
«Ναι, θα έλεγα χωρίς επιφύλαξη ότι το "Ένας δικός της δρόμος" γράφτηκε συνειδητά ως ένα φεμινιστικό βιβλίο. Από την αρχή, όπως και σε άλλα βιβλία μου, με ενδιέφερε να ακουστούν οι φιμωμένες φωνές της Ιστορίας, οι γυναίκες που έμειναν στο περιθώριο» μας είπε η Αργυρώ Μαντόγλου με αφορμή την κυκλοφορία του πρόσφατου μυθιστορήματός της από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Τρεις ηρωίδες πρωταγωνιστούν στο νέο μυθιστόρημα της Αργυρώς Μαντόγλου, δυο εκ των οποίων είναι υπαρκτά, και μάλιστα γνωστά, πρόσωπα του παρελθόντος: πρόκειται για την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, την «πρώτη Ελληνίδα πεζογράφο», όπως αναφέρει με κάποια πικρία και η ίδια ως χαρακτήρας στο έργο της Μαντόγλου, αλλά και τη Βιρτζίνια Γουλφ, ή Στιβεν-Γουλφ, αν χρησιμοποιήσουμε και το πατρικό της επώνυμο.
Χωρίς φυσικά να χάσουν την ιδιότητα της συγγραφέα, οι δυο τους μετατρέπονται σε ηρωίδες στην αφήγηση της Μαντόγλου στο Ένας δικός της δρόμος (εκδ. Καστανιώτη), για να συναντήσουν μία τρίτη φωνή, στο παρόν μας, μια γυναίκα που περιπλανιέται στη σύγχρονη Βενετία, την ίδια ώρα που στην περιοχή κάποιοι αρχαιολόγοι αναζητούν… μια μάγισσα.
Πώς αυτά τα τρία πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους, παρά τη μεγάλη απόσταση στον χρόνο και τον τόπο που τις χωρίζει; Ασφαλώς, ένα κοινό σημείο που τις ενώνει είναι η γραφή, που για κάθε μία «είναι, πάνω απ’ όλα, ένας τρόπος επιβίωσης», όπως μας φανέρωσε μεταξύ άλλων η συγγραφέας.
Στο μυθιστόρημά σας τρεις κύριες ηρωίδες συνυπάρχουν: η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, η Βιρτζίνια Στίβεν-Γουλφ και μία ακόμη ηρωίδα, που ακολουθεί έναν αρχαιολόγο στην αναζήτησή του για μια μάγισσα… Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία διαφορετικά μέρη, ένα για την κάθε μία, που όμως συνομιλούν έντονα μεταξύ τους κι οδηγεί το ένα στο άλλο. Μάλιστα, χάρη σε αυτή την επικοινωνία δίνεται στο τέλος μια «λύση». Πώς προέκυψε το μυθιστόρημά σας; Γιατί αυτή η ιδιαίτερη δομή, το χώρισμα σε τρία μέρη, με διαφορετικό ύφος και σκηνικό;
Το Ένας δικός της δρόμος γεννήθηκε από την αίσθηση ότι οι ζωές ορισμένων γυναικών, παρά τη χρονική απόσταση, συνομιλούν υπόγεια μεταξύ τους. Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, η Βιρτζίνια Στίβεν-Γουλφ και η σύγχρονη ηρωίδα της τρίτης ιστορίας, αποκαλύφθηκαν ως τρεις παραλλαγές της ίδιας βαθιάς αγωνίας: της ανάγκης μιας γυναίκας να αποκτήσει φωνή, να υπάρξει ως υποκείμενο, να χαράξει τον δικό της δρόμο.
Κάθε ηρωίδα «έφερε» έναν διαφορετικό ιστορικό χρόνο, ένα διαφορετικό καθεστώς σιωπής, έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του κόσμου. Πολύ σύντομα διαπίστωσα ότι δεν μπορούσαν να ειπωθούν μέσα στην ίδια αφηγηματική φόρμα. Χρειάζονταν το δικό τους σκηνικό, το δικό τους ύφος, τον δικό τους ρυθμό. Ωστόσο, τα τρία αυτά μέρη δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Συνομιλούν υπόγεια, φωτίζουν το ένα το άλλο, σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Η «λύση» στο τέλος δεν είναι ένα αφηγηματικό εύρημα, αλλά μια εσωτερική σύνθεση: η αίσθηση ότι οι τρεις φωνές, παρά τη χρονική απόσταση, συγκροτούν έναν ενιαίο στοχασμό πάνω στη γυναικεία μοίρα, στη γραφή και στη μνήμη.
Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου και η Βιρτζίνια Στίβεν-Γουλφ είναι υπαρκτές συγγραφείς, που έζησαν η μία περίπου έναν αιώνα μετά από την άλλη. Μέσω ενός ευρήματος, η Μουτζάν Μαρτινέγκου μάς μιλά ως φάντασμα, ενώ στη συνέχεια η Στίβεν-Γουλφ ταξιδεύει στην Εύβοια, σε μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, όπου εμπνέεται να γράψει το μυθιστόρημά της Η κυρία Νταλογουέι. Προσπαθήσατε με κάποιον τρόπο να προσαρμόσετε το ύφος σας καθώς γράφατε για αυτές τις δύο γυναίκες, που έχουν το δικό τους, χαρακτηριστικό τρόπο γραφής;
Ναι, με την έννοια κάθε μία από αυτές τις γυναίκες απαιτούσε διαφορετικό ρυθμό και διαφορετικό αφηγηματικό χειρισμό. Δεν επεδίωξα να μιμηθώ το ύφος τους, αλλά προσπάθησα να πλησιάσω τον εσωτερικό τους παλμό, την εποχή και τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουν την πραγματικότητα.
Η φωνή της Μουτζάν-Μαρτινέγκου, που στο βιβλίο μιλά ως φάντασμα, έχει τον τόνο μιας μαρτυρίας και ενός αναστοχαστικού απολογισμού. Πρόκειται για μια φωνή που κουβαλά τη στέρηση, τον εγκλεισμό, τη ματαίωση και μιλά από απόσταση, με αποστασιοποίηση αλλά και οίστρο που δεν της επετράπη όσο ήταν εν ζωή.
Έτσι, η «αστάθεια» της φωνής έγινε τελικά δομικό στοιχείο του βιβλίου, γιατί η ίδια η γυναικεία εμπειρία, όπως τη συναντώ ιστορικά και βιωματικά, είναι πολλαπλή, ρέουσα και ποτέ μονοδιάστατη.
Η αφήγηση της Βιρτζίνια Στίβεν-Γουλφ αντιθέτως είναι πιο ρευστή και αισθητηριακή. Με ενδιέφερε η εποχή πριν η Γουλφ γίνει η συγγραφέας που όλοι γνωρίζουμε: μια νεαρή γυναίκα που παρατηρεί το φως, τα χρώματα αφουγκράζεται τα ελληνικά τοπία τα οποία δεν περιγράφονται απλώς, αλλά διαπερνούν τη συνείδηση. Η σύγχρονη ηρωίδα, τέλος, κουβαλά τον κατακερματισμό του παρόντος: μιλά μέσα από ρωγμές, σιωπές, αμφισημίες και κενά.
Θα έλεγα λοιπόν ότι το ύφος κάθε ιστορίας γεννήθηκε από τις ανάγκες της ίδιας της φωνής. Στη διάρκεια της συγγραφής ένιωσα πολλές φορές ότι εγώ η ίδια έπρεπε να «μετατοπιστώ» για να τις αφουγκραστώ. Δεν μπορούσα να παραμείνω σε μία αφηγηματική οπτική. Έτσι, η «αστάθεια» της φωνής έγινε τελικά δομικό στοιχείο του βιβλίου, γιατί η ίδια η γυναικεία εμπειρία, όπως τη συναντώ ιστορικά και βιωματικά, είναι πολλαπλή, ρέουσα και ποτέ μονοδιάστατη.
Άλματα από τη μια χρονική περίοδο στην άλλη και από τόπο σε τόπο. Ζάκυνθος, Βενετία, Εύβοια, 19ος, 20ός και 21ος αιώνας. Πόση έρευνα χρειάστηκε να κάνετε για να αναπαραστήσετε τους τόπους, τις εποχές, τις προσωπικότητες;
Η έρευνα υπήρξε εκτεταμένη και πολυεπίπεδη. Για τη Μουτζάν-Μαρτινέγκου χρειάστηκε να μελετήσω το έργο της, το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της Ζακύνθου του 19ου αιώνα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διασώθηκε (και αλλοιώθηκε) το έργο της μέσα στον χρόνο. Για τη Βιρτζίνια Γουλφ εργάστηκα με ημερολόγια, επιστολές, βιογραφικά στοιχεία, αλλά και με την ευρύτερη βιβλιογραφία γύρω από τη σχέση της με την Ελλάδα και το πρώτο ταξίδι της στην Εύβοια -ένα πραγματικό γεγονός-, το οποίο έπρεπε να ενσωματωθεί στη μυθοπλασία. Η τρίτη ιστορία απαίτησε διαφορετικού τύπου έρευνα: λαογραφικά και αρχαιολογικά δεδομένα, αφηγήσεις για τις «μάγισσες», την τιμωρία των γυναικείων σωμάτων, αλλά και τον τρόπο που η σύγχρονη επιστήμη τα ερμηνεύει.
Οι τόποι δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικό αλλά ως ενεργοί φορείς μνήμης. Προσπάθησα να αποδώσω όχι μόνο την ιστορική πραγματικότητα, αλλά και το ίχνος που έχει απομείνει, έστω και αχνά, στο δικό μας παρόν.
Η Μουτζάν-Μαρτινέγκου, που προσπαθεί να δραπετεύσει από το σπίτι της, να σπουδάσει και να γράψει, η Βιρτζίνια Γουλφ, που εμπνέεται να δημιουργήσει το εμβληματικό μυθιστόρημά της, η «μάγισσα» της τρίτης ιστορίας, με τα καρφιά και την πέτρα στο στόμα, η ηρωίδα που περιπλανιέται προσπαθώντας να εκφραστεί, να ανακαλύψει εκείνο το «θέλω» που την «κατέτρωγε εσωτερικά». Είναι η γραφή ένα μέσο απελευθέρωσης για τις/ους καταπιεσμένες/ους, και μια μέθοδος «επιδιόρθωσης» της Ιστορίας;
Για τις ηρωίδες του βιβλίου η γραφή είναι, πάνω απ’ όλα, ένας τρόπος επιβίωσης. Η Μουτζάν-Μαρτινέγκου γράφει για να αντέξει τον εγκλεισμό και τις στερήσεις της ζωής της. Η Βιρτζίνια Στίβεν-Γουλφ γράφει για να δώσει μορφή στον περιδινούμενο εσωτερικό της κόσμο και στην παλλόμενη συνείδησή της. Η σύγχρονη γυναίκα της τρίτης ιστορίας παλεύει να βρει τη γλώσσα που θα της επιτρέψει να αρθρώσει τη δική της επιθυμία.
Η γραφή δεν μπορεί να «επιδιορθώσει» την Ιστορία με την έννοια της αποκατάστασης των αδικιών. Μπορεί να φέρει στο παρόν φωνές που αποσιωπήθηκαν, να φωτίσει κενά, να αναδείξει όσα έμειναν στο περιθώριο της επίσημης ιστορικής αφήγησης. Υπό αυτή την έννοια, η γραφή λειτουργεί ταυτόχρονα ως μέσο απελευθέρωσης, αλλά και ως χειρονομία ηθικού χρέους απέναντι στις φιμωμένες φωνές.
Με απασχολούσε πάντοτε το εξής παράδοξο: πόσες γυναίκες υπήρξαν «εύγλωττες», αλλά και πόσες από αυτές δεν ακούστηκαν ποτέ πραγματικά;
Η σιωπή δεν είναι για μένα απουσία λόγου· είναι μια μορφή βίας. Στο Ένας δικός της δρόμος η σιωπή δεν εμφανίζεται ποτέ ως ουδέτερη κατάσταση· επιβάλλεται. Επιβάλλεται στην Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου από το οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον, επιβάλλεται στη μάγισσα με τον πιο ωμό, σωματικό τρόπο, επιβάλλεται και στη σύγχρονη ηρωίδα μέσα από τις λεπτές, τις «εκλεπτυσμένες» μορφές της σημερινής χειραγώγησης.
Με απασχολούσε πάντοτε το εξής παράδοξο: πόσες γυναίκες υπήρξαν «εύγλωττες», αλλά και πόσες από αυτές δεν ακούστηκαν ποτέ πραγματικά; Η Ελισάβετ, παρότι γράφει αδιάκοπα, παρότι έχει συνείδηση της αξίας της, καταδικάζεται σε μια μεταθανάτια συνθήκη σπαραγμάτων. Η ίδια στο βιβλίο μου μιλά ως φάντασμα ακριβώς επειδή όσο ζούσε δεν της επετράπη να μιλήσει και να ακουστεί. Η σιωπή, λοιπόν, δεν με ενδιέφερε ως ψυχολογική κατάσταση αλλά ως μέθοδος χειραγώγησης και εξόντωσης, ενώ η γραφή λειτουργεί ως το αντίδοτό της: μια επίμονη προσπάθεια να επιστρέψει η φωνή εκεί απ’ όπου αφαιρέθηκε.
Ένα από τα κεντρικά θέματά σας φαίνεται να είναι το έμφυλο ζήτημα. Γυναίκες που καταπιέζονται, που προσπαθούν να απελευθερωθούν, και από την άλλη, άντρες, όπως ο αρχαιολόγος της τρίτης ιστορίας, που ισχυρίζονται με αυτοπεποίθηση πως «ξέρουν τα πάντα» για αυτές. Θα χαρακτηρίζατε τη γραφή σας ως «φεμινιστική»; Συμφωνείτε με τον όρο;
Ναι, θα έλεγα χωρίς επιφύλαξη ότι το Ένας δικός της δρόμος γράφτηκε συνειδητά ως ένα φεμινιστικό βιβλίο. Από την αρχή, όπως και σε άλλα βιβλία μου, με ενδιέφερε να ακουστούν οι φιμωμένες φωνές της Ιστορίας, οι γυναίκες που έμειναν στο περιθώριο, λογοκρίθηκαν, περιορίστηκαν και σιώπησαν.
Η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, η Βιρτζίνια Στίβεν-Γουλφ, η σύγχρονη ηρωίδα και η μάγισσα της τρίτης ιστορίας δεν είναι απλώς λογοτεχνικοί χαρακτήρες· είναι φορείς μιας διαχρονικής έμφυλης χειραγώγησης, αλλά και μιας βαθιάς επιθυμίας για ελευθερία, δημιουργία και αυτοδιάθεση.
Το βιβλίο γράφτηκε ως μια πράξη αποκατάστασης της γυναικείας φωνής.
Ο αρχαιολόγος της τρίτης ιστορίας ενσαρκώνει ακριβώς εκείνον τον πατριαρχικό τρόπο θέασης που γνωρίζει, επιλέγει, ερμηνεύει και ορίζει χωρίς να ακούσει τη γυναικεία φωνή. Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι απλώς αφηγηματική αλλά βαθιά πολιτική. Το βιβλίο γράφτηκε ως μια πράξη αποκατάστασης της γυναικείας φωνής. Μια προσπάθεια να ειπωθούν όσα δεν ειπώθηκαν, να φωτιστούν όσα θάφτηκαν, να ακουστούν επιτέλους εκείνες που η Ιστορία προτίμησε να αποσιωπήσει.
Για αιώνες, η ιστορία των γυναικών γράφτηκε κατά κύριο λόγο από άλλους: από θεσμούς, από άντρες, από εξουσίες, από αφηγήσεις που τις ενέτασσαν σε προκαθορισμένους ρόλους. Ακόμη και όταν οι γυναίκες μιλούσαν, η φωνή τους περνούσε μέσα από φίλτρα: λογοκρισίας (ή αυτολογοκρισίας), ηθικολογίας, οικογενειακού ελέγχου, κοινωνικής προκατάληψης. Η περίπτωση της Μουτζάν-Μαρτινέγκου στο βιβλίο μου είναι εμβληματική: γράφει, αλλά το έργο της διασώζεται αλλοιωμένο, περικομμένο, ερμηνευμένο από άλλους.
Σήμερα, νομίζω ότι για πρώτη φορά, σε τέτοια έκταση, οι γυναίκες αρχίζουν πραγματικά να γράφουν οι ίδιες την ιστορία τους. Ωστόσο, δεν είναι κάτι δεδομένο ούτε οριστικό. Συχνά η γυναικεία εμπειρία εξακολουθεί να εγκλωβίζεται σε στερεότυπες αναγνώσεις ή να «ερμηνεύεται» αντί να ακούγεται.
Στις ημέρες μας φαίνεται να κερδίζει έδαφος και να αναγνωρίζεται περισσότερο μια διεκδικητική λογοτεχνία, που δίνει έμφαση στο φύλο και στις ανισότητες, στο θέμα της ταυτότητας, με αξιώσεις. Συμβαίνει πράγματι κάτι τέτοιο, και στα ελληνικά γράμματα και διεθνώς; Είναι μια νίκη για την προοδευτική πλευρά, σε σκοτεινούς καιρούς, στην περίοδο του Τραμπ και της ανόδου της ακροδεξιάς παγκοσμίως;
Πιστεύω ότι πράγματι ζούμε μια περίοδο κατά την οποία η λογοτεχνία στρέφεται όλο και περισσότερο σε ζητήματα φύλου, ταυτότητας και ανισοτήτων, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Φωνές που για μεγάλο διάστημα βρίσκονταν στο περιθώριο διεκδικούν πλέον κεντρική θέση στο δημόσιο λόγο.
Η άνοδος της ακροδεξιάς και η επιστροφή συντηρητικών αφηγημάτων δείχνουν ότι τίποτα δεν έχει οριστικά κερδηθεί.
Ωστόσο, θα ήμουν επιφυλακτική ως προς τον όρο «νίκη». Πρόκειται περισσότερο για μια συνεχή διαδικασία διεκδίκησης, που δεν είναι ούτε γραμμική ούτε εξασφαλισμένη. Η άνοδος της ακροδεξιάς και η επιστροφή συντηρητικών αφηγημάτων δείχνουν ότι τίποτα δεν έχει οριστικά κερδηθεί. Ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο: νέοι τρόποι αφήγησης μας κατακλύζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τον τρόπο τους απλουστευμένοι, τυποποιημένοι, συντομευμένοι.
Αν κάτι μπορεί να θεωρηθεί κέρδος, είναι ότι σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότεροι πρόθυμοί να ακούσουν αυτές τις φωνές. Και η λογοτεχνία, ακριβώς επειδή δεν λειτουργεί ως μανιφέστο αλλά ως πεδίο σύνθετης εμπειρίας, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας πιο κριτικής σκέψης και, κυρίως, μιας ευαίσθητης συνείδησης.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Αργυρώ Μαντόγλου ζει στην Αθήνα και διδάσκει δημιουργική γραφή στην Ελλάδα και τη Βρετανία. Σπούδασε Αγγλική λογοτεχνία, Φιλοσοφία και Κριτική θεωρία. Άρθρα, κριτικές και θεωρητικά κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο, περιοδικό και ηλεκτρονικό τύπο, ενώ ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση και τη διδασκαλία της λογοτεχνίας.

Έχει μεταφράσει έργα σπουδαίων συγγραφέων όπως των: Τζορτζ Έλιοτ, Βιρτζίνια Γουλφ, Χένρι Τζέιμς, Τζέιν Όστεν, Έμιλι και Σαρλότ Μπροντέ, Καζούο Ισιγκούρο, Χαρούκι Μουρακάμι (για τη μετάφραση του έργου του Ο Κάφκα στην ακτή έλαβε το Βραβείο Βιβλίου Public).
Έχει εκδώσει επτά μυθιστορήματα, μία συλλογή διηγημάτων, δύο βιβλία με νουβέλες και δύο ποιητικές συλλογές, ενώ πολλά από τα πεζά της έχουν περιληφθεί στις βραχείες λίστες για τα βραβεία των περιοδικών Διαβάζω, Ο Αναγνώστης και (δε)κατα.
























