
Ο Γιώργος Μπίλιος μας συστήθηκε πρόσφατα με το μυθιστόρημά του «Τοκ ζώου» (εκδ. Γραφή).
Επιμέλεια: Book Press
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;
Το καινούριο μάλλον είναι ότι δεν είμαι συγγραφέας. Εννοώ κατ’ επάγγελμα. Είμαι ένας άνθρωπος που ασχολείται με τις τέχνες (μουσικός, σεναριογράφος), που του προέκυψε μια ιδέα η οποία στην πορεία έγινε βιβλίο. Και η αλήθεια είναι ότι προσπαθώ να λειτουργώ αρκετά κάτω από το πρίσμα της πρωτότυπης ιδέας, το concept σε απλά ελληνικά, που το αφήνω να με οδηγήσει. Στην προκειμένη περίπτωση βγήκε σε βιβλίο. Προσπάθησα περισσότερο να αποτυπώσω όσο καλύτερα μπορώ την ιδέα και λιγότερο να γίνει στην κλασική φόρμα ενός βιβλίου.
Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτό;
Το βιβλίο αυτό δίνει ένα βήμα στα ζώα. Τους δίνει τον λόγο, αλλά και τον λόγο του ότι δεν θα τα λογοκρίνει. Εξού και Τοκ ζώου. Ακούμε δηλαδή τα ζώα να μας μιλούν για την εμπειρία τους με τους ανθρώπους. Και λέω «ακούμε» γιατί η δομή του είναι αρκετά «ζωντανή», θεατρική, είναι προζάτη, να μου επιτραπεί η έκφραση. Σε ένα υπερβατικό μπαρ μάς ανοίγουν την καρδιά τους, βγάζουν τα εσώψυχά τους και αποκαλύπτονται. Μέσα από μια ατμόσφαιρα που ακροβατεί ανάμεσα στο χιούμορ και στη θλίψη, το βιβλίο μιλά για την αδικία, την απώλεια, την εκμετάλλευση, την ανάγκη για ελευθερία και σεβασμό. Προβάλει βίαια έναν καθρέφτη στους ανθρώπους και τους αναγκάζει να κάνουν την αυτοκριτική που μέχρι πρότινος απέφευγαν. Και τους παίρνει η μπάλα για όλα όσα έχουν κάνει, όχι μόνο απέναντι στα ζώα.
Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι». (Ακολουθήσατε κάποια «μέθοδο»; Συμβουλευτήκατε κάποιον; Αυτοσχεδιάσατε; Πώς τα καταφέρατε να μην χαθείτε στον κόσμο των λέξεων;)
Αυτή την ιδέα την είχα εδώ και 10 χρόνια. Πέρασε από χιλιάδες κύματα μέχρι να οριστικοποιηθεί και να πάρει τη μορφή που κρατάτε στα χέρια σας. Πολλές φορές τα παράτησα γιατί δεν έβγαινε αυτό που ήθελα. Μετά έγινα πατέρας, οπότε για 2 χρόνια ήμουν καλλιτεχνικά ανενεργός. Όμως η καθημερινή μου σχέση με τον γιο μου και το βίωμα της πατρότητας έριξε φως στο τι ήθελα να κάνω, με μεγαλύτερη σαφήνεια. Έτσι, όταν αποφάσισα να ασχοληθώ επισταμένως με αυτό, ήθελα αρχικά να ακονίσω τη δημιουργική μου σκέψη. Και παρακολούθησα ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής στο Μικρό Πολυτεχνείο. Αυτό ήταν κομβικής σημασίας για μένα και για το βιβλίο. Και βέβαια η καθοδήγηση του σπουδαίου Φώτη Βλαστού.
Ανοίγεις ορίζοντες όταν έχεις επαφή με τις τέχνες, αφήνεις το μυαλό σου να περιπλανηθεί.
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.- τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;
Ναι, βέβαια. Δε γίνεται να είσαι καλλιτέχνης και να μην έχεις ανοιχτές κεραίες προς την έμπνευση. Για μένα η μουσική παίζει πολύ σημαντικό ρόλο ούτως ή άλλως (είμαι τραγουδιστής με δισκογραφία σε ελληνικό αλλά και σε αγγλικό στίχο), αλλά και ο κινηματογράφος επίσης. Ανοίγεις ορίζοντες όταν έχεις επαφή με τις τέχνες, αφήνεις το μυαλό σου να περιπλανηθεί. Οι τέχνες και η καθημερινή παρατήρηση είναι διαμορφωτικοί παράγοντες. Επίσης, η επαφή μου με τον κόσμο των παιδιών -το βιβλίο είναι ενηλίκων πάντως- μου έδωσε αρκετό υλικό που διαμόρφωσα με τον δικό μου «στρεβλό» τρόπο σκέψης.
Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;
Εγώ μάλλον θα θεωρήσω τον εαυτό μου τυχερό γιατί βρέθηκαν στον δρόμο μου οι εκδόσεις Γραφή και ο Δημήτρης Σαριγγαλάς, που πίστεψαν από την αρχή στο έργο. Εννοείται ότι ως πρωτοεμφανιζόμενος «συγγραφέας» έχεις μια αντικειμενική δυσκολία άμεσης πρόσβασης σε έναν χώρο που δεν γνωρίζεις πώς λειτουργεί. Όμως από την στιγμή που «δώσαμε τα χέρια» όλα κύλησαν εξαιρετικά ομαλά.
























