
Η Μαρία Μπλάνα με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Στη ρωγμή του τσιμέντου − Η πόλη με τον τρόπο του χαϊκού» (εκδ. Σμίλη), καταθέτει την ποιητική της φωνή καταγράφοντας εικόνες από τη σύγχρονη αστική καθημερινότητα, με χρήση της φόρμας των χαϊκού.
Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;
Είναι πράγματι ένα καλό ερώτημα το αν μπορεί κανείς να φέρει κάτι καινούργιο στην ποίηση σήμερα – κι είναι ακριβώς αυτό που περιμένει, ο αναγνώστης, από ένα νέο ποιητικό βιβλίο. Ίσως γι’ αυτό η ποίηση δεν είναι πια δημοφιλής. Προσωπικά πιστεύω πως θα ήταν ευεργετικό για την ποίηση κάτι το καινούργιο ως προς το περιεχόμενο. Οι παραδοσιακές φόρμες κατ’ εμέ παραμένουν ανεξάντλητες, εξού και επέλεξα Στη ρωγμή του τσιμέντου την παραδοσιακή ιαπωνική φόρμα του χαϊκού. Έχοντας δουλέψει πολύ με φόρμες που από κάποιους μπορεί να θεωρούνται ξεπερασμένες, έχοντας πειραματιστεί και με τον ελεύθερο στίχο, αντιλαμβάνομαι πως το ιδανικό για μένα είναι να γράφω δίνοντας μια νέα πνοή σε φόρμες γνώριμες, προσπαθώντας να τις φέρω στο σήμερα – αυτό είναι το «καινούργιο» που θα ‘θελα να προσδώσω στη γραφή, εν μέσω του εκδοτικού καταιγισμού της εποχής. Μάλιστα, ο παράτιτλος που σκόπευα αρχικά να δώσω στο βιβλίο ήταν «νέοι λογισμοί με τον τρόπο του χαϊκού». Συγκεκριμένα Στη ρωγμή του τσιμέντου, στόχος μου ήταν να βάλω τον αναγνώστη στη θέση του αφηγητή-περιηγητή, γιατί η συλλογή αυτή αποτελεί μιαν αφήγηση, ένα χρονικό περιπλάνησης στη σύγχρονη δυτική μεγαλούπολη – στην Αθήνα του σήμερα. Στα ενσταντανέ των δεκαεπτά συλλαβών προσπάθησα να αποτυπώσω το εφήμερο, το φευγαλέο που επαναλαμβάνεται μ’ έναν τρόπο άχρονο, κάποιες φορές ερήμην μας, δίπλα μας, δίχως να το προσέχουμε πολλές φορές, αφού είμαστε ένα κομμάτι του, μέσα στην καθημερινότητα του παλλόμενου αστικού περιβάλλοντος χώρου.
Με ποιους στίχους από τη Συλλογή σας θα την συστήνατε σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτήν;
το βήμα κάποιου
έμεινε χαραγμένο
στο οδόστρωμα
✦✧✦
μια πεταλούδα
στην εφημερίδα μου
επικαιρότης
✦✧✦
όλες οι φυλές
σε κυνήγι θησαυρού
πόλη, μπλοφάρεις;
Πώς κατανοείτε τον περίφημο στίχο του Γιώργου Σεφέρη «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»;
«...φυλάγουν τή μορφή τοῦ ἀνθρώπου / κι ὁ ἄνθρωπος ἔφυγε, δέν εἶναι ἐκεῖ». Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων οι στίχοι μας, τα λόγια κι η λαλιά μας, η ίδια η γλώσσα μας που αλλάζει μέρα με τη μέρα, απ’ άκρη σ’ άκρη της γης. Είναι παιδιά της καθημερινής τριβής, της χρήσης, της κατάχρησης, και όλων των επεμβάσεων που καταφέρνει σ’ αυτά ο άνθρωπος. Μαθαίνουμε να μιλάμε γιατί μας το μαθαίνουν κάποιοι – και πάντα, εκείνοι που μας το μαθαίνουν είναι εκείνοι που δεν ξεχνάμε ποτέ. Κι ύστερα, μαθαίνουμε να φτιάχνουμε δικές μας λέξεις, δικά μας νοήματα, που σίγουρα θα τα ‘χουν σκεφτεί και κάποιοι άλλοι που δεν γνωρίσαμε. Κι ύστερα μαθαίνουμε να γράφουμε από κάποιους άλλους, εξίσου σημαντικούς. Και πολλοί από εμάς ξεχνάμε να φτιάχνουμε δικές μας λέξεις και νοήματα – κι ίσως κάποτε κάποιοι μας το ξαναθυμήσουν. Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας γιατί δεν θα υπήρχαν καν αν δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι. «Σπέρνουνται γεννιοῦνται σάν τά βρέφη / ριζώνουν θρέφουνται μέ τό αἷμα». Κουβαλούν μέσα τους, σαν αλυσίδα, τον απόηχο και τα ίχνη της γλώσσας, της διαλέκτου, της ιδιολέκτου, της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στα ενσταντανέ των δεκαεπτά συλλαβών προσπάθησα να αποτυπώσω το εφήμερο, το φευγαλέο που επαναλαμβάνεται μ’ έναν τρόπο άχρονο, κάποιες φορές ερήμην μας, δίπλα μας, δίχως να το προσέχουμε πολλές φορές, αφού είμαστε ένα κομμάτι του, μέσα στην καθημερινότητα του παλλόμενου αστικού περιβάλλοντος χώρου.
Ελληνική ποίηση, μεταφρασμένη ποίηση. Ποιο είναι το δικό σας «αναγνωστικό ισοζύγιο»;
![]() |
![]() |
Ως μελετήτρια ειδικά της αγγλόφωνης κυρίως αλλά και της γαλλόφωνης ποίησης, μου αρέσει πολύ να διαβάζω ξένη ποίηση στο πρωτότυπο. Ως μεταφράστρια –που είναι και η βασική μου ιδιότητα– μου αρέσει επίσης να παρακολουθώ την εκδοτική παραγωγή μεταφρασμένης ποίησης για να μάθω, να συμπεράνω, να διαβάσω κριτικά αλλά και να απολαύσω ένα μεταφραστικό πόνημα (όταν με κάνει να ξεχνώ πως είναι μεταφραστικό). Η μετάφραση είναι κατ’ εμέ η τέχνη του να σμιλεύει κανείς έναν καθρέφτη του πρωτοτύπου κειμένου. Στην ποίηση μπορεί να χρειαστεί, προκειμένου η μετάφραση να είναι καλή, ο καθρέφτης αυτός να είναι κυρτός, σε πολλά σημεία. Πάντα κάτι χάνεται στη μετάφραση κι ετούτη η νομοτέλεια είναι και η γοητεία της. Ρόλος του μεταφραστή είναι να χάνονται όσο γίνεται λιγότερα. Επομένως, στο ερώτημα αν μπορεί να μεταφραστεί η ποίηση, απαντώ θετικά, με την προϋπόθεση ο μεταφραστής να μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτόν τον ρόλο. Ως αναγνώστρια, λοιπόν, απαντώ: καλή ποίηση – από όπου κι αν προέρχεται.
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες –εικαστικά, μουσική, κινηματογράφος κ.ά.– το ποιητικό σας έργο;
Το «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» ισχύει, αναμφίβολα, για όσα έχει να μας πει κάθε μορφή έκφρασης – πόσο μάλλον καλλιτεχνική. Η τέχνη της μουσικής είναι τόσο έντονα συνυφασμένη με αυτή της ποίησης που θα μπορούσε κανείς να πει πως αποτελεί κομμάτι της, από καταβολής της τελευταίας, κι είναι αυτή που μ’ έχει επηρεάσει περισσότερο απ’ όλες τις μορφές τέχνης, ίσως επειδή είχα την τύχη να διδαχτώ μουσική από μικρή ηλικία. Η ίδια η γλώσσα μας είναι γεμάτη μουσικές τροπές και παύσεις, σιωπές, ακόμα και η αναπνοή ή ο χτύπος της καρδιάς μας. Αγαπώ πολύ τη μουσική και τις καλές μελοποιήσεις της ποίησης – που τις βλέπω σαν μια... ανανέωση όρκων πίστης μεταξύ των δύο τεχνών. Η ιδέα για ένα ποίημα μπορεί να γεννηθεί από οποιαδήποτε προσλαμβάνουσα, από έναν πίνακα ζωγραφικής, μια ταινία, ένα γλυπτό, κλπ. Όμως η μουσική είναι πάντα παρούσα στην ουσία ενός καλού ποιήματος.
* Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΛΟΥΣΗΣ είναι δημοσιογράφος.





















