
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα του Τόμας Μαν (Thomas Mann) «Κύριος και σκύλος» (μτφρ. – εισαγωγή Κυριάκος Κεντρωτής), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
[…] Στέκεται και κοιτάει· αφουγκράζεται τη φωνή μου –τη διαπερνάει μ’ όλους τους τόνους μιας ρητής συμφωνίας όλης του της ύπαρξης– που τον κάλεσε δυνατά. Ξαφνικά τεντώνει το κεφάλι, ανοιγοκλείνει αστραπιαία τα χείλη: δαγκωνιά στο πρόσωπό μου, κάνει σαν να ’θελε να μου δαγκώσει τη μύτη –παντομίμα, που την εννοεί απάντηση στη δική μου ενθάρρυνση: με κάνει να οπισθοχωρώ μ’ ένα κανονικό χαμόγελο στα χείλη – κάτι που ο Μπάουσαν ξέρει από πριν. Σαν φιλί στον αέρα, μισό τρυφερότητα, μισό πείραγμα: κόλπο που το ’χει από κουταβάκι, και που δεν το ’χα παρατηρήσει σε κανέναν απ’ τους προγόνους του.
Κι αμέσως με μικρές κινήσεις της ουράς και με υποκλίσεις και με μια αφηρημένα χαρούμενη όψη ζητά να του δοθεί το ελεύθερο, και τελικά του δίδεται. Περνάμε την εξώπορτα του κήπου και βγαίνουμε έξω. Περπατάμε μέσα σ’ ένα βουητό σαν της θάλασσας, μιας και το σπίτι μου βρίσκεται σχεδόν δίπλα στο ορμητικό και πάνω απ’ τη ρηχή του κοίτη αφρισμένο ποτάμι, όχι και τόσο πολύ μακριά απ’ τη λεωφόρο με τις λεύκες· έχει γύρω γύρω κάγκελα, σφενταμάκια φυτεμένα στη χλόη κι έναν ανηφορικό δρομάκο, που ανεβαίνει να στριφώσει τα δυνατά τούτα δέντρα, τα τόσο αλλόκοτα και σαν ιτιές στην όψη – αρχές Ιουνίου, το λευκό, σπερματοφόρο τους μαλλί χιονίζει σ’ όλη την περιοχή. Κατά μήκος του ποταμού προς την κατεύθυνση της πόλης πιονέροι ρίχνουν μια πλωτή γέφυρα. Τα βήματα από τις βαριές τους μπότες πάνω στα σανίδια κι οι φωνές τού έχοντος το πρόσταγμα αντηχούν και φτάνουν ως εδώ. Κι απ’ την απέναντι όχθη έρχονται οι θόρυβοι της βιομηχανίας, γιατί εκεί, ένα μήκος της απόστασης του ποταμού απ’ το σπίτι, λειτουργεί εργοστάσιο κατασκευής ατμομηχανών για τρένα με τόση πολλή δουλειά, ώστε τα ψηλά παράθυρα των εργαστηρίων του να πυρακτώνονται όλη νύχτα, μες στο σκοτάδι. Οι καινούργιες, λαμπικαρισμένες μηχανές δοκιμάζονται επιμελώς και γρήγορα, μπρος-πίσω· όλο και κάποια ατμομηχανή κάνει πότε πότε ν’ ακούγεται ο κλαψιάρικος ήχος του φουγάρου της· υπόκωφος βρόντος ακαθόριστης προέλευσης συγκλονίζει κατά καιρούς το στερέωμα, ενώ από πάμπολλες πυργοειδείς καμινάδες βγαίνει καπνός, που όμως έρχεται και τον διώχνει άνεμος ευνοϊκός, μακριά, πέρα στ’ απέναντι δάση, μένοντας πάνω απ’ το ποτάμι καθαρός, αμόλυντος. Έτσι ανακατεύονται σε τούτη ’δώ την προαστική-ημιαγροτική ερημιά οι ήχοι μιας βουλιαγμένης στον ίδιο της τον εαυτό φύσης μαζί μ’ αυτούς της ανθρώπινης σβελτάδας, ενώ πάνω απ’ όλα απλώνεται με μάτι αστραφτερό η πρωινή δροσιά.
Ο Μπάουσαν παράλληλα με διασκεδάζει με όμορφα μακριά πηδήματα, επειδή ξέρει καλά ότι τα βρίσκω πολύ διασκεδαστικά· πολλές φορές μάλιστα με παροτρύνσεις και με εύγε, αλλά και με φιλικά καλέσματα και χτυπήματα στην πλάτη, τον ευχαριστώ που ανταποκρίνεται στις επιθυμίες μου· να ’τος, τώρα, μετά από κάθε πήδημα έρχεται κοντά μου, για να του πω πως είναι εύτολμος και σβέλτος άλτης·
Μπορεί να ’ναι κι εφτάμισι, όταν βγαίνω, μα στην πραγματικότητα είναι εξίμισι. Περπατώ, με τα χέρια πιασμένα πίσω μου, στην τρυφερή λιακάδα της αλέας, που τη σκεπάζουν οι λεύκες με τις μακριές τους σκιές· το ποτάμι από ’δώ δεν το βλέπω, μ’ ακούω τη μεγάλη κι ομοιόμορφη ροή του· ψιθυρίζει απαλά στα δέντρα· το διαπεραστικό τερέτισμα των τζιτζικιών και το φλαούτισμα των κοτσυφιών ενώνεται με τ’ αναφιλητό απ’ τις τρίλιες των ωδικών πουλιών, πλημμυρίζοντας τον αέρα· στο υγρό γαλάζιο τ’ ουρανού πετάει ένα αεροπλάνο, που ’ρχεται από ανατολικά, ένα δυνατό μηχανικό πουλί, μ’ ελαφρύ βουητό, συνεχίζει πάνω απ’ τα χωράφια και το ποτάμι την ανεξάρτητη πορεία του.
Ο Μπάουσαν παράλληλα με διασκεδάζει με όμορφα μακριά πηδήματα, επειδή ξέρει καλά ότι τα βρίσκω πολύ διασκεδαστικά· πολλές φορές μάλιστα με παροτρύνσεις και με εύγε, αλλά και με φιλικά καλέσματα και χτυπήματα στην πλάτη, τον ευχαριστώ που ανταποκρίνεται στις επιθυμίες μου· να ’τος, τώρα, μετά από κάθε πήδημα έρχεται κοντά μου, για να του πω πως είναι εύτολμος και σβέλτος άλτης· πηδάει ακόμα μέχρι και το πρόσωπό μου, γλείφει με την υγρασία της γλώσσας του το προτεταμένο σε θέση άμυνας χέρι μου. Πέραν του ότι αυτές οι ασκήσεις έχουν και τον χαρακτήρα πρωινής γυμναστικής· έτσι, μ’ αυτές τις κινήσεις μαλακώνει το πιασμένο απ’ τον ύπνο δέρμα του και ξεφορτώνεται τ’ άχυρα της φωλιάς του που τον ασχήμιζαν…

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Όταν ο Τόµας Μαν υιοθετεί τον Μπάουσαν, ένα ατίθασο κυνηγό σκυλο, η τακτοποιηµένη ζωή του ανατρέπεται. Στην προσπάθεια δύο εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων να βρουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας, πολλά µπορούν να συµβούν. Μακριά από τη σοβαρότητα των βιβλίων του, ο συγγραφέας βιώνει µια καθηµερινότητα γεµάτη περιπέτειες και κυνήγι λαγών! Το Κύριος και Σκύλος είναι ένας ύµνος στην πίστη και τη συντροφικότητα, µια λεπτοµερής και γεµάτη τρυφερότητα χαρτογράφηση της ψυχολογίας του ζώου και µια υπενθύµιση ότι η ευτυχία κρύβεται συχνά στα πιο απλά πράγµατα.






















