
«Εκεί κρίνεται μια κοινωνία. Όχι τη στιγμή του εγκλήματος, αλλά τη στιγμή που παύει να της κάνει εντύπωση. » μας είπε η Ευτυχία Γιαννάκη για το μυθιστόρημά της «Θάλασσας σώσε με» (εκδ. Ίκαρος).
Συνέντευξη στον Κ.Β. Κατσουλάρη
Στο πρόσφατο μυθιστόρημα της Ευτυχίας Γιαννάκη Θάλασσα σώσε με (εκδ. Ίκαρος), ο γνώριμος πρωταγωνιστής της, Αστυνόμος Κόκκινος, βρίσκεται στο Ναύπλιο για να εξιχνιάσει τη δολοφονία μιας δικηγόρου. Σύντομα, μπλέκει σε μια σκοτεινή υπόθεση και το κλειδί φαίνεται να κρύβεται σε όσα δεν λέγονται, στις σιωπές των ανθρώπων.
Η συγγραφέας, που συμμετείχε στο 114ο επεισόδιο της σειράς «Βίος και Πολιτεία», συνέχισε τη συζήτησή της μαζί μας, για το βιβλίο της, την επιστροφή του ήρωά της, το καλό και το κακό, τη βία.
Στο εξώφυλλο του βιβλίου σου δεν γράφει «αστυνομικό μυθιστόρημα», ενώ και ο τίτλος παραπέμπει σε άλλου είδους βιβλία. Σε μια εποχή που όλοι θέλουν να ανήκουν στο «είδος», εσύ μοιάζεις να αποστασιοποιείσαι. Γιατί;
Δεν με απασχολεί ιδιαίτερα σε ποιο ράφι θα μπει ένα βιβλίο. Άλλωστε, ό,τι ορίζεις το περιορίζεις. Με απασχολεί αν, όταν κλείσει κανείς το βιβλίο, θα συνεχίσει να τον απασχολεί κάτι πέρα από την πλοκή. Η φόρμα του μυστηρίου είναι για μένα ένας τρόπος να αφηγηθώ μια ιστορία, όχι ο προορισμός της.
Αν αφαιρέσεις το έγκλημα και τη λύση του και δεν απομένει τίποτα, τότε μάλλον κάτι δεν έχει λειτουργήσει σωστά στην ιστορία. Από τις ιστορίες μου θα ήθελα να μένουν οι άνθρωποι, οι σχέσεις τους, το μυστήριό τους, οι σκοτεινοί και οι φωτεινοί τόποι μας και τα ερωτήματα που δεν έχουν εύκολες λύσεις.
Για τις ανάγκες του τελευταίου μυθιστορήματος, πήγες πίσω σε μια παλιά ιστορία του αστυνομικού δελτίου, που είχε κάνει μεγάλη αίσθηση. Τι σε τράβηξε σε αυτήν την ιστορία;
Η φιγούρα του θύτη της πραγματικής υπόθεσης, που όταν αποφυλακίστηκε κυκλοφορούσε στη γειτονιά μου. Μαζί με το σοκ που μου είχε προκαλέσει ως παιδί αυτή η ιστορία. Δεν ήταν μόνο η ιδιαιτερότητα της πραγματικής υπόθεσης που με τράβηξε, αλλά τα ερωτήματα που άφησε πίσω της. Είναι από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις όπου η πραγματικότητα δεν χωρά εύκολα στις κατηγορίες που έχουμε συνηθίσει. Ποια είναι τα όρια της ευθύνης όταν κάποιος ζητά επίμονα τον θάνατό του από κάποιον άλλον; Τι σημαίνει οίκτος; Μπορεί η συμπόνια να οδηγήσει σε μια εγκληματική πράξη; Και πόση ευθύνη έχει μια κοινωνία όταν ένας άνθρωπος φτάνει να πιστεύει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
Οι τόποι έχουν χαρακτήρα, μνήμη, ρυθμό, ακόμη και τρόπο να κρύβουν τα μυστικά τους πίσω από την καρτ ποστάλ. Η θάλασσα που αγκαλιάζει αυτή την πόλη μοιάζει με πεδίο διαφυγής, αλλά και με το βάθος που φοβάσαι να αγγίξεις.
Δεν με ενδιέφερε να ανασυστήσω τη συγκεκριμένη υπόθεση, ούτε να δώσω μια διαφορετική εκδοχή της. Με ενδιέφερε να χρησιμοποιήσω αυτόν τον ηθικό πυρήνα για να γράψω μια άλλη ιστορία. Η λογοτεχνία, άλλωστε, δεν δίνει απαντήσεις, μας αναγκάζει να μείνουμε λίγο περισσότερο μέσα σε ερωτήματα που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο Ναύπλιο. Σημασιοδοτεί κάτι αυτή η επιλογή;
Οι τόποι έχουν χαρακτήρα, μνήμη, ρυθμό, ακόμη και τρόπο να κρύβουν τα μυστικά τους πίσω από την καρτ ποστάλ. Η θάλασσα που αγκαλιάζει αυτή την πόλη μοιάζει με πεδίο διαφυγής, αλλά και με το βάθος που φοβάσαι να αγγίξεις. Το Ναύπλιο έχει αυτή την παράξενη συνύπαρξη σκοτεινής ιστορίας, ομορφιάς, εξωστρέφειας και οικειότητας. Είναι ένας τόπος που κουβαλάει σε μικρογραφία την ιστορία της χώρας και σε κάνει να αισθάνεσαι ότι όλα είναι γνώριμα και ελαφρώς πιο τακτοποιημένα απ’ ό,τι σε άλλες πόλεις ή στην Αθήνα. Κι όμως, όπως συμβαίνει συχνά στις μικρές κοινωνίες, αυτό που φαίνεται δεν είναι πάντα αυτό που συμβαίνει και πίσω από τη βιτρίνα υπάρχει το κλειστό δωμάτιο, ενώ κάτω από τα πόδια σου η υγρασία διαβρώνει το σκοτεινό υπόγειο, χωρίς να το παίρνεις είδηση.
Στα βιβλία σου δεν έχει τόση σημασία το who done it, όσο το why done it, γιατί δηλαδή έχει γίνει ένα έγκλημα και η κοινωνική του διάσταση. Πώς δουλεύεις στη δομή των βιβλίων σου; Πώς αποφασίζεις πόσα θα αποκαλύψεις στον αναγνώστη και πόσο;
Με ενδιαφέρει περισσότερο να αποκαλύπτω σταδιακά τους χαρακτήρες και όχι να αποκρύπτω στοιχεία για να κρατάω το ενδιαφέρον του αναγνώστη με ανατροπές. Το έγκλημα ή το μυστήριο είναι μόνο η αφορμή. Κάθε στοιχείο που εμφανίζεται στην πορεία φωτίζει την υπόθεση, αλλά περισσότερο φωτίζει τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτή. Έτσι χτίζεται η δομή του βιβλίου. Όχι πάνω στην απόκρυψη πληροφοριών, αλλά στη σταδιακή μετατόπιση της ματιάς του αναγνώστη.
Αν έχει μετακινηθεί έστω και λίγο ο τρόπος που βλέπει κανείς τους ανθρώπους, τη γλώσσα, τη σύγχρονη νουάρ λογοτεχνία και τις δυνατότητές της, τότε το βιβλίο έχει πετύχει τον σκοπό του.
Το μυστήριο είναι μια γεννήτρια ερωτήσεων και βαθύτερων ερωτημάτων που δοκιμάζουν τα ηθικά όρια του αναγνώστη. Θέλω κάθε κεφάλαιο να οδηγεί σε αναθεώρηση της ματιάς, των βεβαιοτήτων, της θέσης στην οποία στέκεται ο καθένας μας. Αν στο τέλος έχει λυθεί μόνο το μυστήριο, αισθάνομαι ότι κάτι λείπει. Αν έχει μετακινηθεί έστω και λίγο ο τρόπος που βλέπει κανείς τους ανθρώπους, τη γλώσσα, τη σύγχρονη νουάρ λογοτεχνία και τις δυνατότητές της, τότε το βιβλίο έχει πετύχει τον σκοπό του.
Ο Χάρης Κόκκινος μεγαλώνει, τα τραύμα της απώλειας του γιου του σιγά σιγά επουλώνεται. Εδώ, όμως, βιώνει ένα ακόμη σοκ, την εξαφάνιση της συντρόφου του. Γιατί έλκει τα προβλήματα αυτός ο ήρωας; Υπάρχει κάτι από εσένα στον Κόκκινο;
Η ζωή δεν λειτουργεί με συμψηφισμούς. Κανείς δεν απαλλάσσεται από μια νέα δοκιμασία επειδή έχει ήδη περάσει μια παλιά. Ίσως γι' αυτό εξακολουθεί να με συγκινεί ο Κόκκινος. Δεν είναι ένας ήρωας που κυνηγά το έγκλημα. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να συνεχίσει να ζει, ενώ η ζωή επιμένει να τον δοκιμάζει. Όσο για το αν υπάρχει κάτι από μένα, νομίζω ότι μοιράζομαι μαζί του την καχυποψία απέναντι στις εύκολες απαντήσεις και την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είναι σχεδόν πάντα πιο σύνθετοι από τον ρόλο που τους αποδίδουμε. Από εκεί και πέρα, εκείνος είναι εξίσου μοναχικός, εξίσου σιωπηλός και παρατηρητικός με μένα, αλλά ίσως πιο πεισματάρης, κάποιες φορές και πιο θαρραλέος. Υπάρχουν στοιχεία μου μέσα του, όπως υπάρχουν σε όλους τους χαρακτήρες που γράφω. Όχι τόσο στις επιλογές του ή στη ζωή του, κυρίως στις αμφιβολίες του.
Από την έρευνά σου, έχεις την αίσθηση ότι η ελληνική κοινωνία έχει γίνει πιο βίαιη; Ή μήπως η βία, όπως διατείνονται ορισμένοι, έχει πλέον μεγαλύτερη ορατότητα, είναι λιγότερο αποδεκτή;
Κάθε εποχή έχει τις δικές της εκφάνσεις της βίας, τα δικά της τέρατα και την δικιά της αθωότητα. Το ερώτημα είναι αν συνεχίζουμε να βλέπουμε τη βία στην καθημερινότητά μας ως εξαίρεση ή αν αρχίζουμε να τη θεωρούμε μέρος μιας νέας κανονικότητας. Αν γινόμαστε όλοι αθώα τέρατα. Εκεί κρίνεται μια κοινωνία. Όχι τη στιγμή του εγκλήματος, αλλά τη στιγμή που παύει να της κάνει εντύπωση. Η ρίζα του κακού είναι μέσα μας και είμαστε όλοι εν δυνάμει θύτες και θύματα. Το θέμα είναι πώς στεκόμαστε απέναντι στο τέρας. Αν λουφάζουμε ή αν το πολεμάμε τελικά όχι μόνο γύρω μας, αλλά και μέσα μας.
* Ο Κ.Β. ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ευτυχία Γιαννάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε πληροφορική, μουσική και επικοινωνία. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής.

Από τις εκδόσεις Ίκαρος κυκλοφορούν τα βιβλία της, Στο πίσω κάθισμα (2016), Αλκυονίδες μέρες (2017), Πόλη στο φως (2018), Η νόσος του μικρού θεού (2020), Στη φωλιά του ιππόκαμπου (2021), Οι ναυαγοί του Αυγούστου (2022), Υπέροχος πόλεμος (2025), και η σειρά μυστηρίου για παιδιά «Πιτσιμπουίνοι: Τα πρώτα μου μυστήρια» που έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 60.000 αντίτυπα.
Έχει εκδώσει, με ψευδώνυμο, το μυθιστόρημα Χάρντκορ (εκδ. Ωκεανίδα, 2000), που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, και υπέγραψε το σενάριο της αστυνομικής τηλεοπτικής σειράς Ο Σκαραβαίος (Alpha TV, 2024).























