
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το feelgood μυθιστόρημα του Κιμ Χο-Γεόν [Kim Ho-Υeon] «24 ώρες ανοιχτά» (μτφρ. Βαγγέλης Γιαννίσης), το οποίο θα κυκλοφορήσει την 1 Απριλίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Εμφανίστηκε για τη βάρδια του. Ο χειμώνας ερχόταν, όμως εκείνος όχι μόνο θα είχε την τύχη να περνάει τα βράδια του σε ένα ζεστό μαγαζί, αντί να βρίσκεται έξω στο κρύο όπως παλιά, αλλά θα έπαιρνε και τρία δωρεάν γεύματα εκτός από τον μισθό του – είχε βρει την κότα με τα χρυσά αβγά. Σαν να το ήξερε αυτό καλά, ο Ντόκγκο έσκασε μύτη λίγο πριν από τις οχτώ, στην πένα.
Κανονικά, θα έπρεπε να στέκεται δίπλα στη Σιχιόν, για να μάθει πώς να φέρεται στους πελάτες και να χειρίζεται την ταμειακή, μέχρι τις δέκα, όταν δηλαδή τελείωνε η βάρδια της. Μετά, το αφεντικό θα αναλάμβανε να του μάθει τα κατατόπια της νυχτερινής βάρδιας. Σήμερα ήταν η δεύτερη μέρα του και ποιος ξέρει πόσες ακόμη θα χρειαζόταν για να μάθει καλά τα πάντα. Η Σιχιόν, που τον εκπαίδευε για χάρη της κυρίας Γιομ, είχε ήδη αρχίσει να χάνει την υπομονή της, παρόλο που είχαν περάσει μονάχα μερικά λεπτά. Με το που μπήκε στο μαγαζί, αντί να τη χαιρετήσει, όπως θα έπρεπε, εκείνος έβαλε το κεφάλι κάτω και πήγε γραμμή για την αποθήκη. Βγήκε λίγο αργότερα, με ένα φακελάκι στιγμιαίου καφέ, το οποίο έριξε σε ένα κυπελλάκι με καυτό νερό και το ήπιε, ατενίζοντας έξω από τα τζάμια. Και δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε καφές – πήρε ένα φακελάκι μάρκας Kanu Black! Ήταν αυτός που έπινε η αφεντικίνα. Ούτε η Σιχιόν ή η κυρία Ο δεν τολμούσαν να βάλουν χέρι στα φακελάκια. Να όμως ο κύριος, τη δεύτερη μόλις μέρα του στη δουλειά, τον έπινε σαν άρχοντας, λες και ήταν ο Γκονγκ Γιου* σε μια από τις διαφημίσεις της Kanu… Δεν πίστευε στα μάτια της.
«Ν-νυστάζω… τις νύχτες… οπότε, π-πίνω καφέ. Είπε ό-ότι… αυτός είναι ο καλύτερος», δικαιολογήθηκε ο Ντόκγκο, που κάποια στιγμή ήρθε και στάθηκε δίπλα στη Σιχιόν.
Η Σιχιόν συνοφρυώθηκε και του πέταξε ένα «Μόνο το αφεντικό πίνει Kanu Black, επειδή είναι διαβητική!» Εκείνος έγνεψε και μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο. Η Σιχιόν, που φαντάστηκε πως την έβριζε από μέσα του, ξέσπασε:
«Τι μου είπες;».
«Γι-γι’ αυτό το… το αφεντικό μου είπε… να πιω αυτόν…»
«Δεν κατάλαβα;»
«Δ-διαβήτης… έχουν… έχουν πολλοί άστεγοι…»
«Τι;»
«Δ-δεν τρώμε καλά… τ-τα νεφρά μας χαλάνε…»
«Ποιος το λέει αυτό;»
«Ένας ειδικός… μ-μιλάει στην τ-τηλεόραση… βλέπω τηλεόραση κ-κάθε μέρα στον σταθμό…»
Εκείνη μούγκρισε ως απάντηση.
Για δεύτερη φορά την ίδια μέρα, η Σιχιόν είπε από μέσα της να δαγκώσει τη γλώσσα της. Η κυρία Ο μιλούσε πολύ και ο Ντόκγκο έκανε δύο ώρες για να της πει ένα πράγμα. Η επικοινωνία μαζί τους ήταν σκέτος πονοκέφαλος. Ήθελε να δουλεύει με ανθρώπους που την καταλάβαιναν. Γιατί είχε μανία το αφεντικό να δίνει δεύτερες ευκαιρίες; Επειδή ήταν κάποτε καθηγήτρια; Ή επειδή είναι διακόνισσα στην εκκλησία της; Μήπως οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν γίνονται πιο υπομονετικοί; Με το που ακούστηκε το κουδουνάκι της πόρτας, η Σιχιόν λοξοκοίταξε τον Ντόκγκο. Για άλλη μια φορά εκείνος μουρμούρισε καθυστερημένα ένα «Κ-καλώς ήρθατε…», κατέβασε τον υπόλοιπο καφέ του και έσυρε τα βήματά του μέχρι το ταμείο. Η Σιχιόν έκανε στην άκρη, έτοιμη να τον δει πώς χειρίζεται την ταμειακή, όταν συνειδητοποίησε ξάφνου πως ο πελάτης που είχε εμφανιστεί ήταν ο Καπασίγμα! Τις τελευταίες μέρες είχε απολαύσει ένα σύντομο διάλειμμα από τις επισκέψεις του, αλλά να που τώρα είχε επιστρέψει – και μάλιστα τη στιγμή που εκπαίδευε τον Ντόκγκο.
«Είναι ο Καπασίγμα», ψιθύρισε στο αφτί του Ντόκγκο. «Προσοχή».
«Ο κ-κα… Ποιος;»
«Κακό σπυρί. Σου είπα ότι Καπασίγμα σημαίνει κακό σπυρί».
«Α… το κακό σπυρί… πού είναι;»
«Σουτ! Πιο σιγά, μη σε–»
Προτού η Σιχιόν προλάβει να προειδοποιήσει τον Ντόκγκο, ο Καπασίγμα πλησίασε στο ταμείο και πέταξε στον πάγκο μερικές σακούλες με διάφορα σνακ. Ο Ντόκγκο έπιασε ατσούμπαλα το σκάνερ, σαν μαϊμού που μαθαίνει να χρησιμοποιεί ένα κινητό, και άρχισε να στριφογυρίζει το σακουλάκι με τα πατατάκια, ψάχνοντας το μπαρκόουντ πάνω στην πολύχρωμη συσκευασία. Πρώτο λάθος. Θα έπρεπε να ρωτήσει τον Καπασίγμα αν ήθελε και σακούλα. Για να δούμε πώς θα πάει αυτό, σκέφτηκε η Σιχιόν και αποφάσισε απλώς να τον παρακολουθήσει. Επιτέλους ο Ντόκγκο βρήκε το μπαρκόουντ, χτύπησε και τα υπόλοιπα ψώνια και είπε πόσο κάνουν.
Ο Καπασίγμα έριξε μια ματιά στη Σιχιόν και χαμογέλασε. Μάλλον είχε καταλάβει πως εκπαίδευε τον άντρα. «Τσιγάρα;» είπε.
Ο Ντόκγκο κοίταξε τον Καπασίγμα και κούνησε το κεφάλι.
«Δ-δεν κ-καπνίζω…»
«Δεν εννοούσα για εσένα. Για εμένα τα θέλω».
«Α, τσιγάρα… Τ-τι μάρκα;»
«Τι μάρκα; Πώς τολμάς να μιλάς έτσι σε πελάτη; Πόσο είσαι;»
«Δ-δεν ξέρω».
«Μου κάνεις αστειάκια; Χαζός είσαι;»
«Όχι… Π-πες μου τι μ-μάρκα θες», είπε ο Ντόκγκο, αποφεύγοντας να μιλήσει στον πληθυντικό.*
Ο Καπασίγμα ρουθούνισε και στράφηκε στη Σιχιόν. Η Σιχιόν έκανε να πιάσει τα τσιγάρα, αλλά ο Καπασίγμα σήκωσε το χέρι για να τη σταματήσει. Κοιτάζοντας τον Ντόκγκο είπε: «Για να δούμε αν είσαι τόσο χαζός όσο φαίνεσαι. Θέλω ένα πακέτο Esse Change 4 mg. Εδώ και τώρα!».
Η Esse δεν έβγαζε μονάχα μία ποικιλία τσιγάρων, οπότε ήθελε προσοχή. Ειδικά τα Esse Change έβγαιναν σε απλά Change, Change Up, Change Linn, Change Bing, Change Himalaya και ούτω καθεξής, οπότε εύκολα μπορούσε κανείς να μπερδευτεί. Η Σιχιόν, που δεν κάπνιζε, ειδικά στην αρχή δυσκολευόταν να ξεχωρίσει τα Esse που της ζητούσαν οι πελάτες της. Ο Καπασίγμα, που συνήθως έπαιρνε Dunhill των 6 mg, σίγουρα ζήτησε επίτηδες από τον Ντόκγκο ένα δύσκολο πακέτο.
Ο Ντόκγκο διάλεξε χωρίς δυσκολία το σωστό πακέτο από τη βιτρίνα και σκάναρε το μπαρκόουντ. Ο Καπασίγμα, που σίγουρα δεν ήθελε να του βγει από πάνω ο υπάλληλος, πέταξε στον πάγκο την πιστωτική του. Ο Ντόκγκο την πήρε ψύχραιμα, την πέρασε από το POS και την επέστρεψε στον Καπασίγμα.
«Σακούλα δεν θα μου δώσεις;» ρώτησε ο Καπασίγμα, σαν να έβαζε διαγώνισμα στον Ντόκγκο.
Η Σιχιόν κατέπνιξε την παρόρμηση να παρέμβει. Ο Ντόκγκο κοίταξε μία τον Καπασίγμα και μία τα ψώνια του και χαμογέλασε.
«Ν-να… να τα κουβαλήσεις έτσι. Οι π-πλαστικές σ-σακού-λες… επιβαρύνουν το περιβάλλον».
Η έκφραση του Καπασίγμα σκλήρυνε και έσκυψε προς τον Ντόκγκο, σαν να ετοιμαζόταν να τον δείρει.
«Μένω μακριά. Πώς να τα κουβαλήσω σπίτι χωρίς σακούλα;»
«Τ-τότε αγόρασε».
«Θα έπρεπε να με ρωτήσεις από την αρχή αν θέλω σακούλα. Δηλαδή, περιμένεις να δώσω ξανά την κάρτα μου για μια σακούλα; Δώσε μου τη έτσι».
«Σ-συγγνώμη… δ-δεν γίνεται».
«Δηλαδή και με αναστατώνεις και αρνείσαι να με εξυπηρετήσεις. Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, έτσι δεν είναι;» είπε σαρκαστικά.
Ο κοροϊδευτικός τόνος του, στα όρια της απειλής, έκανε ξάφνου τη Σιχιόν να αισθανθεί νευρικότητα. Η κατάσταση έβγαινε εκτός ελέγχου. Πάνω που ήταν έτοιμη να παρέμβει, ο Ντόκγκο ξάφνου χτύπησε παλαμάκια.
Έπειτα, προς μεγάλη έκπληξη και της Σιχιόν και του Καπασίγμα, ο Ντόκγκο πήγε στην αποθήκη και επέστρεψε με την επαναχρησιμοποιούμενη τσάντα του, μια παλιά, πενταβρόμικη πάνινη τσάντα με το ξεθωριασμένο σήμα μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης. Την αναποδογύρισε και το περιεχόμενό της έπεσε πάνω στον πάγκο: στιλό, ένα τετράδιο και ληγμένα σάντουιτς. Ο Ντόκγκο άρχισε να χώνει τα ψώνια του Καπασίγμα στην άδεια τσάντα. Ο Καπασίγμα κάγχασε, κοιτάζοντας τον Ντόκγκο σαν να είχε μπροστά του κάποιο ζώο.
«Τι στο καλό κάνεις;»
«Σ-σου δ-δίνω… τσάντα…»
«Περιμένεις να βάλω τα ψώνια μου σε αυτή την αηδία;»
«Αν την πλύνεις… μια χαρά είναι…»
Η Σιχιόν δεν μπορούσε να παραμείνει άλλο αμέτοχη. «Λυπάμαι, είναι εκπαιδευόμενος. Θα σας δώσω μια πλαστική σακούλα».
Η Σιχιόν έκανε να πάρει την πάνινη τσάντα με τα ψώνια του Καπασίγμα, αλλά ο Ντόκγκο δεν έλεγε να την αφήσει. Αγνοώντας τη Σιχιόν, άπλωσε τα χέρια και την έφερε μπροστά στο πρόσωπο του Καπασίγμα. Ο Καπασίγμα έμεινε να αγριοκοιτάζει τον Ντόκγκο και η Σιχιόν αισθάνθηκε παντελώς αβοήθητη.
Τα μικρά, σαν κουμπότρυπες μάτια του Ντόγκο εξέπεμπαν ψυχρότητα και τα σουφρωμένα χείλη του μαζί με το πιγούνι του φάνταζαν απειλητικά. Παρέμενε ακίνητος, σιωπηλός, με την τσάντα να κρέμεται από τα τεντωμένα του χέρια. Δίχως να ξέρει τι να κάνει, η Σιχιόν κοίταξε τον Καπασίγμα. Εκείνος αγριοκοιτούσε τον Ντόκγκο, με τα μάτια του έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες τους. Το αρχικό του σοκ μετατράπηκε σε ενόχληση. Άρπαξε την τσάντα από τον Ντόκγκο και βγήκε από το μαγαζί, κρατώντας την αηδιασμένος μακριά από το σώμα του.
Η Σιχιόν ανακουφίστηκε που η μονομαχία ανάμεσα στους δύο άντρες είχε λάβει τέλος. Στο μεταξύ, ο Ντόκγκο συνέχισε να κρατά σημειώσεις στο τετράδιό του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. «Πάντα να ρωτάς τον πελάτη αν θέλει σακούλα…» Η Σιχιόν ξερόβηξε και προσπάθησε να ξεχάσει πόσο απειλητικός έμοιαζε ο Ντόκγκο.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Ντόκγκο, χωρίς καμία μνήμη τού πώς βρέθηκε να μένει στον σταθμό τρένων της Σεούλ, θα καταλήξει στο μίνι μάρκετ της κυρίας Γιομ, αλκοολικός αλλά ευπρόσδεκτος, καθώς μόλις βρήκε το κλεμμένο της πορτοφόλι. Είναι καλοδεχούμενος να τρώει εκεί όποτε θέλει. Σε μία από τις επισκέψεις του καταφέρνει να γλιτώσει το μαγαζί από ληστές, εμπνέοντας στην κυρία Γιομ την εμπιστοσύνη να του αναθέσει τη δύσκολη νυχτερινή βάρδια. Εκεί ο Ντόκγκο θα έρθει σε επαφή με πελάτες αλλά και τους δύσπιστους υπαλλήλους του καταστήματος. Σύντομα αποδεικνύεται πως κάθε επαφή μαζί του μόνο καλό μπορεί να προσφέρει. Αλλά και με κάθε άτομο που βοηθάει, ο ίδιος ο Ντόκγκο αλλάζει. Την άποψη αυτή δεν συμμερίζεται ο γιος της κυρίας Γιομ, που έχει βαλθεί να πουλήσει το μαγαζί της μητέρας του για προσωπικό του όφελος. Έτσι, προσλαμβάνει έναν ντετέκτιβ για να ξεσκεπάσει τον μυστηριώδη ξένο που στέκεται εμπόδιο στα σχέδιά του. Η αλήθεια στο τέλος θα αποδειχθεί όχι όπλο αλλά λύτρωση, πάνω απ’ όλους για τον ίδιο τον Ντόκγκο.
Τοι24 ώρες ανοιχτά είναι η συγκινητική ιστορία μιας ηλικιωμένης γυναίκας που παλεύει για την κοινότητά της και ενός μεσήλικου άντρα που έχει χάσει τα πάντα εκτός από τη θέληση να προσπαθήσει ξανά.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κιμ Χο-Γεόν [Kim Ho-Υeon] είναι μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και συγγραφέας κόμικς. Το 2013 κέρδισε το 9ο λογοτεχνικό βραβείο Segye (απονέμεται από την εφημερίδα Segye Ilbo), ενώ το 2021 βραβεύτηκε με τα Yes24 Book of the Year και Millie Audiobook of the Year. Ζει στη Σεούλ.





















