάτη» ποίηση (ποίηση «ντελικατέσσεν», σαν λιχουδιά). Όλα αυτά µπορεί να ισχύουν, δεν αποκλείεται όµως το ενδεχόµενο ότι ακόµη µια µεγάλη ποιήτρια να ενεπλάκη σε ιδιωτικό κλεφτοπόλεµο που ρήμαξε το έργο της. Σε όλα τα ηµιτελή της κείµενα από τη δεκαετία του ’60 σέρνεται κάποιο δύστυχο ζευγάρι όπου ένα αρσενικό βδέλυγµα καταστρέφει έναν θηλυκό άγγελο: στο απόσπασµα του µυθιστορήµατός της DerFallFranzaΗ περίπτωση της Φράντσα»)[12], µια ευαίσθητη επαρχιώτισσα παντρεύεται έναν διάσηµο ψυχίατρο µε βίαιο χαρακτήρα ο οποίος την εξωθεί στην αυτοκτονία. Στο Ρέκβιεµ για τη Φάννυ Γκόλντµαν[13], η «ωραιότερη γυναίκα της Βιέννης», µια 3η Ιουλίου, γνωρίζει έναν άθλιο συγγραφέα ο οποίος οικειοποιείται τη λάµψη της και γράφει ένα βιβλίο στο οποίο «σφαγιάζει» τον έρωτά της, για να συνεχίσει κατόπιν την ερωτική του ζωή µε µια εικοσάχρονη.

Είναι εύκολο να ερµηνευτεί αυτή η πλοκή µε βάση τα γεγονότα: ο Μαξ Φρις συνέχισε τη ζωή του µε µια νεαρή φοιτήτρια –τη Μαριάννε Έλλερς– αλλά η σχέση του µε την Μπάχµαν βρισκόταν ήδη υπό διάλυση. Στο πρώτο µέρος των Todesarten που έχει τίτλο «Goldmann/ Rottwitz-Roman», µια διάσηµη δηµοσιογράφος ερωτεύεται έναν άνδρα ονόµατι Γιουνγκ (jung=«νεαρός»), όνοµα που προµηνύει πολλά κακά, έναν αξιολύπητο συγγραφέα: ένα ευφυές όσο και παραµορφωµένο είδωλο του Μαξ Φρις (frisch, όπως προαναφέρθηκε, σηµαίνει δροσερός, φρέσκος αλλά και ψυχρός). Η ειρωνεία παίρνει συχνά διαστάσεις τύπου Μούζιλ, αλλά κάθε τόσο αναδύεται η µνησικακία και το παράπονο: «εκείνη ήταν ερωτευµένη, εκείνος όχι, παραήταν έξυπνη για τα γούστα του. Αυτός ο Γιουνγκ ήταν κατεργάρης και άξεστος» […] «Έβρισκε το διάβασµα φρικιαστική ενασχόληση», και πάνω απ’ όλα δεν ήξερε «να δέχεται τον αποχωρισµό» - τελικά, αντάλλαξε «µια πριµαντόνα µ’ ένα τραγανό κοτόπουλο». Και ούτω καθ’ εξής. Ωστόσο, όλα αυτά ήρθαν στο φως µετά τον θάνατό της – άρα, παρά τη θέλησή της. Μόνο στον Mαλίνα έχουν παραµείνει ακόµη μερικά ίχνη της ιδιωτικής της κόλασης. Στη συλλογή διηγηµάτων Simultan(1972) η συµφορά δεν αντιστοιχεί στα αληθινά γεγονότα· µετουσιώνεται σε κάτι γενικότερο.

Το Μόντοκ του Μαξ Φρις είναι «ειλικρινές και έντιμο βιβλίο», αλλά δεν πρόκειται για αληθινή αυτοβιογραφία: άλλωστε, τι είναι «αληθινή αυτοβιογραφία; Σχεδόν χωρίς καµιά εξαίρεση οι αυτοβιογραφούµενοι κρύβουν τα µυστικά τους – και κάνουν πολύ καλά: τα μυστικά τους δεν αφορούν κανέναν. Το Μόντοκ είναι το έργο ενός αναίσχυντου σολιπσιστή: ο Φρις αναπολεί ορισµένα γεγονότα της ζωής του µε άξονα τον εαυτό του· πιστεύει ότι το µόνο που θυµόµαστε είναι ο εαυτός µας. Έχουν προηγηθεί τα ηµερολόγια 1946-1949 και 1966-1971, που σίγουρα δεν ήταν «προσωπικά», όπως υποτίθεται πως είναι τα ηµερολόγια: ήταν σχεδόν απρόσωπα. Aυτό συνιστούσε µέρος της γοητείας τους. Στο Μόντοκ, ο Φρις είναι εξίσου «αντι-δραµατικός»· οι συναισθηµατικές εντάσεις, οι κρίσεις µεσογειακού τύπου τού είναι ξένες· µεταφέρει την µπρεχτική αποστασιοποίηση στην πεζογραφία. Εξάλλου, ο εφήµερος χαρακτήρας της σχέσης του µε τη Λυν αφαιρεί κάθε ενδεχόµενο δραµατοποίησης· εδώ αναφέρει τον «Γκάντενµπαϊν» έµµεσα, όχι σε σχέση µε τη νεκρή Ίνγκεµποργκ Μπάχµαν. Κατηγορεί µεν τον εαυτό του, «Max, you are a monster» (Μαξ, είσαι τέρας), αλλά εν κατακλείδι τον αθωώνει. Αθώος κηρύσσεται και ο άνδρας στο διήγηµα «Skizze eines Unglücks» («Σκίτσο ενός δυστυχήµατος», που περιέχεται στο δεύτερο Ηµερολόγιο), ο οποίος, ως οδηγός του αυτοκινήτου, «σκοτώνει», άθελά του, την ερωµένη του σε τροχαίο δυστύχηµα. Αθώο κηρύσσει και τον κλονισµένο πρωταγωνιστή του αφηγήµατος Ο Κυανοπώγων, ο οποίος, στην πραγµατικότητα, δεν µπορεί να είναι δολοφόνος γυναικών. Ο Φρις φαίνεται µοιρολάτρης: τόσο στο HomoFaber, όσο και στο Μόντοκ, δεν δρα, περιµένει. Περιγράφει την πορεία των πραγμάτων. Η διαφορά έγκειται στο ότι οι ήρωες του Φρις έχουν συχνά τα χαρακτηριστικά του γερµανικού Bildungsroman ή ακόµα και του Σταντάλ: είναι ταξιδευτές· παρατηρούν τον κόσµο και τα πρόσωπα ολόγυρά τους· έχουν γνώµη για τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα. Τέλος, οι ήρωες του Φρις είναι πάντα άνδρες –«my life as a man», επαναλαµβάνει στο Μόντοκ– ενώ οι γυναίκες που γνωρίζει και µε τις οποίες σχετίζεται είναι τόσο πολύ, µα τόσο πολύ, γυναίκες: η Μπάχµαν, όπως και η Σύλβια Πλαθ, έγιναν φεµινιστικά πρότυπα· θεωρήθηκαν θύµατα ανδρών που ζούσαν «τη ζωή τους ως άνδρες», που διέπρατταν «διανοητικές δολοφονίες»· όσο για τη Χάννα –ηρωίδα στο HomoFaber– αν και αναµφισβήτητα χειραφετηµένη, εγκαταλείπει τον Βάλτερ όταν εκείνος αναφέρεται στο παιδί τους ως παιδί «της»· όταν του ανακοινώνει πως είναι έγκυος, ο Βάλτερ κάνει το λάθος να της πει: το παιδί «σου», πράγµα όχι εντελώς παράλογο εφόσον η Χάννα, ως γυναίκα, θέλει το παιδί, ενώ εκείνος, ως άνδρας, δεν το θέλει.  

Οι φεµινίστριες κριτικοί της λογοτεχνίας –από την Έφα Κοχ- Κλένσκε µέχρι τη Σάρα Λένοξ[14]– βλέπουν στο έργο της Μπάχµαν µια «κρυµµένη γυναίκα» (από τον τίτλο ενός δοκιµίου της), µια γυναίκα που θέλει να κατακτήσει τον κόσµο συντρίβοντας το φύλο της («∆εν είµαι γυναίκα» - γράφει - «είµαι λάθος της φύσεως».) Αντίθετα, ο Φρις «κατακτά» τον κόσµο συµφιλιωµένος µε την ανδρική του ταυτότητα: «η Λυν» γράφει, «δεν θα γνωρίσει ποτέ το ελάττωµά µου [...], τον ανδρικό µου σοβινισµό». Όπως ο Φίλιπ Ροθ, ο Μαξ Φρις είναι άνδρας που δεν κραυγάζουν τον ανδρισµό του (όπως συμβαίνει με τον Νόρµαν Μέιλερ, τον Χένρυ Μίλλερ, τον Χέµινγουέι), αλλά τον αποδέχονται σαν κάτι µοιραίο κι όχι λιγότερο εύθραυστο.

* Η ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ είναι συγγραφέας και ιστορικός.


[1] Μια εκδοχή αυτού του κειμένου δημοσιεύτηκε ως επίμετρο στην ελληνική έκδοση του “Μόντοκ” με το ψευδώνυμο Ιωάννης Ν. Αρβανίτης.
[2] “Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ”, εκδ. Μελάνι, 2005
[3] Ποιήματά της Bachmann έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη και Οδός Πανός.
[4] Franzobel, LunaPark, Zsolnay, 2003.
[5] Στο “Sprachspeicher” είναι συγκεντρωμένα 200 ποιήματα στη γερμανική γλώσσα (Κολωνία, 2001)
[6] Ingeborg Bachmann, Bilder aus ihrem Leben, Piper, München/Zürich
[7] “Ας με λένε Γκάντενμπαϊν”, μετ. Μαρία Τοπάλη, Μελάνι, 2007.
[8] Μετ. Ιάκωβος Κοπερτί, εκδ. Κανάκη, 1989.
[9]Sigrid Weigel, IngeborgBachmann: HinterlassenschaftunterWahrungdesBriefgeheimnisses, Zsolnay, 1999
[10] Εκπόνησε τη διατριβή της για την κριτική πρόσληψη του Heidegger με καθηγητή τον Victor Kraft.
[11] Alopf Opel, 'Wo mir das Lachen zurückgekommen ist'. Auf Reisen mit Ingeborg Bachmann, Langen, Mülle, 2001.
[12] Μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 1992.
[13] Μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 1992.
[14] Sara Lennox, Cemetery of the Murdered Daughters: Feminism, History, And Ingeborg Bachmann, University of Massachussetts, 2006
alt
 
 
 
 
 
 
 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η καταγωγή της οικογένειας

Η καταγωγή της οικογένειας

Για την πραγματεία του Φρίντριχ 'Ενγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» (Στο φως των ερευνών του Λ. Χ. Μόργκαν) (εκδ.  Σύγχρονη Εποχή)

Της Σώτης Τρια...

Με τον Σπινόζα, σε αναζήτηση της ευτυχίας

Με τον Σπινόζα, σε αναζήτηση της ευτυχίας

Της Σώτης Τριανταφύλλου

Σ' αυτό το βιβλίο, ο Βalthasar Thomass αναλύει τη σκέψη του Σπινόζα γύρω από τα ζητήματα της καλής ζωής, τους όρους της γνώσης, τον προσδιορισμό της αλήθειας, της ηθικής, καθώς και της πολιτικής και αισ...

Η συνωμοσιολογία ως τρόπος σκέψης

Η συνωμοσιολογία ως τρόπος σκέψης

Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Pierre-André Taguieff Θεωρίες συνωμοσίας (μτφρ. Αναστασία Καραστάθη, εκδ. Πόλις).

Της Σώτης Τριανταφύλλου

Ο Pie...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Σχολείο χωρίς τέχνη δεν είναι σχολείο

Σχολείο χωρίς τέχνη δεν είναι σχολείο

Την εβδομάδα 25-31 Μαΐου 2020 γιορτάστηκε η Παγκόσμια Εβδομάδα Τεχνών στην Εκπαίδευση, μια πρωτοβουλία της Unesco και του World Alliance for Arts Education. Στο διαφημιστικό βίντεο Why Arts Education matters έγραφε χαρακτηριστικά: We all have an artistic soul. Ώστε, λοιπόν, «όλοι έχουμε μια κα...

Marilynne Robinson: «Στο σπίτι»

Marilynne Robinson: «Στο σπίτι»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Marilynne Robinson «Στο σπίτι» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά), που κυκλοφορεί στις 24 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Γκλόρι πήρε τον Τζακ επάνω στο δωμάτιο που είχε ετοιμά...

Αυτό που κάνει η Μαρία Λαϊνά με τις λέξεις

Αυτό που κάνει η Μαρία Λαϊνά με τις λέξεις

Οι λέξεις δεν είναι πράγματα, αλλά κάνουν πράγματα. Τι μπέρδεμα... Αλλά και πάλι, πώς μπορεί κανείς να είναι σίγουρος; Σκέψεις και ερωτήματα με αφορμή το αφήγημα της Μαρίας Λαϊνά «Τι όμορφη που είναι η ζωή» (εκδ. Πατάκη)

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Marilynne Robinson: «Στο σπίτι»

Marilynne Robinson: «Στο σπίτι»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Marilynne Robinson «Στο σπίτι» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά), που κυκλοφορεί στις 24 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Γκλόρι πήρε τον Τζακ επάνω στο δωμάτιο που είχε ετοιμά...

Βάσια Τζανακάρη: «Αδελφικό»

Βάσια Τζανακάρη: «Αδελφικό»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Βάσιας Τζανακάρη «Αδελφικό», που κυκλοφορεί στις 24 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΜΑΡΩ

Το μωρό γκρίνιαζε σε όλη τη διαδρομή. Τόσο που το μι...

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Emmanuel Levinas «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη, το οποίο κυκλοφορεί το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Εννέα συγγραφείς, εννέα αγαπημένα βιβλία

Εννέα συγγραφείς, εννέα αγαπημένα βιβλία

Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Δήμητρα Λουκά, Μάκης Μαλαφέκας, Βαγγέλης Μπέκας, Ιωάννα Ντούμπρου, Κατερίνα Παπαντωνίου, Γιώργος Παυλόπουλος, Γιώργος Πετράκης, Βάσια Τζανακάρη. Εννέα νέοι συγγραφείς μοιράζονται μαζί μας σκέψεις τους για ένα βιβλίο που διάβασαν τον Αύγουστο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός ...

Τα καλύτερα μυθιστορήματα της δεκαετίας στην αγγλόφωνη πεζογραφία

Τα καλύτερα μυθιστορήματα της δεκαετίας στην αγγλόφωνη πεζογραφία

Αυτά είναι τα είκοσι (20) καλύτερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν και εκδόθηκαν στα αγγλικά την τελευταία δεκαετία (2010-2019), σύμφωνα με τη συντακτική ομάδα του έγκριτου αμερικανικού ιστότοπου για τα βιβλία και τον πολιτισμό Literary Hub. 

Επιμέλεια: Book Press

...
13 μυθιστορήματα τρόμου και φαντασίας για γερά νεύρα

13 μυθιστορήματα τρόμου και φαντασίας για γερά νεύρα

Μυθιστορήματα που δοκιμάζουν τη φαντασία μας, που δεν μπορούμε να τα αφήσουμε από τα χέρια μας, που μας κάνουν να ξενυχτάμε από την αγωνία ή να καθυστερούμε λίγο ακόμη την επόμενη βουτιά.

Του Λεωνίδα Καλούση

Ενώ είναι αλήθεια ότι πολλά από τα μυθι...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

11 Σεπτεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Εννέα συγγραφείς, εννέα αγαπημένα βιβλία

Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Δήμητρα Λουκά, Μάκης Μαλαφέκας, Βαγγέλης Μπέκας, Ιωάννα Ντούμπρου, Κατερίνα Παπαντωνίου, Γιώργος Παυλόπουλος, Γιώργος Πετράκης, Βάσια Τζανακάρη. Εν

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ