
Με αφορμή τη συμμετοχή της στο 11ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών - 11ο Athens World Poetry Festival, η Σουηδο-Ιρανή ποιήτρια Ατένα Φαρροκχσάντ [Athena Farrokhzad] μίλησε για τη λογοτεχνία, τη σύγχρονη ταξική πάλη, τη σημασία και το βάρος του να σηκώνει κανείς την κληρονομιά της οικογένειας, το μητρικό ένστικτο, την επανάσταση, τη μετανάστευση, τον θρήνο και τα γαϊδουράκια. Μετάφραση συνέντευξης: Νικόλας Κουτσοδόντης. © εικόνας: Märta Thisner
Συνέντευξη στη Μάρια Ντεγιάνοβιτς
Το 11ο Athens World Poetry Festival, που θα πραγματοποιηθεί από τις 29 Σεπτεμβρίου έως τις 2 Οκτωβρίου 2025, φιλοξενεί ένα πλούσιο πρόγραμμα, με Έλληνες και διεθνείς ποιητές και ποιήτριες.
Η Σουηδο-Ιρανή ποιήτρια Ατένα Φαρροκχσάντ θα διαβάσει τα ποιήματά της στην έναρξη του Φεστιβάλ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου και ώρα 19:00.

Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, η ποιήτρια θα παρουσιάσει επίσης το βιβλίο της Η χρονιά του γαϊδάρου (μτφ. Αντώνης Μπογαδάκης, εκδ. Θράκα). Η εκδήλωση θα γίνει την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου και ώρα 20:00 στο βιβλιοπωλείο Κομπραί (Διδότου 34, Εξάρχεια).

Με αφορμή την άφιξή της, δημοσιεύουμε μια εκτενή συνέντευξή της στην ποιήτρια Μάρια Ντεγιάνοβιτς, σε μετάφραση του Νικόλα Κουτσοδόντη.
Στο βιβλίο σου Λευκό σε λευκό, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην ανανέωση της σύγχρονης σουηδικής ποίησης και σε κατέστησε παγκόσμιο ποιητικό φαινόμενο, πρόσφερες στους αναγνώστες σου μια αποδομημένη οικογενειακή σάγκα, σε συνδυασμό με εικόνες της μεταναστευτικής εμπειρίας. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε από την οπτική γωνία μιας κόρης. Το 2022, εκδόθηκε στη Σουηδία το πιο πρόσφατο ποιητικό σου βιβλίο, Η χρονιά του γαϊδάρου, κι έπειτα, το 2025, κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τον εκδοτικό οίκο Θράκα. Και αυτό το βιβλίο ασχολείται με την οικογένεια, την πολιτική και την κοινωνία, αλλά είναι γραμμένο από την οπτική γωνία μιας μητέρας. Τι προσφέρει αυτή η αλλαγή οπτικής γωνίας;
Όπως και πολλοί άλλοι ποιητές, αναζητώ διαρκώς μια ποιητική φόρμα που να επιτρέπει σε μια πληθώρα φωνών να ακουστούν. Το να δημιουργώ πολυφωνικά έργα είναι ζωτικό στοιχείο της αντίληψής μου για τον τρόπο που η πραγματικότητα απεικονίζεται με ακρίβεια. Στο Λευκό σε λευκό, υπάρχει εκείνη η εικόνα των μελών της οικογένειας να κάθονται γύρω από το τραπέζι της κουζίνας και να διαπληκτίζονται σχετικά με το πώς θα γράψουν για τις κοινές τους εμπειρίες της επανάστασης, του πολέμου, της μετανάστευσης, του ρατσισμού κτλ, διαφωνώντας διαρκώς, κάνοντας παρεμβάσεις, διορθώνοντας ο ένας τον άλλο...
Τα αισθήματα που ένιωθε για το αρχέτυπο της μητέρας έχουν σαφώς πια αλλάξει, τώρα που και η ίδια έχει γίνει μάνα.
Σε αυτό το βιβλίο, υπάρχει μια σιωπηλή φιγούρα που σχεδόν ποτέ δεν μιλάει, η κόρη, αυτή που αφηγείται και λέει πως: «Η μητέρα μου είπε, ο αδελφός μου είπε, ο θείος μου είπε» κ.λπ. Είναι αξιόπιστη; Βάζει λόγια στο στόμα τους; Κατά κάποιον τρόπο, είναι η σιωπηλή πρωταγωνίστρια και το καθήκον της είναι να διαχειριστεί την κληρονομιά που έφτασε ως εκείνη, να βάλει σε μια σειρά τα βαρη που της αναλογούν, να βρει έναν τρόπο να τα κουβαλήσει. Στο Donkey days (όπως θα λέγεται η συλλογή στα αγγλικά), η κόρη έχει γίνει πια μητέρα. Έτσι, τώρα είναι δικός της ο ρόλος να παραδώσει αυτή την κληρονομιά. Τι χρειάζεται και τι επιθυμεί να μεταδώσει στα παιδιά της από όσα της έχουν μεταδοθεί; Μπορεί πραγματικά να περιμένει από ένα παιδί να κουβαλήσει αυτό το βάρος; Τα αισθήματα που ένιωθε για το αρχέτυπο της μητέρας έχουν σαφώς πια αλλάξει, τώρα που και η ίδια έχει γίνει μάνα.
Στο Λευκό σε λευκό χρησιμοποίησες ένα κολάζ με αποσπάσματα λόγων των μελών της οικογένειας, που μιλούσαν δια μέσου του ποιητικού υποκειμένου, αντικαθιστώντας το κατά κάποιον τρόπο. Στο Η χρονιά του γαϊδάρου επέλεξες το ποιητικό υποκείμενο να μιλά αυτή τη φορά για τον γάιδαρο. Πώς αντιλαμβάνεσαι την ποιητική γλώσσα; Είναι καταρχάς δυνατόν να τη χρησιμοποιήσουμε για να καταστήσουμε ως υποκείμενό της τον εαυτό μας ή μήπως τελικά αναπόφευκτα γινόμαστε το αντικείμενο (του λόγου), με αποτέλεσμα να μας παραμορφώνει, να μας κατακερματίζει και να μας σμικραίνει; Τι είδους δύναμη δίνει ή στερεί από έναν συγγραφέα;
Στη Σουηδία, είμαι ευρέως γνωστή για τον σκεπτικισμό μου σχετικά με τη μυθοπλασία, με την έννοια ότι στέκομαι αρκετά κριτικά απέναντι στην πρωτοκαθεδρία του μυθιστορήματος, το οποίο αποτελεί μια παρένθεση στην ιστορία της λογοτεχνίας. Αυτό που εννοώ είναι πως πιστεύω ότι η δημιουργία φανταστικών κόσμων, με εναλλακτικές πραγματικότητες, συγκρούσεις χαρακτήρων κ.λπ., μπορεί να είναι κάτι το υπέροχο και απαραίτητο, αλλά απαιτεί επίσης τεράστια προσπάθεια. τόσο από μεριάς του συγγραφέα όσο και από τον αναγνώστη. Και ειλικρινά, πολλές φορές, αυτή η επίπονα δημιουργημένη μυθοπλασία δεν χρησιμοποιείται για να μας δείξει κάτι που τελικά να αξίζει τον κόπο.
Για εμένα, δεν υπάρχει πραγματικά καμία ανάγκη να φτάνουμε σε τέτοια άκρα, όπως με τη δημιουργία εναλλακτικών κόσμων, αφού η αφήγηση από μόνη της είναι αυτομάτως πάντα μυθοπλασία. Το να αφηγείσαι σημαίνει να ρυθμίζεις την απόσταση μεταξύ δύο καταστάσεων: της στιγμής που βιώνεις κάτι στον υλικό κόσμο και της στιγμής που εσύ, ως αναγνώστης ή συγγραφέας, το βιώνεις (ξανά ή για πρώτη φορά) μέσω της γλώσσας, η οποία είναι φυσικά και αυτή υλική. Είμαι εμμονική με αυτή την απόσταση: από πού αρχίζουμε όταν μιλάμε για όσα έχουμε ζήσει; Γιατί αρχίζουμε από εκεί; Τι δυνατότητες μας προσφέρει αυτός ο τόπος, σε αντίθεση με έναν άλλο τόπο; Για εμένα, αυτό είναι αρκετά μυθοπλαστικό, αρκετά δραματικό από μόνο του. Τι συμβαίνει αν εισάγουμε κάτι απροσδόκητο στη μετάβαση από τη ζωή στη γλώσσα, όπως έναν γάιδαρο; Τι δυνατότητες μας παρέχει αυτό;
Για να επιστρέψω στην ερώτησή σου, νομίζω ότι ακόμη και η παρόρμηση της αφήγησης δημιουργεί μέσα από εμάς αντικείμενα, από το παρελθόν μας, το μέλλον μας, τις πληγές και τις επιθυμίες μας. Αναπόφευκτα παραμορφώνει, κατακερματίζει και σμικραίνει, όπως λες. Και ακριβώς σε αυτό έγκειται η ομορφιά και η βία της γραφής σε όλη της την πολυπλοκότητα. Νομίζω ότι ολόκληρη η ιστορία της λογοτεχνίας λαμβάνει χώρα μέσα στη χαρά και την απογοήτευση που πηγάζουν από τη γνώση πως από αυτή την κατάσταση δεν υπάρχει διαφυγή.
Στο Η χρονιά του γαϊδάρου κεντρικό μοτίβο είναι... ο γάιδαρος. Στο βιβλίο, εξερευνάται η εννοιολόγησή του ως αντικειμένου εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης. Μπορείς να μας πεις περισσότερα για την επιλογή του συγκεκριμένου μοτίβου;
Μια ημέρα, όπως περιγράφει το πρώτο ποίημα του βιβλίου, βρήκα ένα σκονισμένο πορσελάνινο γαϊδουράκι σε ένα κατάστημα μεταχειρισμένων ειδών και ένιωσα ότι έπρεπε να το πάρω μαζί μου στο σπίτι. Αυτό ξύπνησε μέσα μου ένα ισχυρό μητρικό ένστικτο που με εξέπληξε. Και από εκείνη την ημέρα, έγινα εντελώς εμμονική με τα γαϊδουράκια. Στην αρχή, νόμιζα ότι ήμουν η πρώτη ποιήτρια που έγραψε ένα βιβλίο για αυτά. Αλλά σύντομα συνειδητοποίησα ότι το γαϊδουράκι είναι πραγματικά το πιο συχνά απεικονιζόμενο ζώο σε όλη την ιστορία της λογοτεχνίας. Από τους μύθους του Αισώπου, μέχρι τη Βίβλο και το Κοράνι, τον Δον Κιχώτη και τον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, το γαϊδουράκι είναι ο σταθερός σύντροφος του ανθρώπου.
Το γαϊδουράκι φέρει πάνω του όχι μονάχα τα ανθρώπινα σώματα, αλλά και τις ανθρώπινες επιθυμίες.
Όποτε η ανθρωπότητα βρίσκεται σε σημείο καμπής, πάντα υπάρχει ένα γαϊδουράκι στο φόντο. Και λόγω του πόσο κοντά μας βρίσκεται, το γαϊδουράκι είναι το τέλειο έδαφος για τις προβολές μας. Μέσα από τον γάιδαρο, μπορούμε να κατανοήσουμε το πώς δομούνται οι ζωές μας στις κοινωνίες μας, μα και τις επιθυμίες μας και τα όσα θέλουμε να απορρίψουμε. Το γαϊδουράκι φέρει πάνω του όχι μονάχα τα ανθρώπινα σώματα, αλλά και τις ανθρώπινες επιθυμίες.
Ο γάιδαρος παρουσιάζεται ως το πιο καταπιεσμένο από όλα τα ζώα, ένα ον προορισμένο να χρησιμοποιηθεί και να το εκμεταλλευτούν, το οποίο δέχεται ταπεινώσεις, αντί να το ευχαριστούμε. Πιο συχνά το μαστιγώνουν παρά το ανταμείβουν με καρότο, και το όνομά του το πετάνε ως προσβολή στους άλλους. Όπως αξιοποιείς το εν λόγω μοτίβο του γαϊδάρου, φαίνεται πως μιλάς για την ανισορροπία εξουσιών, την αδικία, την εκμετάλλευση, την έλλειψη αλληλεγγύης ως τη γενική συνθήκη που επικρατεί στο σήμερα – όχι μονάχα στο παρόν οικονομικό σύστημα που ζούμε ή στις κοινωνίες που δημιουργούμε, αλλά ενδεχομένως και στον κόσμο ευρύτερα. Ποιος είναι ο γάιδαρος του σήμερα; Ποια είναι τα καρότα και ποια τα μαστίγια;
Στο βιβλίο μου, ο γάιδαρος είναι το προλεταριάτο του ζωικού κόσμου, σε άμεση αναλογία με την εργατική τάξη. Κηρύσσεται ανόητος για να καταστεί εκμεταλλεύσιμος. Κατά κάποιον τρόπο, όλοι όσοι τελούμε σε καθεστώς αναγκαστικής μισθωτής απασχόλησης (δηλαδή σχεδόν όλοι) είμαστε σήμερα γάιδαροι. Μας ζητούν να είμαστε στο τρέξιμο ασταμάτητα, για να ανταμειφθούμε στο τέλος της ημέρας με ένα καρότο, το οποίο για τους περισσότερους από εμάς είναι άπιαστο όνειρο.
Έτσι, το μαστίγιο βρίσκεται εντός μας, αλλά διαθέτει και υλική υπόσταση.
Στην καλύτερη περίπτωση, η ανταμοιβή που λαμβάνουμε φτάνει μονάχα για να μας διατηρήσει εντός ενός παιχνιδιού σχεδιασμένου να διευκολύνει τον πλουτισμό κάποιου άλλου. Το κίνητρο για να τρέχουμε είναι η συνείδηση του γεγονότος πως αν δεν συνεχίσουμε, μπορεί να πέσουμε και αν συμβεί αυτό, κανείς δεν θα μας σηκώσει από κάτω, αφού όλοι οι άλλοι είναι απασχολημένοι, προσπαθώντας να διατηρηθούν στην ίδια πορεία. Έτσι, το μαστίγιο βρίσκεται εντός μας, αλλά διαθέτει και υλική υπόσταση. Μερικοί από εμάς κυριολεκτικά τις τρώνε για να δείξουν στους άλλους γαϊδάρους τι συμβαίνει, άλλοι απλώς υφίστανται την απειλή. Και φυσικα, ολόκληρη η ισχύς του μαστιγίου προέρχεται από την αδυναμία των γαϊδάρων να οργανωθούν, να πουν: «Δεν θέλουμε τα αηδιαστικά σας καρότα».
![]() |
|
© εικόνας: Märta Thisner |
Τα θέματα των έργων σου ήταν η μνήμη, η γενεαλογία της οικογένειας και η αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια οικογένεια που έχουμε την ικανότητα να τη διατηρούμε ενόσω βιώνουμε μια μετατόπιση χωρική. Σε αυτό το βιβλίο, μιλάς για τον θρήνο και τον θάνατο. Οι χαρακτήρες των αδερφών πεθαίνουν και το ποιητικό υποκείμενο τους θρηνεί. Θα μπορούσαμε να πούμε οτι η διαδικασία του πένθους είναι διαφορετική για τους ανθρώπους με μεταναστευτικό υπόβαθρο; Πώς σχετίζεται αυτό με τη γλώσσα;
Ξέρεις, για πολύ καιρό, νόμιζα ότι έγραφα για τα γαϊδούρια μόνο και μόνο επειδή χρειαζόμουν μια φιγούρα μέσω της οποίας θα μπορούσα να κατανοήσω τη σύγχρονη ταξική πάλη. Μα όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία της γραφής, συνειδητοποίησα πως είχα ανάγκη να γράψω για τα γαϊδούρια επειδή επιθυμούσα να γράψω για τον θρήνο. Ο θρήνος είναι κατά κάποιον τρόπο το απόλυτο φορτίο, το βάρος που -όταν χάσεις κάποιον που αγαπάς και αυτό διογκωθεί μέσα σου- θα συνεχίσεις να το κουβαλάς μέχρι και τον δικό σου θάνατο. Κι έπειτα, κάποιος άλλος θα πρέπει να το σηκώσει και να το κουβαλήσει για σένα.
Εντός του πλαισίου της μετανάστευσης και της διασποράς, ο θρήνος είναι κάτι ακόμα πιο δύσκολο. Είναι πιθανό να έχεις απομακρυνθεί πια από τα τελετουργικά και κοινοτικά αυτά στοιχεία που είναι απαραίτητα για να είναι δυνατό κανείς να κουβαλήσει πιο εύκολα τον θρήνο του. Μπορεί και να μην έχεις καν πρόσβαση σε έναν τάφο που θα μπορούσες να αφήσεις τα λουλούδια σου. Διάβασα ένα εγχειρίδιο για το πώς να φροντίζεις γαϊδούρια, το οποίο τόνιζε πως αν ένα γαϊδούρι πεθάνει, πρέπει να αφήσεις τα άλλα γαϊδούρια στο κοπάδι να έρθουν και να αποχαιρετήσουν το πτώμα πριν το απομακρύνεις, αλλιώς θα πέσουν σε κατάθλιψη. Ακόμα και τα γαϊδούρια χρειάζονται τελετουργικά για να επιβιώσουν από τον θρήνο.
Ο Αμερικανο-Παλαιστίνιος ποιητής Fady Joudah (τον οποίο έχω μεταφράσει στα σουηδικά) λέει: «Για να συμβεί γενοκτονία, πρέπει πρώτα να προετοιμάσεις ανθρώπους για τη σφαγή τους». Και η αποανθρωποποίηση των ανθρώπων γίνεται πάντα μέσω της γλώσσας.
Καταπιάνεσαι με μια σειρά από ιδιαιτέρως σύνθετα ζητήματα. Τι μπορεί να κάνει η ποίηση για αυτά; Είναι δουλειά του ποιητή να διορθώνει τις αδικίες του κόσμου; Θεωρείς ότι είναι υποχρέωσή μας να μιλάμε για αυτές ή το βλέπεις περισσότερο σαν μια προσωπική επιλογή;
Όλοι όσοι εργάζονται είναι υπεύθυνοι για το υλικό που χειρίζονται. Μια νοσοκόμα έχει ευθύνη για τα σώματα, ένας κατασκευαστής αυτοκινήτων για τα αυτοκίνητα. Οι συγγραφείς εργάζονται με τη γλώσσα. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου καθημερινά συμβαίνουν αδιανόητες φρικαλεότητες, που δεν είναι οι εξαιρέσεις μα ο κανόνας, και οι οποίες είναι απότοκα συστημάτων που έχουν διαμορφωθεί από τον άνθρωπο.
Το τι μπορούν να υποστούν οι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο ρυθμίζεται μέσω του λόγου. Ο Αμερικανο-Παλαιστίνιος ποιητής Fady Joudah (τον οποίο έχω μεταφράσει στα σουηδικά) λέει: «Για να συμβεί γενοκτονία, πρέπει πρώτα να προετοιμάσεις ανθρώπους για τη σφαγή τους». Και η αποανθρωποποίηση των ανθρώπων γίνεται πάντα μέσω της γλώσσας. Νομίζω ότι αυτό λέει τα πάντα για τη σχέση μεταξύ της συγγραφής ποίησης και του κόσμου.
Ποια δύναμη θα μπορέσει να ελευθερώσει το γάιδαρο, την ώρα που αυτός δέχεται σιωπηλά το φορτίο του; Έχει η γλώσσα, και ειδικά η ποιητική γλώσσα, ακόμα τη δύναμη να μετασχηματίζει τις κοινωνίες;
Η απλή απάντηση -που διαχρονικά παραμένει αληθινή- είναι φυσικά: η επανάσταση. Όχι ως μεταφορά, αλλά ως η πολύ συγκεκριμένη πράξη της κατάληψης των μέσων παραγωγής. Η εξέγερση του παγκόσμιου προλεταριάτου. Αυτή είναι η μόνη δύναμη ικανή να μας απελευθερώσει ως ανθρωπότητα. Όλα τα άλλα είναι, λυπάμαι που το λέω, τελικά μια ψευδής συνείδηση. Μπορεί η ποίηση να συμβάλλει στη δημιουργία των συνθηκών για την επανάσταση, προσφέροντάς μας ψυχαγωγία ώστε να επιβιώσουμε σε αυτή τη δυστοπική κοινωνία, να μας παρακινεί, αλλά και να αποκαλύπτει τα ψέματα που φωλιάζουν εντός της γλώσσας και βοηθούν στη συντήρηση της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων; Ελπίζω πως ναι, τουλάχιστον όσο πρέπει για να αξίζει τον κόπο.
Εκτός από ποιήτρια, είσαι επίσης θεατρική συγγραφέας, μεταφράστρια και κριτικός λογοτεχνίας. Πρόσφατα εξέδωσες ένα βιβλίο με θεατρικά έργα που συνομιλούν με τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Τι μπορούν να μας διδάξουν τα αρχαία κείμενα για το σήμερα;
Ναι, το βιβλίο Οι τραγωδίες μόλις κυκλοφόρησε στη Σουηδία. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αποτελεί τη συνέχεια των έργων «Μήδεια» του Ευριπίδη, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και «Πέρσες» του Αισχύλου, όπου οι ήρωες βρίσκονται στο σημείο όπου τελείωσε το αρχικό έργο. Είναι ένα βιβλίο που θέτει τα εξής ερωτήματα: Ποια αληθινή τραγωδία ξεκινά από εκεί που έχει τελειώσει; Ποιος είναι ταραγμένος από μια καταστροφή και ταυτόχρονα την επιθυμεί; Ποιο είναι το τίμημα της ελευθερίας;
Πιστεύω ότι τα αρχαία κείμενα εξακολουθούν να έχουν εξαιρετική εγκυρότητα όταν τα χρησιμοποιήσουμε για να κατανοήσουμε τις συνθήκες ζωής μέσα στις κοινωνίες του σήμερα.
Πάνω απ' όλα, το βιβλίο διερευνά το απίθανο και το αναγκαίο του να υπερβαίνει κανείς το σενάριο που του έχει δοθεί. Να βγαίνει ή να αναγκάζεται να βγει από τον ρόλο του και να εφευρίσκει έναν νέο, προκειμένου να μιλήσει για την ιστορία και να προκαλέσει την αλλαγή της. Πιστεύω ότι τα αρχαία κείμενα εξακολουθούν να έχουν εξαιρετική εγκυρότητα όταν τα χρησιμοποιήσουμε για να κατανοήσουμε τις συνθήκες ζωής μέσα στις κοινωνίες του σήμερα. Κατ’ αναλογία με το καρότο και το μαστίγιο, ίσως εξακολουθούμε να είμαστε ηθοποιοί στο έργο κάποιου άλλου, ακόμα και αν οι θεοί δεν είναι οι ίδιοι. Εξακολουθούμε να είμαστε προορισμένοι να ζήσουμε προκαθορισμένες ζωές πάνω στις οποίες δεν έχουμε και ιδιαίτερο έλεγχο, ανεξάρτητα από το πόσο ελεύθερους θεωρούμε τους εαυτούς μας.
Συμμετέχεις φέτος στο 12ο Athens World Poetry Festival. Τι είναι αυτό που προσμένεις πιο πολύ;
Τη συντροφιά των ποιητών και των αναγνωστών, το να με αιφνιδιάσει μια όμορφη φράση, τον αθηναϊκό ήλιο, τον παλμό της αντίστασης, τη γεύση των καρπουζιών.
Πες μας κάτι που δεν το γνωρίζουμε.
Αυτό θα ήταν τόσο αλαζονικό, σαν να προσπαθούσα να ξεστομίσω κάτι καινούριο μέσα σε ένα μαντείο. Γνωρίζεις ήδη όλα όσα αξίζει να γνωρίζεις, χρυσό μου.
*Η MARIJA DEJANOVIC είναι ποιήτρια, κριτικός και εκδότρια.
Δυο λόγια για την ποιήτρια
Η Ατένα Φαρροκχσάντ (Athena Farrokhzad) γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983. Πολύ σύντομα μετά τη γέννησή της, η οικογένειά της μετανάστευσε στη Σουηδία. Ζει και εργάζεται στη Στοκχόλμη. Είναι ποιήτρια, δραματουργός, μεταφράστρια και κριτικός λογοτεχνίας. Έχει εκδώσει πέντε βιβλία στις εκδόσεις Albert Bonniers, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες. Το 2013 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλογή, Λευκοσελευκό (Vitsvit), η οποία έχει μεταφραστεί και στα εληνικά.
Παράληλα, έχει μεταφράσει, μεταξύ άλων, έργα των Adrienne Rich, Audre Lorde, Marguerite Duras, Fady Joudah, Jacqueline Woodson και Natalie Diaz. Είναι υπεύθυνη του τμήματος λογοτεχνίας της Στέγης Πολιτισμού στο Δημοτικό Θέατρο της Στοκχόλμης, ενώ διδάσκει λογοτεχνία στο Linköping University. Στο υπό έκδοση έργο της Τραγωδίες (Tragedier) προσεγίζει από μια σύγχρονη σκοπιά τις θεματικές των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών «Πέρσαι» του Αισχύλου, «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και «Μήδεια» του Ευριπίδη. Εργογραφία: Vitsvit, Albert Bonniers, 2013 (Λευκοσελευκό, Αντίποδες, 2016). Trado, Albert Bonniers, 2016 (σε συνεργασία με τη Ρουμάνα ποιήτρια Σβετλάνα Κάρστεαν). I rörelse, Albert Bonniers, 2019. Åsnans År, Albert Bonniers, 2022 (Η χρονιά του γαϊδάρου, Θράκα, 2025). Tragedier, Albert Bonniers, 2025.
























