
«Oύτως ή άλλως, ο μεταμοντερνισμός είναι εκ φύσεως αντιφατικός και αυτοαναιρετικός, μάλιστα αυτό θεωρεί πως είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα. Τούτο σημαίνει πως αρνούμενος τις πάσης φύσεως κατηγοριοποιήσεις αρνείται και τη δική του» είπε μεταξύ άλλων ο Ιορδάνης Κουμασίδης, με αφορμή τη μελέτη του «Ο κενός καθρέφτης και η πολιτική του μη ωραίου. Αισθητικό και πολιτικό στον μεταμοντερνισμό» (εκδ. Κέδρος).
Συνέντευξη στον Γιώργο Λαμπράκο
Κυκλοφόρησε λίγο πριν από την εκπνοή του 2025 μια σημαντική μονογραφία του διδάσκοντος στο ΕΚΠΑ Ιορδάνη Κουμασίδη με τίτλο Ο κενός καθρέφτης και η πολιτική του μη ωραίου. Αισθητικό και πολιτικό στον μεταμοντερνισμό (εκδ. Κέδρος). Το βιβλίο αφορά μια πολιτική και αισθητική/καλλιτεχνική συζήτηση η οποία παρότι κυριάρχησε (και δίχασε) διεθνώς για πολλά χρόνια, επί της ουσίας δεν έλαβε χώρα στην Ελλάδα.
Ακολουθεί συνέντευξη-συζήτηση του συγγραφέα με τον συγγραφέα-μεταφραστή Γιώργο Λαμπράκο.
Δάνη Κουμασίδη, τι είναι ο «κενός καθρέφτης» στο νέο σου βιβλίο; Τι βλέπουμε και τι δεν βλέπουμε σε αυτόν;
Σ’ ευχαριστώ αρχικά για αυτή τη συζήτηση, η αμοιβαία εκτίμηση είναι πάντα εχέγγυο για μια παραγωγική κουβέντα. Ο «κενός» καθρέφτης αποτελεί ένα συμβολισμό για την τάση της μεταμοντέρνας θεωρίας να τίθεται ενάντια στην (ανα)παραστατικότητα. Εάν αυτό ακούγεται κάπως βαρύ, εννοώ πως για τους περισσότερους μεταμοντέρνους φιλοσόφους στη συγκαιρινή μας εποχή προσπαθούμε να δούμε/αντιληφθούμε πράγματα, κυρίως εικόνες, αλλά εν τέλει δεν κατορθώνουμε να δούμε ούτε τα είδωλά τους.
Η τάση να καταναλώνουμε κυρίως εικόνες καταλήγει να μεταμορφώσει κι εμάς σε εικόνες, ομοιώματα, επιφάνειες (σου θυμίζει κάτι αυτό για τα προφίλ στα social media;) Αυτό, ωστόσο, για τους φιλοσόφους της εν λόγω τάσης δεν είναι απαραίτητα κακό επειδή θεμελιώνει μια νέα αισθητική και στο βάθος έναν νέο τρόπο του ζην.
Ο «μεταμοντερνισμός» είναι ένας όρος που υπάρχει στον υπότιτλο του βιβλίου σου και, όποτε εμφανίζεται, σκέφτομαι πως χωρίζει τους επίδοξους αναγνώστες σε δύο στρατόπεδα που το ένα βροντοφωνάζει «Επιτέλους μια μελέτη για αυτό το τόσο ενδιαφέρον και σύνθετο φαινόμενο!» και το άλλο «Νισάφι, μας πρήξατε με τα μεταμοντέρνα σας!» Τι να περιμένει ο αναγνώστης από εσένα;
Το βιβλίο επιχειρεί να λειτουργήσει σε τρία επίπεδα: πρώτον, να παρουσιάσει (επιτέλους!) στον ελληνόφωνο κόσμο τι είναι αυτό το κάπως παράξενο και σίγουρα χαοτικό (συχνά και επιτηδευμένα δυσνόητο) ρεύμα που ονομάζεται μεταμοντερνισμός, κατά έναν τρόπο να τον «βάλει σε τάξη», κάτι το οποίο ο ίδιος βέβαια θα το απεχθανόταν – επομένως ο πρώτος στόχος είναι μια κατά το δυνατόν κατατοπιστική εισαγωγή, γενεαλογία και επεξήγησή του. Κατά δεύτερον να παραθέσει σχολιασμένη τη σφοδρή κριτική που δέχθηκε κυρίως από στοχαστές του αριστερού ημισφαιρίου και τρίτον -και δυσκολότερο- να λάβει και το ίδιο θέση σε αυτό το αδιανόητα συγκρουσιακό διανοητικό debate που ξεκίνησε από τις αρχές τις δεκαετίας του 1980 και εν πολλοίς συνεχίζεται έως και τις ημέρες μας.
Στη μεταμοντέρνα εποχή μας διαπιστώνουμε, μεταξύ άλλων, τη μεγάλη κρίση της αυθεντίας: καθένας νομίζει πως γνωρίζει περισσότερα από έναν ειδικό που απέκτησε μια γνώση μετά από πολυετή εκπαίδευση και κοπιώδη πείρα. Είναι γνωστά τα διαδικτυακά μιμίδια, βγαλμένα κι από πραγματικές καταστάσεις, τα οποία παρουσιάζουν μια μητέρα να «εξηγεί» σε έναν παιδίατρο, επικαλούμενη αυτά που διάβασε «σε ένα σάιτ», την επικίνδυνη χημική σύσταση των εμβολίων, έναν ταξιτζή να «διδάσκει» τους πελάτες του αστροφυσική και να μοιράζει πτυχία μετά την κούρσα, συνωμοσιολόγους να εμφανίζονται ως επαΐοντες και να επιμένουν ότι γνωρίζουν όσα «οι άλλοι μάς κρύβουν» χωρίς φυσικά να εξηγούν ποτέ πού τα βρήκαν οι ίδιοι και ποιοι είναι τέλος πάντων αυτοί οι διαβόητοι «άλλοι», κ.λπ. Έχει προκύψει ένας νέος ανορθολογισμός με κύριο γνώρισμα τη θρασύτατη ημιμάθεια, που μάλιστα καταλαμβάνει άτομα από όλο το πολιτικό φάσμα. Μπορούν άραγε να συνυπάρχουν αρμονικά οι «πολλαπλές μικρο-αφηγήσεις» (σ. 296) με το να μη λέει ο καθένας ό,τι να ’ναι, ή το παιχνίδι έχει οριστικά χαθεί;
Εξαιρετική διαπίστωση και ερώτηση. Ο μεταμοντερνισμός ξεκίνησε με βασικό σκοπό να ασκήσει κριτική στον νεωτερικό ορθολογισμό, κατά βάση δηλαδή στα επιτεύγματα και τα αιτήματα του Διαφωτισμού. Προσπαθώντας να εξηγήσει ότι αυτός ο νέος ορθολογισμός (από την επιστήμη ως τη θεωρία, την κοινωνική οργάνωση και την τέχνη) αφενός είχε σαθρές βάσεις αφετέρου θεμελίωσε έναν νέο αν-ορθολογισμό, στη θέση του παλιού («ο βασιλιάς απέθανε, ζήτω ο βασιλιάς!») με την αυστηρότητα, τον νέο-δογματισμό του και την αταλάντευτη πίστη στην πρόοδο και στην αντικειμενικότητα.
Ο ανορθολογισμός και τα λοιπά «ωραία» που αναφέρεις ήταν -και θα είναι- παρόντα διαρκώς στην ανθρώπινη ιστορία. Ο επιταχυντής για την ορατότητα, τη διάδοση και την απενοχοποίησή τους κατά τη γνώμη μου, ήταν και είναι το διαδίκτυο
Έτσι, ο μεταμοντερνισμός κατέληξε αλλού (ή επειδή δεν ήθελε να καταλήξει κάπου), σε κάτι που συχνά ονομάζουμε «νέα μεταφυσική». Μεταξύ των προτάσεών του ήταν η αντικατάσταση των «μεγάλων αφηγήσεων» που προέβαλλαν ολοποιητικά σχήματα για την κοινωνία, τον άνθρωπο, τη ζωή με τις εκατομμύρια μικρο-αφηγήσεις, τις μικρές υποκειμενικές αλήθειες του καθενός. Ακούγεται πιο δημοκρατικό, αλλά είναι, όπως πια γνωρίζουμε με βεβαιότητα, και πιο επικίνδυνο. Θαρρώ ότι στην προσπάθειά του να είναι σκεπτικιστικός ως προς τα κριτήρια του ορθολογισμού, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Νομίζω, ωστόσο, ότι δεν είναι ο κύριος υπαίτιος της επέλασης του ανορθολογισμού, της ωκεάνιας βλακείας και των θεωριών συνωμοσίας που μας κατακλύζουν – δεν είχε άλλωστε τη δύναμη να τα προκαλέσει. Ο ανορθολογισμός και τα λοιπά «ωραία» που αναφέρεις ήταν -και θα είναι- παρόντα διαρκώς στην ανθρώπινη ιστορία. Ο επιταχυντής για την ορατότητα, τη διάδοση και την απενοχοποίησή τους κατά τη γνώμη μου, ήταν και είναι το διαδίκτυο – χωρίς φυσικά να αφήνω εδώ υπόνοιες τεχνοφοβίας.
Το αισθητικό καταλαμβάνει μεγάλο και ουσιαστικό τμήμα του στοχασμού σου για τον μεταμοντερνισμό. Τι μπορούμε να κάνουμε όταν «μεταμοντέρνο» χαρακτηρίζεται τόσο το αξεπέραστο έργο, λόγου χάριν, των Μόντι Πάιθον, του Τόμας Πίντσον και του Λαρς φον Τρίερ, όσο και ένα τραγούδι της Eurovision όπου η σύμμειξη ποπ, ροκ, ραπ, λαϊκού και κλασικής με ελληνικά, αγγλικά, greeklish κ.λπ. οδηγεί στον «θολό χυλό» (σ. 494) της παντοδύναμης μαζικής κουλτούρας;
Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα! (γέλια) Μπορούμε να εξακολουθήσουμε να κρίνουμε αισθητικώς εξηγώντας κάθε φορά και τα κριτήριά μας. Και στη μεταμοντέρνα τέχνη/αισθητική υπάρχουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα έργα τέχνης (παρότι ο μεταμοντερνισμός αμφισβητεί και την έννοια του «έργου») όπως αυτά των Ιμάμ Μπαϊλντί ή του Ντάμιεν Χιρστ -δεν αναφέρομαι στη λογοτεχνία καθότι είναι παραδόξως περισσότερο αποδεκτός ο όρος- και μεγάλες αποτυχίες ή πομφόλυγες, όπως λόγου χάρη το συλλογικό on line μυθιστόρημα Patchwork girl.
Oύτως ή άλλως, ο μεταμοντερνισμός είναι εκ φύσεως αντιφατικός και αυτοαναιρετικός, μάλιστα αυτό θεωρεί πως είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα.
Ένα είδος «εκδημοκρατισμού» της τέχνης ξεκίνησε, για παράδειγμα ήδη από την εποχή της πλατφόρμας My space. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως ό,τι έρχεται «από τα κάτω» και όχι από τα διευθυντήρια της μαζικής κουλτούρας -όπως έξοχα είχαν δείξει οι στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης- είναι απαραίτητα και αξιόλογο: Από το δωμάτιό της ξεκίνησε η Kovac, από το δωμάτιό τους και ορισμένοι εγχώριοι σκυλάδες. Ωστόσο, για τον μεταμοντερνισμό αφενός δεν υπάρχει αξιολογική διάκριση υψηλής και λαϊκής κουλτούρας, αφετέρου σ’ αυτόν έχουμε ξεφύγει εντελώς από το αίτημα του ωραίου (όπως αναφέρεται και στον τίτλο του βιβλίου) και οδεύουμε προς την ανάδειξη του διαφορετικού. Στη μελέτη αναδεικνύεται, βέβαια κυρίως και κάτι άλλο σημαίνον: η υποκατάσταση της πολιτικής από την αισθητική.
Στη λογοτεχνία έχει προταθεί, ως αντικατάσταση του ενός και μοναδικού και ενιαίου μοντερνισμού, οι διάφοροι «μοντερνισμοί»: π.χ. άλλος ο μοντερνισμός του Προυστ, άλλος του Χέμινγουεϊ, άλλος του Κάφκα. Μήπως αντί για τον έναν «μεταμοντερνισμό», θα μπορούσαν να προταθούν, με στόχο την καλύτερη θεωρητική κατανόηση, διάφοροι «μεταμοντερνισμοί»;
Θα ήταν μια πολύ καλή λύση. Και για τον μεταμοντερνισμό έχουν προταθεί εννοιοπροσδιοριστικές λύσεις όπως «υψηλός μοντερνισμός» ή και «μετα-μεταμοντερνισμός». Oύτως ή άλλως, ο μεταμοντερνισμός είναι εκ φύσεως αντιφατικός και αυτοαναιρετικός, μάλιστα αυτό θεωρεί πως είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα. Τούτο σημαίνει πως αρνούμενος τις πάσης φύσεως κατηγοριοποιήσεις αρνείται και τη δική του.
Κάποτε είχα πει στον Θανάση Βαλτινό ότι η χρήση από μεριάς του τόσο νωρίς της πολυφωνικής αφήγησης ήταν δείγμα μεταμοντερνισμού και δυσαρεστήθηκε.
Επομένως, μια καλή λύση που διαθέτουμε είναι όποτε μιλάμε για κάτι μεταμοντέρνο, να προσδιορίζουμε πώς ακριβώς το εννοούμε και με ποια θεωρητική αναφορά («σύμφωνα με τον μεταμοντερνισμό του Μποντριγιάρ» κ.ο.κ.) Στη λογοτεχνία ο όρος, όπως μόλις προανέφερα, υπήρξε πιο αποδεκτός ακόμη και από τους ίδιους του συγγραφείς (ενδεικτικά: Μπαρθ, Γκας, Πίντσον, Μπάρτελμι, τον οποίο μετέφρασες, ακόμη και οι εν ενεργεία Φράνζεν και Χάλμπεργκ). Εν αντιθέσει, στην Ελλάδα το να αποκαλέσεις έναν συγγραφέα μεταμοντέρνο θεωρείται περίπου ψόγος. Κάποτε είχα πει στον Θανάση Βαλτινό ότι η χρήση από μεριάς του τόσο νωρίς της πολυφωνικής αφήγησης ήταν δείγμα μεταμοντερνισμού και δυσαρεστήθηκε.
Οι περισσότεροι στοχαστές που ασχολήθηκαν με τον μεταμοντερνισμό ήταν/είναι αριστεροί (ή αριστερόστροφοι, όπως προτιμάς να γράφεις) παρά δεξιοί/ δεξιόστροφοι, ενώ κάποιοι ήταν πολιτικά αποστασιοποιημένοι (Κονδύλης). Υπάρχει άραγε κάποια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην αριστερά και τον μεταμοντερνισμό; Πέραν τούτου, μήπως ο μεταμοντερνισμός (ή κάποιες εκδοχές του, όπως του Μποντριγιάρ) έφτασε εντέλει να αναιρέσει ακόμα και τη σημαίνουσα, εδώ και ενάμιση αιώνα, διαιρετική τομή «αριστερά-δεξιά», που συχνά αποδεικνύεται, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, άγονη μπροστά σε ραγδαίες εξελίξεις, όπως π.χ. η σαρωτική δύναμη της τεχνολογίας;
Έχω σημειώσει αλλού πως η δεξιά κατηγορεί την αριστερά για μεταμοντερνισμό και η αριστερά με τη σειρά της τη δεξιά. Κατά ένα παράδοξο τρόπο, έχουν δίκιο και οι δύο σε ορισμένα επί μέρους. Ο Λυοτάρ και ο Μποντριγιάρ ξεκίνησαν ως αριστεροί φιλόσοφοι πριν την προσχώρηση στον, ή, καλύτερα, την επινόηση του μεταμοντερνισμού από πλευράς τους. Ακόμη και μετά τη στροφή τους, βέβαια, δύσκολα θα τους χαρακτήριζε κανείς συντηρητικούς. Άλλοι όπως ο εξαιρετικά οξύνους Τζιάνι Βάτιμο, θεωρούσαν εαυτώ αριστερό και μεταμοντέρνο ταυτόχρονα, άλλοι ανήκαν στον φιλελεύθερο χώρο, όπως ο Μισέλ Μαφεσολί ή ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ (ο οποίος αποτελεί ωστόσο κατηγορία από μόνος του ως εκπρόσωπος του μεταμοντέρνου αμερικάνικου νεοπραγματισμού), ενώ έτεροι θεωρητικοί εστίασαν τόσο πολύ στο αισθητικό σκέλος (όπως ο Νικολά Μπουριό) που η εφαρμοσμένη πολιτική έτεινε προς εξαφάνιση στις αναλύσεις τους.
Σίγουρα, μαρξιστές ήταν οι βασικοί επικριτές του μεταμοντέρνου, όπως αναφέρω και στο βιβλίο, ο Τζέιμσον, ο Χάρβεϊ, ο Ίγκλετον και ο Καλλίνικος. Εάν με ρωτάς σε προσωπικό επίπεδο, πιστεύω ότι η διάκριση αριστεράς-δεξιάς εξακολουθεί να υφίσταται, τουλάχιστον όσο μιλάμε για στοιχειωδώς ευνομούμενες κοινωνίες, ωστόσο κινδυνεύει όχι από τεχνοεπιστημονικές εξελίξεις ή από νέα θεωρητικά σχήματα, αλλά αφενός από τις εκατέρωθεν τάσεις εχθροπάθειας και, κυρίως, από την επέλαση ενός απάνθρωπου φιλοπόλεμου αυταρχισμού που μοιάζει (ή, υποδύεται) να εφορμά πέραν ιδεολογιών.
Στέκομαι σε ένα σχόλιο του Γάλλου φιλοσόφου Μαρκ Χιμένεθ που αναφέρεις, ότι ο μεταμοντερνισμός είναι «μία ακόμη εκδήλωση της φροϋδικής δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό». Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα, πρωτίστως ο δυτικός άνθρωπος που έχει λύσει τα στοιχειώδη της επιβίωσης, μοιάζει σαν να δυσφορεί όλη την ώρα: ξυπνά το πρωί και μέχρι το βράδυ νιώθει (ή δείχνει να νιώθει) προδομένος από τους πολιτικούς, τους επιστήμονες, τους επιχειρηματίες κ.λπ. μέχρι κι από τους στενότερους φίλους, συγγενείς και συναδέλφους του· ωσάν να μην μπορεί να εμπιστευτεί τίποτα και κανέναν – θυμίζω εδώ την εύστοχη άποψη του Μπάουμαν, ότι στη μεταμοντέρνα κατάσταση οι ανθρώπινες σχέσεις μοιάζουν σαν να αρχίζουν και να τελειώνουν με το πάτημα ενός κουμπιού, σε ένα ατελείωτο on-off. Πιστεύεις πως αυτή η γενικευμένη δυσφορία, αυτό το αίσθημα προδοσίας, είναι αυθεντικά κι έχουν βάση και ουσία, ή αποτελούν μια ακόμα υπερβολική εκδήλωση του χορτασμένου ή έστω μισοχορτασμένου;
Η δυσφορία και η αίσθηση προδοσίας πιστεύω συνδέονται πολύ στενά με την έννοια της προσδοκίας, κυρίως όπως αυτή νοήθηκε για πρώτη ίσως φορά (ίσως με εξαίρεση την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, να τος πάλι ο Διαφωτισμός) στην ιστορία της ανθρωπότητας από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κι έπειτα και στις μέρες μας καταρρέειˑ τα στοιχειώδη της επιβίωσης που αναφέρεις δεν μοιάζουν πια αυτονόητα ούτε για τον δυτικό άνθρωπο, για να μη μιλήσουμε για την κλιματική καταστροφή.
(...) ό,τι οι μεταμοντέρνοι θα θεωρούσαν ευλογία («να ζήσουμε τη ζωή μας σαν τέχνη»), καταλήγει απλή, εργαλειακή έως χυδαία χρήση της αισθητικής από το μάρκετινγκ.
Οι προσδοκίες μεγενθύθηκαν, και αυτές!, από την ολιστική (ψευδο)διαφάνεια του διαδικτύου – «κοίτα τι τέλειες ζωές έχουν όλοι». Ωστόσο, πιστεύω ότι αυτή η αίσθηση συνδέεται ακόμη περισσότερο με την περίφημη κόπωση, την εργασιακή υπό την έννοια των απανωτών burn out από ατέλειωτες ώρες εργασίας, τη συναισθηματική/ νοητική υπό την έννοια, μεταξύ άλλων, της αστικής μοναξιάς, αλλά θα προσέθετα και την αισθητική, με την υπερπροσφορά καλλιτεχνικών έργων πάσης φύσης ή την αισθητικοποίηση όλων και περισσότερο πλευρών της ζωής μας: δηλαδή ό,τι οι μεταμοντέρνοι θα θεωρούσαν ευλογία («να ζήσουμε τη ζωή μας σαν τέχνη»), καταλήγει απλή, εργαλειακή έως χυδαία χρήση της αισθητικής από το μάρκετινγκ.
Μία από τις αξίες του πολύτιμου έργου σου είναι ότι δεν αποφεύγεις τον ελέφαντα στο δωμάτιο, το μεταμοντέρνο «τέρας» που βρίσκεται γύρω μας και μέσα μας, με το οποίο οφείλουμε να ερχόμαστε αντιμέτωποι, αντί να στρουθοκαμηλίζουμε, όπως συμβαίνει συχνότατα, τόσο στον χώρο της θεωρίας, όσο και στον χώρο της λογοτεχνίας. Στον δεύτερο χώρο, λόγου χάριν, διαπιστώνω με θυμηδία την αποφυγή του «τέρατος» της τεχνοεπιστήμης στην ελληνική πεζογραφία για χάρη των ιστοριών της διπλανής πόρτας, της ντοπιολαλιάς και της άκρατης αυτομυθοπλασίας, που εξασφαλίζουν ευκολότερα (γι’ αυτό άλλωστε ευδοκιμούν) αναγνώστες, κριτικές και βραβεύσεις. Θυμίζοντας πως εξακολουθούμε να μη διαθέτουμε μια πλήρη μελέτη, ελληνική ή μεταφρασμένη, για τη μεταμοντέρνα λογοτεχνία, να ρωτήσω: είναι το έργο σου η πρώτη συστηματική ελληνική φιλοσοφική μελέτη για τον μεταμοντερνισμό;
Τη συζήτηση για το μεταμοντέρνο την έφερε στην Ελλάδα ο Γιώργος Βέλτσος στις αρχές της δεκαετίας του 1980, πολύ νωρίς για τον ρυθμό που διαδιδόταν τότε οι θεωρητικές συζητήσεις και μάλιστα σε υψηλό επίπεδο. Έκτοτε ακολούθησε σιωπή (ή αποσιώπηση;) Είτε για λόγους άγνοιας -η πλειονότητα των αναγνωστών θεωρίας αλλά παραδόξως και ορισμένων πανεπιστημιακών, εξακολουθεί λανθασμένα να θεωρεί μεταμοντέρνους τον Φουκώ, τον Ντερριντά, τον Ντελέζ, τον Λακάν- είτε για λόγους «μη φιλικότητας του αντικειμένου προς τον χρήστη», είτε γιατί «η συζήτηση αυτή έχει τελειώσει» – για το μεταμοντέρνο θα βρείτε μόνο ακραία συμπεράσματα, συνήθως καταδίκες: είτε ότι τελείωσε/απέτυχε ή ότι θριάμβευσε με τη μορφή της νέας μεταφυσικής των new age κουλτουρών, του πολιτικού ανορθολογισμού και της ψευδοεπιστήμης.
Ο μεταμοντερνισμός σε άλλα δικαιώθηκε πανηγυρικά (ψηφιακός κόσμος) και σε άλλα διαψεύστηκε παταγωδώς.
Το να «σπάσω» αυτό το δίπολο ήταν ένας από τους δύσκολους στόχους της μελέτης. Ο μεταμοντερνισμός σε άλλα δικαιώθηκε πανηγυρικά (ψηφιακός κόσμος) και σε άλλα διαψεύστηκε παταγωδώς. Στη δεκαετία που μεσολάβησε από την έρευνά μου για το αντικείμενο μέχρι την εμπλουτισμένη/αναθεωρημένη του έκδοση σε βιβλίο φέτος, βρήκα ελάχιστες νέες ελληνόφωνες αναφορές, οι περισσότερες ήταν σε εργασίες μεταπτυχιακών, κυρίως, φοιτητών. Ωστόσο, μεταφράστηκαν ορισμένα ακόμη βιβλία του Λυοτάρ και του Μποντριγιάρ, αλλά κανέναν των νεώτερων μεταμοντέρνων.
Για τη μεταμοντέρνα λογοτεχνία, στην Ελλάδα ούτως ή άλλως αποφεύγουμε, όπως προανέφερα, παρόμοιες «κατατάξεις» ή σχετιζόμενες θεματικές. Αφενός επειδή ζήσαμε έναν ιδιαίτερα ταραγμένο πολιτικο-κοινωνικά 20ό αιώνα που προσφέρει ακόμη τραύματα και υλικό, αφετέρου η αυτομυθοπλασία εμφανίζεται για μένα όχι τόσο ως θελκτική νέα τεχνική ή είδος αλλά περισσότερο ως επιβεβαίωση ενός ναρκισσισμού και λίγο ως μόδα. Από την άλλη, συμβαίνει το παράδοξο να έχουμε αρκετούς και καλούς συγγραφείς στο πεδίο της επιστημονικής ή κοινωνικής φαντασίας που βρίσκουν, δυστυχώς, ελάχιστους αναγνώστες την ίδια στιγμή που σημαντικός αριθμός ελληνόφωνων αναγνωστών διαβάζει αντίστοιχα βιβλία απ’ ευθείας στα αγγλικά. Προσωπικά, δεν είχα τον χώρο για να αναφερθώ και ειδικότερα στον μεταμοντερνισμό στη λογοτεχνία, πλην ορισμένων θεωρητικών συνδέσεών του με τη φιλοσοφία. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν πολύ σημαντικό να μεταφραστεί ένα εγχειρίδιο ή μια μελέτη για τη μεταμοντέρνα λογοτεχνία όπως αυτή του Mc Hale. Τι λες να τη μεταφράσεις;
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ιορδάνης Κουμασίδης είναι διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Διδάσκει σε πανεπιστημιακό επίπεδο από το 2015 μαθήματα σχετικά με τη φιλοσοφία, τη θεωρία λογοτεχνίας και τη δημιουργική γραφή στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.
Έχει δημοσιεύσει έξι βιβλία, πέντε μεταφράσεις και έχει επιμεληθεί τρεις επιστημονικούς τόμους.
























