
Σε συνέντευξή της στο Cosmopolitan, η Κοκό Μέλορς (Coco Mellors) μίλησε για το μυθιστόρημά της «Οι αδερφές Μπλου» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη, εκδ. Μεταίχμιο).
Επιμέλεια: Book Press
Τέσσερις ηρωίδες βρίσκονται στο επίκεντρο του μυθιστορήματος της Κοκό Μέλορς Οι αδερφές Μπλου: η μία από αυτές, παρότι νεκρή, επηρεάζει με την απουσία της τις υπόλοιπες τρεις, βυθίζοντάς τες περαιτέρω στη θλίψη.
Η Έιβερι, η Μπόνι και η Λάκι: κάθε μια έχει τον δικό της εθισμό, το δικό της τρωτό σημείο, που μοιάζει περισσότερο εκτεθειμένο μετά από τον χαμό της Νίκι. Μια ευκαιρία για κάθαρση θα παρουσιαστεί, όμως, όταν η μητέρα τους θα τους ζητήσει να αδειάσουν το πατρικό τους, προκειμένου να πουληθεί.
«Συχνά επικεντρωνόμαστε στους γονείς όταν συλλογιζόμαστε γιατί είμαστε όπως είμαστε, αλλά ειλικρινά πιστεύω πως τα αδέρφια μας παίζουν μεγάλο ρόλο» είπε στο Cosmopolitan η Κοκό Μέλορς, η νεότερη από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειάς της. Σκαρφίστηκε την κεντρική ιδέα του μυθιστορήματός της σε ένα διάλειμμα από τη δουλειά της, συζητώντας με μια συνάδελφό της, που ισχυρίστηκε: «Αν δεν έχεις γνωρίσει τις αδερφές μου, δεν έχεις γνωρίσει ούτε εμένα».
Όπως αναφέραμε πρωτύτερα, στο βιβλίο πρωταγωνιστούν στην πραγματικότητα τέσσερις ηρωίδες και όχι τρεις – παρότι απούσα, η ζωή και η προσωπικότητα της Νίκι στοιχειώνουν το μυθιστόρημα. «Ήθελα η απουσία της να είναι μια παρουσία» δήλωσε η Μέλορς, για το μέλος της οικογένειας Μπλου που στις πρώτες σελίδες έχει ήδη πεθάνει από ενδομητρίωση. Πώς εξηγείται η επιλογή της συγκεκριμένης νόσου;
«Είναι απλώς μια απόδειξη του πόσο επικεντρώνεται στους άντρες ο σημερινός ιατρικός κλάδος και πόσο πολλά αναμένεται να υπομείνουν σωματικά οι γυναίκες. Πρόκειται για μια μοναχική ασθένεια (…) Όπως κάνω πάντα στη μυθοπλασία μου, ανεβάζω τον ρυθμό όσο περισσότερο μπορώ. Παίρνω ένα θέμα που αφορά στους πάντες και το αναπτύσσω σε μια ακραία, έντονη πραγματικότητα».
Η Μέλορς προσπαθεί να γράφει όσο πιο πειστικά γίνεται: καθώς μία από τις αδερφές Μπλου είναι πρώην μποξέρ, η συγγραφέας έκανε μαθήματα μποξ για ενάμιση χρόνο για να μπορέσει να περιγράψει με αληθοφανή τρόπο τις εμπειρίες της ηρωίδας της.
«Όταν συναισθάνομαι τους χαρακτήρες μου, δρω σαν ηθοποιός. Βυθίζομαι μέσα τους, νιώθω τα συναισθήματά τους και προσπαθώ να βρω τρόπους να τα περιγράψω. Όταν έγραψα το βιβλίο, δεν είχα πολλές εμπειρίες πένθους, επειδή ήμουν πολύ τυχερή και στην πραγματικότητα δεν είχα χάσει ποτέ κανέναν πολύ κοντινό μου άνθρωπο. Οι παππούδες μου είχαν πεθάνει και φυσικά αυτό ήταν πολύ λυπηρό, αλλά είχε να κάνει με τη φυσική τάξη των πραγμάτων, το πώς ο θάνατος διαδέχεται τη ζωή. Υπάρχουν πάντα κι οι περιπτώσεις θανάτου που είναι αντίθετες προς τη φυσική τάξη. Το πιο ακραίο και κατά τη γνώμη μου, το πιο καταστροφικό, είναι να είσαι παιδί ή μωρό. Δεν θα έπρεπε να κυλήσουν τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο.
»Αφού πούλησα τις Αδερφές Μπλου, έφτιαξα ακόμα δύο προσχέδια με τους εκδότες μου και εκείνη την εποχή έμεινα έγκυος, κάτι που ήθελα πολύ και για το οποίο προσπαθούσα για πολύ καιρό. Μετά απέβαλα και ήμουν συντετριμμένη. (…) Υπήρχε κάτι στο σοκ και στην απογοήτευση της αποβολής και στην αίσθηση πως ήμουν διαφορετική, αλλά πως θα έπρεπε να συνεχίσω να ζω την ίδια ζωή με πριν, που νομίζω πως πέρασε στο βιβλίο».























