dimitris kourtis photo

«Είναι φορές που κάποιες φιγούρες από το παρελθόν ξαφνικά βρικολακιάζουν, εφορμούν στο παρόν με άγριες διαθέσεις απαιτώντας την προσοχή μας» λέει για τον ρεμπέτη Κώστα Μπέζο ο κοινωνιολόγος Δημήτρης Κούρτης, συζητώντας για το βιβλίο του «Πάμε στη Χονολουλού – Κώστας Μπέζος 1905-1943» (εκδ. Αίολος).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

Το δοκίμιο του κοινωνιολόγου Δημήτρη Κούρτη, Πάμε στη Χονολουλού – Κώστας Μπέζος 1905-1943 (εκδ. Αίολος), εξετάζει την Αθήνα του Μεσοπολέμου, φανερώνοντας άγνωστες πτυχές της ιστορίας της: συγκεκριμένα, εστιάζει στη μουσική των χαβάγιων και στον εισηγητή τους στην Ελλάδα, τον ρεμπέτη Κώστα Μπέζο (Μπολάτι Κορινθίας,1905 - Αθήνα, 1943), μια μορφή ξεχασμένη σήμερα, που όμως κάποτε ηγήθηκε του πιο διάσημου συγκροτήματος της εποχής του. 

kostas mpezos

Ο Κώστας Μπέζος, γνωστός και ως «Κωστής»

Μιλήσαμε με τον συγγραφέα για τα έργα και τις ημέρες του Κώστα Μπέζου, ή «Κωστή», όπως ήταν το ψευδώνυμό του ως ρεμπέτη, τη μουσική σκηνή του Μεσοπολέμου, τους λόγους που οι χαβάγιες «χάθηκαν» μέσα στα χρόνια.

Το βιβλίο σας αφορά στον βίο και την πολιτεία του Κώστα Μπέζου, που ήταν μουσικός, ρεμπέτης, για ένα διάστημα σκηνογράφος, για δύο εμφανίσεις ηθοποιός, καθώς και σημαντικός γελοιογράφος της δεκαετίας του '30. Μια πολυσχιδής προσωπικότητα. Πώς τον ανακαλύψατε;

Τον Κώστα Μπέζο τον είχα πρωτογνωρίσει, όπως και οι περισσότεροι, με το όνομα «Κωστής», κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ήταν μέσα από ένα CD μιας από εκείνες τις ρεμπέτικες συλλογές που συνόδευαν τις κυριακάτικες εφημερίδες. Το «Ήσουνα ξυπόλητη» ακούστηκε σαν κάτι αλλιώτικο· μια φωνή τραχιά, αυθεντική και μάγκικη, που ερμήνευε ρεμπέτικο με κιθάρα – κάτι που τότε φάνηκε σχεδόν αταίριαστο. Εκείνο τον καιρό, εγώ κι ένας φίλος μου παίζαμε ήδη ρεμπέτικα και διαβάζαμε με πάθος ό,τι βιβλίο υπήρχε γύρω από το ρεμπέτικο. Κι όμως, για τον «Κωστή» δεν βρίσκαμε τίποτα. Ήταν σαν να είχε ξεπεταχτεί από κάποιο παράλληλο σύμπαν του ρεμπέτικου – χωρίς καταγωγή, χωρίς πλαίσιο, χωρίς βιογραφία. Μας μπέρδευε αυτή η συνύπαρξη της κιθάρας με το ύφος του τραγουδιού ενώ βέβαια ξέραμε τα αντίστοιχα ρεμπέτικα με κιθάρα από Αμερική του Γιώργου Κατσαρού. Αλλά ποιος ήταν ο «Κωστής»;

aiolos kourtis pame sti xonoloulou

Θυμάμαι, έτσι αυθόρμητα και κάπως ρομαντικά, καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως πρέπει να ήταν ένας από τους ξεχασμένους ρεμπέτες της Αμερικής, χαμένος στους δίσκους γραμμοφώνου και τις ηχογραφήσεις της ξενιτιάς. Τα χρόνια πέρασαν, το μυστήριο μεγάλωσε με υποψίες ότι ο Κώστας Μπέζος του ελαφρού τραγουδιού και ο ρεμπέτης «Κωστής» μάλλον είναι το ίδιο πρόσωπο και κάπου το 2014, ο φίλος μου ο Γιάννης Ιασωνίδης -από την Orila Records- μου σύστησε τον Γκόρντον Άσγουορθ, που είχε φτάσει από το Πόρτλαντ του Όρεγκον στην Αθήνα και ενδιαφερόταν να κυκλοφορήσει τα 12 ρεμπέτικα του «Κωστή» σε βινύλιο για το κοινό της Αμερικής γιατί σκέφτηκε ότι θα είχε τρομερό ενδιαφέρον μια κυκλοφορία ρεμπέτικων με κιθάρα.

politeia deite to vivlio 250X102

Στην πορεία και ενώ αρχικά στο πλαίσιο της συνεργασίας μου με τον Γκόρντον θα μετέφραζα τους στίχους των τραγουδιών στα αγγλικά, αποφάσισα να ψάξω για αυτόν, καθώς υπήρχε μόνο μία φωτογραφία του διαθέσιμη στο διαδίκτυο και επιπλέον υπήρχαν διαμάχες στα φόρουμ σχετικά με την ταυτότητά του, για το αν δηλαδή ο Κώστας Μπέζος είναι το ίδιο πρόσωπο με τον «Κωστή». Μετά από μεγάλη προσπάθεια βρήκα πληροφορίες και οι εναπομείναντες συγγενείς του μου εμπιστεύτηκαν το οικογενειακό φωτογραφικο υλικό το οποίο έδωσε τρομερή αξία στη μουσική κυκλοφορία και το βινύλιο κυκλοφόρησε τελικά το 2015 με ένα βιβλιαράκι 28 σελίδων με σημειώσεις από τον Tony Klein και πολλές αδημοσίευτες φωτογραφίες του Μπέζου που έβλεπαν για πρώτη φορά τη δημοσιότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι και αυτή η κυκλοφορία έκανε μεγάλη αίσθηση στην Ελλάδα και στην Αμερική που κυκλοφόρησε, τόσο που η Apple χρησιμοποίησε το τραγούδι «Πάμε στη Χονολουλού» για το iphone 7.

Είδα τον Μπέζο να συγχρωτίζεται με όλη τη λογοτεχνική γενιά της δεκαετίας του 1920 στο φιλολογικό στέκι του Μπαγκείου, να δουλεύει ως σκιτσογράφος σε όλες τις σημαντικές εφημερίδες της δεκαετίας του 1930.

Καθόλη τη διάρκεια αυτής της έρευνας, κατάλαβα ότι υπήρχε μία πραγματικά φανταστική ιστορία για να βγει στην επιφάνεια, μια ανείπωτη ιστορία ενός ανθρώπου και μιας εποχής. Είδα τον Μπέζο να συγχρωτίζεται με όλη τη λογοτεχνική γενιά της δεκαετίας του 1920 στο φιλολογικό στέκι του Μπαγκείου, να δουλεύει ως σκιτσογράφος σε όλες τις σημαντικές εφημερίδες της δεκαετίας του 1930, να ταξιδεύει αχόρταγα σε όλη την Ελλάδα, σε χώρες των Βαλκανίων, στην Τουρκία, στην Αιγυπτο ή αλλού, και να παίζει χαβάγιες, ένα υβριδικό ελληνικό μουσικό είδος επηρεασμένο από τη χαβανέζικη μουσική. Μέσα από τα σκίτσα του, τις μουσικές του και τα ταξιδιωτικά κείμενα που έγραφε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του ξεδιπλώνεται μια αθέατη πλευρά του Μεσοπολέμου και το βιβλίο λειτουργεί στο πλαίσιο της Μικροϊστορίας ως ένα παράθυρο στην εποχή του Μεσοπολέμου και στη βιωμένη πραγματικότητα ενός ανθρώπου που έλαμψε και έπειτα λησμονήθηκε.

kostas mpezos ta aspra poulia

Το συγκρότημα του Μπέζου «Άσπρα Πουλιά». Ο Μπέζος τρίτος από αριστερά, καθιστός. 

Ο Μπέζος είναι ο εισηγητής των χαβάγιων στην Ελλάδα, ενός μουσικού είδους με επιρροές από τη Χαβάη. Το συγκρότημά του, «Άσπρα Πουλιά», ήταν, όπως αναφέρετε, «το πιο διάσημο μουσικό συγκρότημα της ελληνικής προπολεμικής μουσικής σκηνής». Για ποιον λόγο, όμως, τόσο οι χαβάγιες όσο και τα «Άσπρα Πουλιά», παρά τις καινοτομίες τους, δεν μνημονεύονται τόσο συχνά πλέον;

Ο Κώστας Μπέζος, ο Αρίσταρχος Δημητρίου και ο Κυριάκος Στύπας είναι οι πρώτοι μουσικοί στην Ελλάδα που έπιασαν τον παλμό της εποχής, έβαλαν τις κιθάρες στα γόνατα και άρχισαν να παίζουν με σλάιντ. Εκείνη την εποχή η χαβανέζικη μουσική ήταν τρομερή μόδα στην Αμερική, στην Αγγλία, στη Γαλλία και άλλες χώρες της Ευρώπης, ενώ ηχογραφήσεις με τέτοιου είδους μουσική ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς και στο ελληνικό κοινό και αυτό είναι κάτι που αναλύω ξεκάθαρα στο βιβλίο. Οι αρμονικές μελωδίες από τις χαβανέζικες κιθάρες ήταν ένας τρόπος φυγής του κόσμου από τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα του Μεσοπολέμου και τη δυσφορία των αρχών του 20ού αιώνα.

Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, διαμορφώνεται μια αίσθηση ανασφάλειας και κρίσης

Σε μια ιστορική περίοδο που ο χώρος έμοιαζε να είναι σφηνωμένος σε μια δεκαετία που είχε τελειώσει, ήταν τεράστια η ανάγκη της φυγής, της ονειροπόλησης, της υπέρβασης της καθημερινότητας μέσα στα ονειρικά τοπία που πρόσφερε ο κινηματογράφος και η μουσική και ιδιαίτερα ο εξωτισμός που απέπνεε μια μουσική με προέλευση από τα νησιά της Χαβάης. Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, διαμορφώνεται μια αίσθηση ανασφάλειας και κρίσης: το σοκ του ερχομού των Μικρασιατών προσφύγων, οι επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης και τα μέτρα λιτότητας με την πτώχευση το 1932, σε συνδυασμό με τις πληγές της Μικρασιατικής Καταστροφής, τα κινήματα και τα πραξικοπήματα δημιουργούν μια αίσθηση ματαίωσης και μια έντονη ανάγκη φυγής σε κάτι ιδανικό, εξωτικό, παραδεισένιο, γαλήνιο και άπιαστο, όπως οι εξωτικές χαβανέζικες μελωδίες.

Φαίνεται ότι όλη αυτή η μουσική μόδα και η προσκόλληση σε ονειρικές και παραδείσιες μουσικές μελωδίες διακόπηκε απότομα με τις θηριωδίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι η εκκίνηση όλων των συγκυριών εξωτικοποίησης της Χαβάης και της μετατροπής της σε δημοφιλή τουριστικό προορισμό παρατηρείται από το 1898 και έπειτα, όταν μετά την προσάρτησή της ως υπερπόντιας κτήσης των ΗΠΑ, οι Χαβανέζοι μουσικοί άρχισαν να ταξιδεύουν ελεύθερα στην Αμερική και στην Ευρώπη, κάνοντας τη μουσική τους εξαιρετικά δημοφιλή, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο άθελά τους σε μια κοινωνικά κατασκευασμένη πεποίθηση ότι τα νησιά της Χαβάης είναι ένας επίγειος παράδεισος όπου καθημερινά μελαμψοί όμορφοι άντρες παίζουν παράξενες μελωδίες στην κιθάρα και ημίγυμνες γυναίκες χορεύουν τον χορό Χούλα στις παραλίες. Φαίνεται ότι όλη αυτή η μουσική μόδα και η προσκόλληση σε ονειρικές και παραδείσιες μουσικές μελωδίες διακόπηκε απότομα με τις θηριωδίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και παρόλο που οι χαβάγιες ως μουσικό είδος επιβίωσαν στην Ελλάδα από αρκετούς παλιούς μουσικούς μέχρι τη δεκαετία του 1990 ως μουσικό κατάλοιπο, ποτέ δεν κατόρθωσαν να εξελιχθούν και να μας δώσουν καινούριες μουσικές δημιουργίες, έμειναν πιο πολύ σαν ένας παλιός νοσταλγικός και ρομαντικός μουσικός ήχος, μια ανάμνηση του ελαφρού τραγουδιού.

Ήταν δηλαδή περισσότερο μια ανάγκη της εποχής που μας έδωσε αρκετά όμορφα τραγούδια. Στην Αμερική βέβαια πολλοί μουσικοί συνέχισαν με τις ηλεκτρικές χαβάγιες ως μέρος μιας easy listening εξωτικής μουσικής, ενώ είναι ευρέως γνωστή η επιρροή της σλάιντ κιθάρας των χαβανέζικων κιθαρών στην blues και country μουσική.

kostas mpezos geloiografia

«Πολεμική» γελοιογραφία του Κώστα Μπέζου 

Θεωρείτε πως οι πολυάριθμες ιδιότητες του Μπέζου επικοινωνούσαν μεταξύ τους; Βρίσκουμε κάτι από την ενασχόλησή του με το ρεμπέτικο στο παίξιμο των χαβάγιων και από εκεί, στη δραστηριότητά του ως γελοιογράφου και ούτω καθεξής;

Οι πολυάριθμες ιδιότητες του Μπέζου μάς μεταφέρουν τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου με έντονες ανησυχίες και καλλιτεχνικό πνεύμα. Σκηνογράφος σε θεατρικές παραστάσεις, σκιτσογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες, μουσικός, συνθέτης, δημοσιογράφος, στιχουργός, ηθοποιός, περιηγητής, γλεντζές και ξενύχτης: στοιχεία που συνθέτουν το πορτρέτο ενός ανθρώπου που πραγματικά έζησε την εποχή του. Οι χαβάγιες είναι ένα κράμα χαβανέζικης μουσικής, φοξ τροτ, σερενάτας, ρεμπέτικων ταξιμιών, ταγκό και ελληνικής καντάδας, με στοιχεία βαριετέ και επιθεώρησης. Χαρακτηριστικό είναι το «Ο καημός του τσομπάνου», ένα βουκολικό τραγούδι με σλάιντ κιθάρες και χαβανέζικες αναφορές στο οποίο παίζει ο Γούναρης ρεμπέτικο ταξίμι με σαφή αναφορά στο «Μινόρε του τεκέ» του Τζων Χαλκιά, οπότε είναι παραπάνω από προφανής η αφομοίωση διαφορετικών μουσικών στοιχείων σε ένα τραγούδι. Ωστόσο, η προσπάθειά του Μπέζου να καθιερώσει στον ελληνικό χώρο τις χαβάγιες, ένα υβριδικό είδος μουσικής με επιρροές από τη Χαβάη, είναι κάτι που τελικά θα τον φέρει σε υπαρξιακή σύγκρουση με την άλλη του ιδιότητα, αυτήν ενός καταξιωμένου σκιτσογράφου, πριν τελικά καταρρεύσει μέσα στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής.

Από όλη αυτή τη συνθήκη, δεν θα μπορούσε να λείπει και η επιμέλεια μιας συνοδευτικής μουσικής έκδοσης με χαβάγιες, έτσι ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να εμβυθιστεί σε ονειρικές μελωδίες και να ακούσει τη φωνή του Μπέζου.

Με την έκδοση παραθέτετε πλούσιο υλικό, γελοιογραφίες και σκίτσα του Μπέζου, φωτογραφίες του ιδίου και της εποχής του, ακόμα και ένα CD με τα τραγούδια του. Νομίζω πως το στοιχείο του δίσκου είναι το πιο πρωτότυπο και ιδιαίτερο – πώς προέκυψε η ανάγκη για αυτό το συνοδευτικό υλικό και πώς προχωρήσατε με τη δημιουργία του;

Σε αυτή την έκδοση επιχειρώ να σχεδιάσω ένα εμβυθιστικό περιβάλλον μέσα από διαφορετικά υλικά, όπως φωτογραφίες, σκίτσα, ήχους, αφηγήσεις, βιώματα και ταξιδιωτικά κείμενα που να ανακινούν τον αναγνώστη να αισθανθεί μέρος της Μικροϊστορίας, να κατανοήσει μια περασμένη εποχή, να συνδεθεί με τον ήρωα και να ενεργοποιήσει αισθήσεις και συναισθήματα. Μέσα από ένα πραγματικά πλούσιο φωτογραφικό υλικό, το οποίο δημοσιεύεται για πρώτη φορά, μπορούμε να δούμε τον Κώστα Μπέζο σε παιδική ηλικία, σε προσωπικές στιγμές στα χιόνια ή σε μια παραλία, στο πλοίο ταξιδεύοντας για Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε περιοδείες με άλλους μουσικούς με τη μπάντα του, τα Άσπρα Πουλιά. Πολλές από αυτές τις φωτογραφίες έχουν συνταιριάξει και με κάποια κείμενα του, είναι σαν να τον ακούς να μιλάει για την περιπέτεια που είχε πάνω στο πλοίο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στην Κωνσταντινούπολη, ενώ βλέπεις και τις εικόνες πάνω στο πλοίο ή στη χιονισμένη πλατεία Ταξίμ. Από όλη αυτή τη συνθήκη, δεν θα μπορούσε να λείπει και η επιμέλεια μιας συνοδευτικής μουσικής έκδοσης με χαβάγιες, έτσι ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να εμβυθιστεί σε ονειρικές μελωδίες και να ακούσει τη φωνή του Μπέζου.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο προπαγανδιστικός ραδιοφωνικός σταθμός της Νεολαίας Μεταξά, είχε φτιάξει τη δική της ορχήστρα με χαβάγιες που εξέπεμπε ζωντανά το 1939, ερμηνεύοντας χαβάγιες Μπέζου.

Χαβάγιες, ξεχασμένοι τραγουδιστές, συνήθειες της εποχής τις οποίες δεν γνωρίζει το ευρύ κοινό… Το βιβλίο σας αποκαλύπτει μια «άγνωστη» πτυχή της Ελλάδας του παρελθόντος. Υπάρχουν απόψεις για εκείνη την εποχή που ανατρέπονται μέσα από τον εξής τόμο; Ποιο εύρημα σας έκανε να «αναθεωρήσετε»;

Υπάρχουν σίγουρα παγιωμένες αντιλήψεις για τον ελληνικό Μεσοπόλεμο, όμως όσο κάποιος ψάχνει σε βιβλιογραφία και σε πρωτογενή αρχεία, τότε μπορεί να αναδείξει αθέατες πλευρές που ίσως τον οδηγήσουν σε άλλες ερμηνείες. Αναφορικά με τη μουσική πραγματικότητα εκείνης της εποχής, μια παγιωμένη αντίληψη είναι ότι το ρεμπέτικο κυριαρχούσε ως μουσικό είδος στη μεσοπολεμική Αθήνα, ενώ στην πραγματικότητα συνυπήρχε με το ελαφρό τραγούδι, τα μικρασιάτικα, τις μαντολινάτες, το τανγκό, τις καντάδες, το φοξ τροτ και το δημοτικό τραγούδι.

Ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα παίζοντας χαβάγιες πριν πιάσει το μπουζούκι, ενώ ο Μάρκος Βαμβάκάρης κοφτά είχε απαντήσει το εξής στην ερώτηση σχετικά με τον αγαπημένο του συνθέτη: O Αττίκ!

Αργότερα, η Μεταξική λογοκρισία άλλαξε το ρεμπέτικο, καθώς θεώρησε το δημοτικό και το ελαφρό τραγούδι ως κατάλληλα για την ελληνική μουσική διαπαιδαγώγηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο προπαγανδιστικός ραδιοφωνικός σταθμός της Νεολαίας Μεταξά, είχε φτιάξει τη δική της ορχήστρα με χαβάγιες που εξέπεμπε ζωντανά το 1939, ερμηνεύοντας χαβάγιες Μπέζου. Ο Μπέζος βέβαια είχε σατιρίσει μέσα από τα σκίτσα του σε εφημερίδες τη λογοκρισία Μεταξά για τους αμανέδες και τα ανατολίτικα στοιχεία του ρεμπέτικου. Πάντως, οι μουσικοί της εποχής είχαν τελείως διαφορετική άποψη από αυτή που νομίζουμε εμείς σήμερα, την πεποίθησή μας δηλαδή ότι υπήρχε μια κόντρα μεταξύ μουσικών του ρεμπέτικου και του ελαφρού. Σίγουρα ήταν δύο κόσμοι με διαφορετικά πολλές φορές ταξικά χαρακτηριστικά, αλλά με μουσικές συγγένειες και αλληλεπιδράσεις. Οι μουσικές επιθεωρήσεις της εποχής έχουν διακωμωδήσει πολλές φορές τον τύπο του μάγκα και του κουτσαβάκη, αλλά έχουν παράλληλα δανειστεί πολλά μουσικά θέματα από το ρεμπέτικο, ακόμα και ολόκληρα τραγούδια. Ο ίδιος ο Μπέζος έχει ερμηνεύσει με το ψευδώνυμο Κωστής 12 ρεμπέτικα, ενώ έχει επισκεφτεί τεκέδες και κέντρα διασκέδασης με τη Ρόζα Εσκενάζυ και το Μάρκο Βαμβακάρη. Από την άλλη πλευρά, ο ρεμπέτης Γιάννης Παπαϊωάννου ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα παίζοντας χαβάγιες πριν πιάσει το μπουζούκι, ενώ ο Μάρκος Βαμβάκάρης κοφτά είχε απαντήσει το εξής στην ερώτηση σχετικά με τον αγαπημένο του συνθέτη: O Αττίκ!

kostas mpezos skitso

«Πολεμική» γελοιογραφία του Κώστα Μπέζου 

Παράλληλα, παρατηρούμε στην ελληνική βιβλιογραφία και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια νοσταλγική προσέγγιση για μια δήθεν ρομαντική εποχή, ενώ η πραγματικότητα, ιδιαίτερα στην Αθήνα, ήταν εντελώς διαφορετική. Ωστόσο, αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που το έχουμε εδώ στον τόπο μας, μας αρέσει να νοσταλγούμε το παλιό, το ιδανικό και να εξιδανικεύουμε το παρελθόν, αγνοώντας εσκεμμένα για πολλούς λόγους τις προκλήσεις και τα αδιέξοδα κάθε εποχής. Κάτι που με συγκλόνισε κατά τη διάρκεια της αποδελτίωσης εφημερίδων και περιοδικών των δεκαετιών ‘20 και ‘30 είναι τα δημοσιευμένα νοσταλγικά άρθρα στα οποία οι συντάκτες είναι συντετριμμένοι για το πόσο έχει αλλάξει η Αθήνα, για την παλιά εποχή που πέρασε και για την πόλη που δεν είναι πια ίδια και ρομαντική όπως παλιά. Χαρακτηριστικά, αναφέρω τι γράφει ένας συντάκτης για μια τελευταία γωνιά της Πλάκας που κατόρθωσε να απαθανατίσει ένας φωτογράφος για την «Εικονογραφημένη της Ελλάδος» το Φεβρουάριο του 1925: «Μια ποιητική γωνιά της Πλάκας που δείχνει όλη την περασμένη ζωή. Θυμίζει τα όμορφα παλιά χρόνια, που σε τόσο πολύ λίγη ακόμα Αθήνα μπορεί να βρει κανείς!»

Η συνθήκη που βίωσε ο Μπέζος στο Μεσοπόλεμο και η Χονολουλού ως νοητικό καταφύγιο και ονειρεμένος τεχνητός παράδεισος, είναι μια ιστορία που αντανακλά ακόμη στη σημερινή εποχή.

Πρόκειται άραγε για προφητικές ερμηνείες της αλλαγής του αστικού τοπίου που έπεται και φαίνεται ότι θα μας τυραννά για πάντα; Δηλαδή ποια ήταν αυτή η τόσο σημαντική αλλαγή πια, τότε το μακρινό 1925 στην Πλάκα και γιατί μετά από 100 χρόνια λέμε ακόμα ακριβώς τα ίδια πράγματα για αυτή τη γειτονιά και την πόλη; Ίσως είναι η συνεχής αγωνία μας να προσδιορίσουμε την ταυτότητα μιας πόλης η οποία έχασε την ιστορική της για πολλούς αιώνες και δομήθηκε από την αρχή πριν από 200 χρόνια με οικίες και κατασκευασμένες ιδέες. Υπάρχει αυτή η ορμή μιας ασυγκράτητης αλλαγής του αστικού τοπίου που σοκάρει κάθε γενιά και την οδηγεί τυφλά σε τεχνητά νοητικά καταφύγια, σε ένα ρομαντικό αδιέξοδο και ένα νοσταλγικό εγκλωβισμό. Η συνθήκη που βίωσε ο Μπέζος στο Μεσοπόλεμο και η Χονολουλού ως νοητικό καταφύγιο και ονειρεμένος τεχνητός παράδεισος, είναι μια ιστορία που αντανακλά ακόμη στη σημερινή εποχή.

Η Αθήνα του Μεσοπολέμου είναι μια πόλη που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα το Παρίσι και το Βερολίνο της εποχής.

Πάντως η Αθήνα του Μεσοπολέμου δεν κοιμόταν ποτέ. Νυχτερινά κέντρα με φοξ τροτ και τανγκό, υπόγεια με μικρασιάτες μουσικούς, η μάντρα του Αττίκ, καφέ αμάν, ταβέρνες με άφθονο κρασί και καντάδες, εξοχικά κέντρα με δημοτικά τραγούδια, τεκέδες με ρεμπέτικα, θέατρα, συνοικίες με εκδιδόμενες γυναίκες, κινηματογράφοι, νυχτερινά κέντρα διασκέδασης με τζαζ συγκροτήματα, καμπαρέ με επαγγελματίες χορεύτριες από όλες τις χώρες της Ευρώπης και μεταμεσονύχτια φιλολογικά στέκια με τοξικοεξαρτημένους γνωστούς λογοτέχνες δημιούργησαν ένα τρομερό πεδίο ζύμωσης και κοινωνικών ή καλλιτεχνικών αλληλεπιδράσεων. Η εκρηκτική νυχτερινή ζωή της Αθήνας κρατά κυριολεκτικά μέχρι το πρωί, ενώ η χρήση κοκαΐνης είναι συχνή στις δεκαετίες του ‘20 και ‘30 ως μόδα στα καμπαρέ και στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, στα πρότυπα άλλων Ευρωπαϊκών πόλεων. Η Αθήνα του Μεσοπολέμου είναι μια πόλη που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα το Παρίσι και το Βερολίνο της εποχής. Αυτό το διαπίστωσα και σε εκατοντάδες άρθρα της εποχής, αλλά φαίνεται και στο βιβλίο μέσα από κάποια κείμενα του Μπέζου. Ενώ η επίσημη ιστορία έχει καταγράψει με έναν αρκετά συντηρητικό τρόπο κατά τη γνώμη μου τον ελληνικό Μεσοπόλεμο, προσπαθώντας να βγάλει συμπεράσματα έχοντας ως δείκτες ιστορικής παράθεσης τα πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και στρατιωτικά γεγονότα, αντίθετα με αυτή την έκδοση, η Μικροϊστορία ρίχνει φως στις ετερογένειες της εποχής μέσα από την ανείδωτη βιωμένη πραγματικότητα ενός ανθρώπου, του οποίου η στάση ζωής και η εσωτερική πάλη αντανακλούν και στο σήμερα.

kostas mpezos geloiografia 1

Αυτοπορτρέτο του Κώστα Μπέζου

Δεν θα ισχυριζόμουν ποτέ ότι αυτή η έκδοση μπορεί από μόνη της να ανατρέψει τις σημερινές παγιωμένες απόψεις μιας ολόκληρης εποχής. Αυτό που προσφέρει, όμως, το συγκεκριμένο έργο είναι ένα μοναδικό ταξίδι στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, μέσα από τα μάτια και την προσωπική ματιά ενός περιπλανώμενου μουσικού και ανήσυχου καλλιτέχνη. Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον Μεσοπόλεμο όχι μόνο ως ιστορική περίοδο, αλλά ως ζωντανή εμπειρία, μέσα από τις περιπέτειες, τις αγωνίες και τα αδιέξοδα του ήρωα – και, τελικά, να ταυτιστεί μαζί του, να τον κατανοήσει και να τον συμπαθήσει.

«Είναι φορές που κάποιες φιγούρες από το παρελθόν ξαφνικά βρικολακιάζουν, εφορμούν στο παρόν με άγριες διαθέσεις απαιτώντας την προσοχή μας».

Ωστόσο, οφείλω να αναφέρω ότι αυτό το έργο είναι η δική μου ερμηνεία για τη ζωή ενός ανθρώπου που έζησε πριν από 100 περίπου χρόνια και την εποχή που έδρασε, που αποτελείται από δικά μου κείμενα, αρχειακό υλικό, ηχογραφήσεις, φωτογραφίες, σκίτσα και κείμενα του ίδιου του Μπέζου. Κάποιος άλλος θα μπορούσε να φτιάξει μια διαφορετική ή αποκλίνουσα εξιστόρηση η οποία θα γεννούσε μια άλλη αφήγηση και διαφορετικές ίσως ερμηνείες Ωστόσο, σε αυτό το βιβλίο έχω βάλει με μεγάλη ειλικρίνεια το προσωπικό μου βίωμα μιας έρευνας διάρκειας δέκα ετών και αυτό που επιχειρώ είναι να λειτουργήσει αυτή η έκδοση ως μια εμβυθιστική εμπειρία με εικόνες, ήχους και συναισθήματα, όπως τα βίωσα εγώ σε αυτό το ταξίδι.

Και όπως μου είπε και ο φίλος Στρατής Βογιατζής: «Είναι φορές που κάποιες φιγούρες από το παρελθόν ξαφνικά βρικολακιάζουν, εφορμούν στο παρόν με άγριες διαθέσεις απαιτώντας την προσοχή μας ή ίσως πάλι να είμαστε εμείς που τους προσκαλούμε, μέσα από κάποιο μεταφυσικό κάλεσμα, αποζητώντας ενδόμυχα εκείνους τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες που θα επαναμάγευσουν την στείρα και συναινετική πραγματικότητα των καιρών μας».

* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.


Δυο λόγια για τον συγγραφέα

Ο Δημήτρης Κούρτης γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι κοινωνιολόγος.

kourtis dimitris

Έχει συνεργαστεί με πολιτιστικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς φορείς στην υλοποίηση διαθεματικών καλλιτεχνικών παραγωγών, ταινιών ντοκιμαντέρ, εκπαιδευτικών εργαστηρίων και δράσεων με επίκεντρο την αρχειακή έρευνα, την αφήγηση ιστοριών και την ενδυνάμωση κοινοτήτων. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αντώνης Μαυρόπουλος: «Το κοινωνικά συμφέρον είναι η τεχνητή νοημοσύνη να υιοθετείται αργά και προσεκτικά, όχι με συνθήκες Άγριας Δύσης»

Αντώνης Μαυρόπουλος: «Το κοινωνικά συμφέρον είναι η τεχνητή νοημοσύνη να υιοθετείται αργά και προσεκτικά, όχι με συνθήκες Άγριας Δύσης»

Συζητάμε με τον Αντώνη Μαυρόπουλο, συγγραφέα του βιβλίου «Τεχνητή νοημοσύνη - Άνθρωπος, φύση, μηχανές» (εκδ. Τόπος). Τι είναι τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα και ποιον εξυπηρετούν; Υπό ποιες προϋποθέσεις πορεί η ΤΝ να γίνει κοινωνικά χρήσιμη; Πώς μπορούμε να την αναπτύξουμε με τρόπο που να ωφελεί όλη την ανθρωπότητα...

5 λεπτά με τη Νελιόνα Μούτσου: «Η ποίηση λειτουργεί ως κοινός τόπος, όπου η προσωπική εμπειρία συναντά τη συλλογική»

5 λεπτά με τη Νελιόνα Μούτσου: «Η ποίηση λειτουργεί ως κοινός τόπος, όπου η προσωπική εμπειρία συναντά τη συλλογική»

5 λεπτά με μία ποιήτρια. Σήμερα, η Νελιόνα Μούτσου για τη συλλογή της «Άπατρις γη» (εκδ. Βακχικόν).

Επιμέλεια: Book Press

Υπάρχει μια στιγμή στον χρόνο που θεωρείτε την αρχή της συγγραφής της νέας σας συλλ...

Αχιλλέας Σύρμος: «Στον κόσμο των στρατοπέδων-φυλακών η αλληλεγγύη μεταξύ των καταδίκων αποτελεί την πιο ουσιαστική πράξη αντίστασης»

Αχιλλέας Σύρμος: «Στον κόσμο των στρατοπέδων-φυλακών η αλληλεγγύη μεταξύ των καταδίκων αποτελεί την πιο ουσιαστική πράξη αντίστασης»

«Η αναζήτηση της ομορφιάς και της γνώσης μέσα στο ζοφερό κόσμο της φυλακής είναι μια σωτήρια πράξη αντίστασης και επιβίωσης» μας είπε μεταξύ άλλων ο Αχιλλέας Σύρμος με αφορμή τη μελέτη του «Επιζώντες τρίτοι» (εκδ. Νίκας).

Συνέντευξη στον Κ.Β. Κατσουλάρη

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη – Χρονικό απώλειας και αποκατάστασης μετά το πένθος

«Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη – Χρονικό απώλειας και αποκατάστασης μετά το πένθος

Για την παράσταση «Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ Πουά, που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Στη σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου είδα την «Ιεροτελεστία» του Γκιγιόμ ...

«Μεταφορές, για την κατανόηση της Τεχνητής Νοημοσύνης»: Γ΄ ανοιχτό webinar της Εταιρείας Συγγραφέων ενόψει του Διεθνούς Συνεδρίου της

«Μεταφορές, για την κατανόηση της Τεχνητής Νοημοσύνης»: Γ΄ ανοιχτό webinar της Εταιρείας Συγγραφέων ενόψει του Διεθνούς Συνεδρίου της

Την Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου, στις 18:00, η Εταιρεία Συγγραφέων διοργανώνει το ανοιχτό webinar «Μεταφορές, για την κατανόηση της Τεχνητής Νοημοσύνης», στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου της με θέμα «Γράφω, μεταφράζω, σκέφτομαι στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης. Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας σήμερα». Εισηγητής, ο Α...

Αντώνης Μαυρόπουλος: «Το κοινωνικά συμφέρον είναι η τεχνητή νοημοσύνη να υιοθετείται αργά και προσεκτικά, όχι με συνθήκες Άγριας Δύσης»

Αντώνης Μαυρόπουλος: «Το κοινωνικά συμφέρον είναι η τεχνητή νοημοσύνη να υιοθετείται αργά και προσεκτικά, όχι με συνθήκες Άγριας Δύσης»

Συζητάμε με τον Αντώνη Μαυρόπουλο, συγγραφέα του βιβλίου «Τεχνητή νοημοσύνη - Άνθρωπος, φύση, μηχανές» (εκδ. Τόπος). Τι είναι τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα και ποιον εξυπηρετούν; Υπό ποιες προϋποθέσεις πορεί η ΤΝ να γίνει κοινωνικά χρήσιμη; Πώς μπορούμε να την αναπτύξουμε με τρόπο που να ωφελεί όλη την ανθρωπότητα...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Απροστάτευτοι» του Μιχάλη Καστρινού (προδημοσίευση)

«Απροστάτευτοι» του Μιχάλη Καστρινού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Καστρινού «Απροστάτευτοι», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 24 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ήξερε πια ότι σε λίγο θα ’ρχόταν το τέλος· ήταν από αυτές τις...

«Κόκκινο φαράγγι» του Γιάννη Νικολούδη (προδημοσίευση)

«Κόκκινο φαράγγι» του Γιάννη Νικολούδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα του Γιάννη Νικολούδη «Κόκκινο φαράγγι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 26 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

1 ...

«Στο όνομα της ελευθερίας» του Ενές Καντέρ Φρίντομ (προδημοσίευση)

«Στο όνομα της ελευθερίας» του Ενές Καντέρ Φρίντομ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από την εισαγωγή του βιβλίου του Ενές Καντέρ Φρίντομ [Enes Kanter Freedom], «Στο όνομα της Ελευθερίας – Ο αγώνας ενός πολιτικού αντιφρονούντα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο NBA και σε ολόκληρο τον κόσμο», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Παπαζήση.

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Ερωτική ποίηση που γράφεται τώρα: 50 νέα ποιήματα (Β' μέρος)

Ερωτική ποίηση που γράφεται τώρα: 50 νέα ποιήματα (Β' μέρος)

Ερωτικά ποιήματα πενήντα ποιητών και ποιητριών από όλες τις γενιές, αδημοσίευτα έως τώρα, συγκεντρώνονται σε ένα μεγάλο αφιέρωμα στη σύγχρονη ποίηση. Αυτό είναι το Β' μέρος του αφιερώματος στην ερωτική ποίηση που γράφεται τώρα.

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...

Ερωτική ποίηση που γράφεται τώρα: 50 νέα ποιήματα (Α' μέρος)

Ερωτική ποίηση που γράφεται τώρα: 50 νέα ποιήματα (Α' μέρος)

Ερωτικά ποιήματα πενήντα ποιητών και ποιητριών από όλες τις γενιές, αδημοσίευτα έως τώρα, συγκεντρώνονται σε ένα μεγάλο αφιέρωμα στη σύγχρονη ποίηση. Αυτό είναι το Α' μέρος του αφιερώματος στην ερωτική ποίηση που γράφεται τώρα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας ...

Διαβάζοντας για το σινεμά: Οκτώ πρόσφατα βιβλία

Διαβάζοντας για το σινεμά: Οκτώ πρόσφατα βιβλία

Συλλογικοί τόμοι, μονογραφίες, μελέτες και ανθολογίες: οκτώ βιβλία για το σινεμά που ξεχωρίσαμε από τα βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Ο Ντέβιντ Λιντς και η Ναόμι Γουότς στα γυρίσματα του «Mulholland Drive».

Γράφει η Φανή Χατζή

Μπορεί τα κινη...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ