
«Ειδικά σε μια περίπτωση όπως αυτή των Τεμπών, στην οποία η εξουσία πασχίζει να χρυσώσει το χάπι, να απεκδυθεί τις ευθύνες της, να πείσει τον κόσμο ότι έχει φροντίσει τους ανθρώπους των Τεμπών όπως τους αρμόζει, η χρήση της λέξης "έγκλημα" είναι βαρύνουσας σημασίας. Δεν είναι ένα εφέ, αλλά μια πολιτική πράξη» λέει ο Αντώνης Αντωνίου για το βιβλίο του «Ιntercity 62 – Βαγόνι 4 – Θέση 65» (εκδ. Σάλτο, σειρά Κάλλιστος). © φωτογραφιών: Μαρία Γαλάτη
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Ο Αντώνης Αντωνίου στο βιβλίο του Ιntercity 62 – Βαγόνι 4 – Θέση 65 (εκδ. Σάλτο, σειρά Κάλλιστος) μιλά για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, που συγκλόνισε όλη την Ελλάδα οδηγώντας στις μαζικότερες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας των τελευταίων χρόνων, ως επιζώντας, καθώς επέβαινε στο βαγόνι 4 όπως μαρτυρά ο τίτλος του βιβλίου του.
Απαντώντας στις ερωτήσεις που του θέσαμε με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του, μίλησε για την πολιτική διάσταση των προσπαθειών για απόδοση δικαιοσύνης, τη σημασία να χρησιμοποιείται η λέξη «έγκλημα» και τη μελλοντική έκβαση της υπόθεσης.
Το αυτοβιογραφικό βιβλίο σας περιστρέφεται γύρω από την τραγωδία των Τεμπών, αλλά η αφήγηση ξεκινά πολύ πιο πριν. Γράφετε για την ιστορία των γονιών σας, τα σχολικά σας χρόνια, τον καιρό της πανδημίας κλπ. Με ποιον βαθύτερο τρόπο όσα επιλέγετε να αναφέρετε συνδέονται με τα Τέμπη;
Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους η αφήγηση του βιβλίου ξεκινά πολύ πριν από τα Τέμπη, και συνεχίζει στα τρία χρόνια μετά από εκείνο το βράδυ. Κατά πρώτον, από πολύ νωρίς ένιωσα πως κάθε απόφαση που είχα πάρει στη ζωή μου, κάθε εμπειρία μου, με είχε οδηγήσει σε εκείνο το τρένο, σε εκείνη τη θέση, που έμελλε να γίνει ο τίτλος του πρώτου μου βιβλίου. Όπως αναφέρω σε κάποιον από τους μονολόγους του βιβλίου, τα Τέμπη τα νιώθω σαν μια κατάρα που μου είχε φορτωθεί πριν ακόμα γεννηθώ.
Ο δεύτερος, ακόμα πιο βασικός, λόγος είναι ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο μιλάω σε μια ολόκληρη γενιά και ενδεχομένως εκ μέρους αυτής. Τα Τέμπη δεν είναι η πρώτη φορά που ένιωσα παρατημένος από το κράτος και τον κόσμο, και σίγουρα δεν θα είναι η τελευταία. Και όσο ασχολήθηκα με αυτά, κατάλαβα ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με κάθε άλλο κακό που μας απασχολεί ή μας επηρεάζει σε καθημερινή βάση. Ήθελα ουσιαστικά να τα κατεβάσω από το βάθρο στο οποίο τα έχουμε τοποθετήσει και να αναδείξω πόσο άμεση σχέση έχουν με τις υπόλοιπες πολιτικές που μας βασανίζουν. Δηλαδή, από τη μία, είναι αποτέλεσμα των πολιτικών που εφαρμόζονται εδώ και χρόνια. Από την άλλη, είναι απόρροια της ανοχής που καλλιεργείται μέσα από τη συμπεριφορά που μας μαθαίνουν από τον καιρό του σχολείου. Του ατομικισμού, της προσωπικής επιτυχίας, της απομάκρυνσης από το συλλογικό. Ό,τι δε χτυπάει την πόρτα του σπιτιού μας δε μας αφορά.
Αυτή τη νοοτροπία τη μαθαίνει ένα παιδί μέσα από την ανέχεια, την αβεβαιότητα, την καθημερινή επισφάλεια και την υπόνοια ότι ο άνθρωπος είναι κακός. Γνωρίζω πως πολλοί και πολλές από εμάς σκέφτονται έτσι, για τους ίδιους λόγους, και όχι επειδή τους εκφράζει πραγματικά αυτή η ιδεολογία. Με την εξιστόρηση των γεγονότων, σκοπός είναι να συνδεθώ με τον αναγνώστη, για να μπορέσουμε να πορευτούμε μαζί στο μακάβριο «ταξίδι» των Τεμπών. Εκείνο το ταξίδι που όλες αυτές τις σκέψεις και συμπεριφορές τις κατέρριψε μέρα με τη μέρα.
Για το εκείνο βράδυ γράφετε στο κεφάλαιο εννιά. «Ένας σεισμός», λέτε, λυσσούσε «με επίκεντρο ακριβώς κάτω από τα πόδια μου». Ύστερα αναφέρετε: «Χτυπάω το κεφάλι μου και χάνω τις αισθήσεις μου μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου». Πιστεύετε πως η καταγραφή του τραύματος έχει και μια «εξυγιαντική» ή «θεραπευτική» λειτουργία;
Χρειάστηκε πάρα πολλή συζήτηση με τα επιζώντα άτομα και κυρίως τη συνεπιβάτισσά μου (την Υ του βιβλίου), αλλά και πολύ «κοίταγμα» προς τα μέσα, για να ανασκευάσω τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Πολλά απ’ αυτά τα γεγονότα, σαν κομμάτια ενός παζλ, ακόμα λείπουν και μάλλον θα λείπουν για πάντα. Η καταγραφή τους, λοιπόν, ήταν επίπονη τόσο γιατί αναγκαζόμουν να τα επισκεφτώ ξανά, όσο και γιατί πολλές εικόνες προέκυψαν μετά από συνεχές σκάψιμο. Ξύπνησαν πολλά από τα συναισθήματά μου και τις κουβέντες που είπα, ή προσπάθησα να πω, στη διάρκεια της προσπάθειάς μας να απομακρυνθούμε από το σημείο του εγκλήματος.
Αν στο τέλος το αποτέλεσμα της καταγραφής καταφέρνει να μιλά στην ψυχή των ανθρώπων που μοιράζονται το ίδιο τραύμα με σένα, τότε δεν συμβαίνει απλώς κάθαρση, αλλά μια αναγέννηση.
Πάρα ταύτα, βλέποντας τη μεγάλη εικόνα, αντικρύζοντας το αποτέλεσμα, διαβάζοντάς το ξανά και ξανά, εστιάζοντας τελικά στη λεπτομέρεια, η γεύση που μένει είναι πιο πολύ γλυκιά παρά πικρή. Λυτρώνεσαι, εξυγιαίνεσαι, απελευθερώνεσαι, νιώθεις ότι «νικάς» το τραύμα σου ενώ τόσο καιρό εκείνο κέρδιζε τη μάχη. Ως εμπειρία, η καταγραφή του τραύματος και των εμπειριών που ευθύνονται γι’ αυτό, ειδικά χειρόγραφα όπως το έκανα εγώ, είναι τόσο καθαρτική που με σοκάρει.
Αν στο τέλος το αποτέλεσμα της καταγραφής καταφέρνει να μιλά στην ψυχή των ανθρώπων που μοιράζονται το ίδιο τραύμα με σένα, τότε δεν συμβαίνει απλώς κάθαρση, αλλά μια αναγέννηση.
Γράφετε πως τα Τέμπη είναι στο σύνολό τους ένας μεγάλος πολιτικός αγώνας. Σε ποια πολιτικά χαρακτηριστικά του αυτού του αγώνα πρέπει να σταθούμε περισσότερο;
Εντέλει, αυτό που έχει σημασία είναι οι λόγοι για τους οποίους τα Τέμπη είναι ένας πολιτικός αγώνας. Και ένα ακόμα βασικό κομμάτι της διαδικασίας είναι να κατανοηθεί τι σημαίνει τελικά «πολιτικό». Αναλύεται μέχρι ενός σημείου στο βιβλίο, αλλά δεν είναι ένα θέμα που μπορεί να εξαντληθεί σε μερικές σελίδες, ειδικά όταν πρέπει να αναλυθούν και τόσα πράγματα ακόμα.
Το «πολιτικό», πολύ στοχευμένα κατά τη γνώμη μου, συγχέεται με το «κομματικό». Όταν κρίνω τις πολιτικές μιας κυβέρνησης και μιας χώρας εν γένει, δεν το κάνω για να προωθήσω την ατζέντα κάποιου άλλου κόμματος. Το κάνω επειδή αυτές οι πολιτικές σκότωσαν 57 ανθρώπους, έστειλαν εμένα κι άλλους τόσους στο νοσοκομείο, φόρτωσαν 300 ανθρώπους με τις τύψεις του επιζώντα. Οι πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, της απονομιμοποιήσης των απεργιών (γιατί αυτές ήταν το όπλο των σιδηροδρομικών), της ελαχιστοποίησης του κόστους και της μεγιστοποίησης του κέρδους, μαζί με τη διάλυση του ΕΣΥ, που είχε κι αυτή να παίξει το δικό της ρόλο στην ιστορία μου με τα Τέμπη, είναι πολιτικές και αντικείμενα πολιτικής συζήτησης. Αν αυτό δεν κάνει τα Τέμπη «πολιτικά», δε ξέρω τι άλλο μπορεί να τα κάνει.
Εκεί πρέπει να σταθούμε. Στο να εκφράσουμε την ανθρωπιά μας στις πολιτικές διεκδικήσεις μας.
Τα Τέμπη δεν προέκυψαν απλώς. Δεν ήταν ένα λάθος της στιγμής ή ενός ανθρώπου. Ήταν προδιαγεγραμμένα, ένα υπολογισμένο ρίσκο, που βασίστηκε στην απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και στην ιδέα ότι ο καθένας, αν είναι αρκετά έξυπνος και εργατικός, θα σώσει τον εαυτό του από τις φλόγες ενός κόσμου που καίγεται.
Το πολιτικό σκέλος, λοιπόν, του αγώνα των Τεμπών, δεν αφορά μόνο τις πολιτικές που κρύβονται πίσω από τον θάνατο που μπήκε σε τόσα σπίτια στην Ελλάδα. Αφορά και τις απόψεις που έχει ο καθένας και η καθεμία από εμάς πάνω σε αυτές τις πολιτικές και τους σκοπούς που τις διαμορφώνουν. Έχει να κάνει με τον αγώνα να γίνουμε άνθρωποι και πολιτικά όντα με ευαισθησία, ενώ οι συνθήκες μάς ζητάνε να κάνουμε το αντίθετο. Εκεί πρέπει να σταθούμε. Στο να εκφράσουμε την ανθρωπιά μας στις πολιτικές διεκδικήσεις μας. «Θέλω αυτό κι αυτό, αλλιώς θα βγω στο δρόμο και δε θα ξαναμπώ σπίτι μου μέχρι μου το δώσεις».
Για τα Τέμπη έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορες λέξεις, όπως «δυστύχημα», «τραγωδία» και «έγκλημα», το οποίο χρησιμοποιείτε και εσείς. Πόσο στέκεστε εσείς στην επιλογή των όρων αυτών; Πόση σημασία έχουν;
Είχα ανέκαθεν μια εμμονή με τις λέξεις, όχι μόνο στον γραπτό αλλά και στον προφορικό λόγο. Πιστεύω ότι μαρτυράνε πολλά για τις εσωτερικές μας διεργασίες, για το πώς έχουμε μεταβολίσει κάτι, πώς το έχουμε εντάξει στη συνείδηση και στο ασυνείδητό μας.
Ειδικά σε μια περίπτωση όπως αυτή των Τεμπών, στην οποία η εξουσία πασχίζει να χρυσώσει το χάπι, να απεκδυθεί τις ευθύνες της, να πείσει τον κόσμο ότι έχει φροντίσει τους ανθρώπους των Τεμπών όπως τους αρμόζει, η χρήση της λέξης «έγκλημα» είναι βαρύνουσας σημασίας. Δεν είναι ένα εφέ, αλλά μια πολιτική πράξη. Ο διάλογος, και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται, όπως είναι λογικό, καλλιεργεί συνειδήσεις. Συνεπώς, οι λέξεις επηρεάζουν πολύ το αποτύπωμά του πάνω μας.
Η δίκη για τα Τέμπη έχει αρχίσει. Πόσο αισιόδοξος ή απαισιόδοξος είστε;
Τα Τέμπη είναι ένας αγώνας πολιτικός και πολυεπίπεδος. Καμιά μάχη δεν είναι αρκετά μικρή ώστε να μην αξίζει να δοθεί. Το ίδιο ισχύει και για τις δικαστικές μάχες, οι οποίες πέρα από όποιο αποτέλεσμα που μπορούν να φέρουν, είναι και ο καλύτερος τρόπος που έχουμε για να αποκαλυφθούν οι πολιτικές και ποινικές ευθύνες όσων εμπλέκονται. Αυτό δεν γίνεται χωρίς πίεση από τον κόσμο. Το έχουν αποδείξει άλλες δίκες, όπως αυτές της Χρυσής Αυγής ή του Μίχου.
Η πίεση στις δίκες αφενός συσπειρώνει τον κόσμο, κι αφετέρου του δείχνει πιο ξεκάθαρα από ποτέ ποιους έχει τελικά απέναντί του και ποιοι είναι δίπλα του. Αυτό που έχει σημασία για εμένα είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι οι δικαστικές διαμάχες δεν είναι οι μόνες που οφείλουν να δοθούν, ούτως ώστε οι συγγενείς και οι επιζώντες να αισθανθούμε ότι δικαιωθήκαμε ή πως ακολουθούμε μια πορεία προς τη δικαίωση. Η δικαιοσύνη πρέπει να είναι λαϊκή, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Δηλαδή ο κόσμος να καταδικάσει τις πολιτικές που μας έφεραν μέχρι εδώ, που έφεραν έναν επιζώντα στο σημείο να κάνει το τραύμα του βιβλίο. Να απαιτήσει το κέρδος να μην είναι πλέον ο νούμερο ένα οδηγός σε ό,τι αφορά τη ζωή και την ασφάλειά μας.
Όσο δίνουμε ερεθίσματα στον κόσμο να μας υποστηρίζει, να πιέζει, αλλά να ξέρει γιατί το κάνει, να ξέρει τι επιδιώκει, να ξέρει τι και ποιος ευθύνεται για το συλλογικό τραύμα, είμαι αισιόδοξος. Έχουμε μονάχα ο ένας την άλλη.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αντώνης Αντωνίου γεννήθηκε το 1999 στη Λαμία και μεγάλωσε στα Καμένα Βούρλα Φθιώτιδας. Είναι φοιτητής του τμήματος ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικός υπολογιστών της Πολυτεχνικής σχολής ΑΠΘ.

Είναι προγραμματιστής τα πρωινά και αρθρογράφος τον ελεύθερο χρόνο.
























