
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Σλοβένου συγγραφέα Ντίνο Μπάουκ (Dino Bauk) «Το Τέλος. Και Ξανά» (μτφρ. Γιούλη Σταματίου) το οποίο θα κυκλοφορήσει αρχές Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Βακχικόν.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Αγαπητή μητέρα,
Έπειτα από όλα αυτά τα χρόνια, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σου εξηγήσω τουλάχιστον σε ένα γράμμα το γιατί έφυγα από την ιεραποστολή. Ή, καλύτερα, γιατί δραπέτευσα. Μέσα στη νύχτα, στο σκοτάδι και στην απόλυτη ησυχία που διακοπτόταν μόνο από τη βαριά ανάσα των συγκατοίκων μου, το έσκασα μαζί με ένα μικρό σακίδιο, ξυπόλυτη, με τα All Star μου στο χέρι, στις μύτες των ποδιών. Απλά και μόνο για να φθάσω την ελευθερία την οποία τελικά έπρεπε να βρω από μόνη μου στην πρώτη γωνία όπου φόρεσα τα παπούτσια μου. Δεν αποχαιρέτησα καμία από τις αδελφές μου, δεν άφησα καμία να υποπτευθεί πως θα έφευγα, δεν ένιωθα την ανάγκη να αποχαιρετήσω κανέναν. Ξέρεις, μαμά, το συναίσθημα του να μην αισθάνεσαι ότι ανήκεις κάπου είναι παράξενο. Με την πρώτη σκέψη, κάποιος θα μπορούσε να πει πως αποτελεί ένα ουδέτερο, παθητικό συναίσθημα που δεν σε καθορίζει· απλώς δεν ανήκεις πουθενά κι αυτό είναι όλο. Πόσο λάθος είναι αυτό, τώρα που το σκέφτομαι. Το γεγονός πως δεν άνηκα πουθενά ήταν αυτό που με καθόριζε βαθύτατα από τότε που ήμουν μικρή. Όλη αυτή η ευλαβική εγκράτεια και η καταπίεση των συναισθημάτων για τα οποία μας γινόταν κήρυγμα στο σπίτι, στην εκκλησία, στο σχολείο… Όχι, αυτό δεν ήταν ποτέ για μένα. Από παιδί, οι εσωτερικές συναισθηματικές εκρήξεις με ταρακουνούσαν με καταστροφική δύναμη. Κι έπειτα, εκείνα τα βιβλία σου… Ναι, αυτά τα βιβλία. Μπορώ να σε δω να προσποιείσαι πως δεν καταλαβαίνεις για τι πράγμα μιλάω (Σημείωση: δεν μπορώ να σταματήσω να χαμογελάω όσο το γράφω αυτό, σκεπτόμενη την ντροπή σου, επειδή δεν θες να ακούσεις το ότι σε τσάκωσα, ότι σε πήρα χαμπάρι, μαμά). Τα βιβλία σου, όμως όχι αυτά στα ράφια του σπιτιού μας, ακριβώς τα ίδια βαρετά βιβλία που βρίσκεις σε κάθε σπίτι σαν το δικό μας. Εγώ αναφέρομαι σε αυτά που έκρυψες στο υπόγειο, σε μια τρύπα στο πάτωμα, κάτω από τα σανίδια πίσω από το πλυντήριο. Σε ξάφνιασα; Ελπίζω τώρα που έμαθες ότι ξέρω (αν ακόμα έχεις αμφιβολία, πήγαινε μερικές σειρές πίσω στο σημείο που σε κοροϊδεύω για το ότι σάστισες), να μη σκέφτεσαι να το παίξεις αδαής και να προσποιηθείς για όσα προσποιούσουν τόσα χρόνια. Ξέρω. Δέξου το. Από εκείνη τη βροχερή μέρα, όταν ήμουν δεκατριών (ναι, τόσο καιρό συμβαίνει και γνωρίζεις πολύ καλά πως δεν ήσουν ούτε λίγο σαν τον αδιαμφισβήτητο πρωταθλητή της προσποίησης στην οικογένειά μας) που, αντί να πάω στο σχολείο, έτρεξα στη γωνία του σπιτιού. Κατέβηκα στο υπόγειο μέσα από ένα παράθυρο που είχα ανοίξει ήδη από το πρωί, έχοντας την πρόθεση να κρυφτώ εκεί μέχρι την ώρα που θα επέστρεφα σπίτι από το σχολείο. Ήξερα πως θα ερχόσουν να βάλεις πλυντήριο το πρωί, οπότε προετοίμασα μια κρυψώνα στο παλιό ντουλάπι απέναντι από το πλυντήριο και χώθηκα εκεί, όταν άκουσα τα βήματά σου στα ξύλινα σκαλοπάτια. Νόμιζα ότι απλώς θα το γέμιζες και θα ξαναπήγαινες πάνω, επομένως δεν θα χρειαζόταν να μείνω στο ντουλάπι για ώρα αφού (όπως κι εσύ πολύ καλά γνωρίζεις) οι μικροί κλειστοί χώροι είναι αυτό που δεν αντέχω περισσότερο απ’ όλα λόγω του ότι τους έχω συνδυάσει με μακάβρια πράγματα. Με λίγα λόγια, σε κοιτούσα εκείνο το βροχερό πρωί, μέσα από τη χαραμάδα στα πορτάκια του ντουλαπιού. Μέχρι και τις στιγμές που νόμιζες πως ήσουν εντελώς μόνη σου στο σπίτι, εκείνη η σοβαρή και κάπως μπουχτισμένη με όλα έκφραση που είχα συνηθίσει εξακολουθούσε να μη φεύγει από το πανέμορφο πρόσωπό σου. Πάντα πίστευα πως ήσουν μία από τις πιο όμορφες γυναίκες που είχα δει, ιδίως όποτε γελούσες, κάτι το οποίο, δυστυχώς, ήταν τόσο σπάνιο που κάθε φορά εντυπωνόταν στη μνήμη μου σαν κάτι το ξεχωριστό. Επέτρεπες στον εαυτό σου να χαμογελάσει μόνο όποτε κάτι (ή κάποιος) σε ξάφνιαζε, σε έπιανε απροετοίμαστη, όπως τότε που ο πατέρας κι εγώ ξαφνικά αρχίσαμε να χτυπάμε ο ένας τον άλλον με μαξιλάρια (Θυμάσαι; Εκείνο το πρωί που τρύπωσα στο κρεβάτι σας και πέντε λεπτά μετά το δωμάτιο ήταν γεμάτο με πούπουλα και τα γέλια ενός παιδιού κι ενός άνδρα; Συγχώρεσέ με για όλες αυτές τις παρενθέσεις, δεν μπορώ να ακολουθήσω τις ίδιες μου τις σκέψεις δίχως αυτές, αφού με κατακλύζουν από παντού). Οπότε, ούτε που θα φανταζόμουν ποτέ πως εκείνο το βροχερό πρωί, κρυμμένη στο ντουλάπι του υπογείου απέναντι από το πλυντήριο, θα αντίκριζα ένα από τα πιο όμορφα χαμόγελά σου, εξαιτίας του οποίου δεν θα σε ξανακοιτούσα ποτέ με τα ίδια μάτια. Τότε που, με τα μανίκια σου σηκωμένα και τα χαλαρωμένα κουμπιά, που αποκάλυπταν ολόκληρο το ντεκολτέ σου –μέσα στο οποίο κυλούσε και χανόταν μια σταγόνα ιδρώτα από το πρόσωπο και τον λαιμό σου μερικές φορές–, επιτέλους γέμισες, έκλεισες και έβαλες μπρος το πλυντήριο, όμως, αντί να ανέβεις πάλι πάνω και να με σώσεις από την πίεση εκείνου του στενού χώρου, εσύ έσκυψες πίσω από το πλυντήριο και χάθηκες για μερικά δευτερόλεπτα από το οπτικό μου πεδίο…
Πάντα πίστευα πως ήσουν μία από τις πιο όμορφες γυναίκες που είχα δει, ιδίως όποτε γελούσες, κάτι το οποίο, δυστυχώς, ήταν τόσο σπάνιο που κάθε φορά εντυπωνόταν στη μνήμη μου σαν κάτι το ξεχωριστό. Επέτρεπες στον εαυτό σου να χαμογελάσει μόνο όποτε κάτι (ή κάποιος) σε ξάφνιαζε, σε έπιανε απροετοίμαστη...
Και ύστερα, εμφανίστηκες ξανά, μέσα από τον καπνό τσιγάρου και τη μυρωδιά βότανου, όχι πια ως ο εαυτός σου. Μπροστά μου είδα μια τελείως διαφορετική γυναίκα να κρατά ένα μικρό στενό τσιγάρο στο ένα χέρι και ένα βιβλίο, που φαινόταν πως είχες διαβάσει αρκετές φορές, στο άλλο. Κάθισες σε μια καρέκλα, κατέβασες την αλογοουρά σου, αφήνοντας τα μαλλιά να πέσουν στους ώμους σου και άπλωσες τα πόδια πάνω στο πλυντήριο, με τη μακριά σου φούστα να ανεβαίνει μέχρι τους γοφούς σου, εμφανίζοντάς τους απροκάλυπτα. Θεέ μου, πόσο καυτή ήσουν εκείνη τη στιγμή, μαμά. Σαν την Τζέιν Φόντα στο Ο Γυρισμός, ελεύθερη και σέξι. Κάπνιζες εκείνη τη φούντα σαν μια έμπειρη χίπισσα, χρησιμοποιώντας ένα βρεγμένο δάχτυλο για να σιγουρευτείς ότι καίει σωστά και κρατώντας τον καπνό κάτω για αρκετή ώρα έπειτα από κάθε ρουφηξιά, χωρίς να βήξεις ούτε μία φορά (τώρα που το σκέφτομαι, αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό). Αχ, δεν μπορούσα να περιμένω τη στιγμή που θα πήγαινες πάνω έτσι ώστε να βγω γρήγορα από την κρυψώνα μου, όμως εσύ δεν φαινόταν να βιαζόσουν. Τεντωμένη στην καρέκλα, με τα πόδια σου γυμνά και τρία δάχτυλα να τα χαϊδεύουν κι ένα στριφτό μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη σου, έδινες την εντύπωση πως δεν θα έφευγες ποτέ για πουθενά αλλού. Δεν διάβασες το βιβλίο που είχες πάρει από τη δική σου κρυψώνα. Απλώς τράβηξες μέσα από αυτό ένα κιτρινισμένο χαρτί γεμάτο λέξεις, προφανώς κάποιο γράμμα. Όσο το διάβαζες, ένα χαμόγελο –που ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί (και δεν το θυμάμαι ποτέ ξανά)– εμφανίστηκε στο πρόσωπό σου. Ήσουν ξεκάθαρα χαρούμενη με αυτές τις λέξεις που τα μάτια σου ακολουθούσαν πάνω στο κιτρινισμένο κομμάτι χαρτί, αφού χαχάνιζες σαν μια ντροπαλή έφηβη. Αφότου το διάβασες για αρκετή ώρα, τοποθέτησες το γράμμα πίσω στο εσωτερικό του βιβλίου με προσοχή, το οποίο βιβλίο άφησες πάνω στο στήθος σου και για κάμποση ώρα· απλώς κοιτούσες το ταβάνι σαν να ονειροπολείς. Σηκώθηκες όταν το πλυντήριο τελείωσε. Τα ανέμελα μαλλιά που σου χάιδευαν τους ώμους μαζεύτηκαν μεμιάς και πάλι σε μια αλογοουρά και, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, συνέχισες τις καθιερωμένες σου δουλειές με μια μάσκα σοβαρότητας να καλύπτει και πάλι το πρόσωπό σου. Όταν, επιτέλους, έφυγες από το υπόγειο κι εγώ κατάφερα να βγάλω τα μουδιασμένα μου άκρα από το ντουλάπι, κατευθύνθηκα αμέσως μέχρι το πλυντήριο και έσκυψα από πίσω του. Είχες καμουφλάρει προσεκτικά την κρυψώνα σου, οπότε μου πήρε ώρα να μελετήσω εξονυχιστικά το κάθε κομμάτι του ξύλινου πατώματος έτσι ώστε να βρω αυτό που έπρεπε να σηκώσω. Άργησα να βρω το θάρρος να αγγίξω τον σωρό βιβλίων που εμφανίστηκαν. Τα έβγαλα από την τρύπα στο πάτωμα ένα προς ένα και τα στοίβαξα το ένα πάνω στο άλλο. Μέχρι και σήμερα τα θυμάμαι όλα με ακρίβεια. Τον τίτλο, τον συγγραφέα, το εξώφυλλο και τη μυρωδιά που αναδύθηκε από τις σελίδες που θρόισαν ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια, με ένα σκούρο δένδρο και λευκά φύλλα, Στον δρόμο, με ένα κορίτσι να βγάζει το κεφάλι του από το παράθυρο του αυτοκινήτου, Φράνι και Ζούι, με δύο ασπρόμαυρα πρόσωπα και το ασκητικό Ο φύλακας στη σίκαλη, με μια ζωγραφιά του Χόλντεν Κόλφιλντ να φορά ένα κόκκινο καπέλο και με ένα τσιγάρο στο στόμα. Το γράμμα βρισκόταν χωμένο μέσα στο Στον δρόμο του Κέρουακ, σε μια σελίδα με ένα απόσπασμα υπογραμμισμένο με κηρομπογιά ή μπορεί να ήταν σκούρο κόκκινο κραγιόν, το οποίο φυσικά δεν έτυχε ποτέ να δω πάνω σου: «Με εξέπληξε, όπως πάντα, το πόσο εύκολη ήταν η πράξη τού να φύγεις και το πόσο όμορφο ήταν το συναίσθημα. Ξάφνου, ο κόσμος ήταν πλούσιος από πιθανότητες». Το γράμμα ξεκινούσε με τη λέξη «Αγαπημένη μου» σε γραφικό χαρακτήρα που δεν ανήκε στον πατέρα… Μην ανησυχείς, μαμά, δεν συνέχισα να διαβάζω. Δεν ξέρω γιατί. Θέλω να πιστεύω πως είναι επειδή μέχρι και στα δεκατρία μου ήξερα ήδη να μη χώνω τη μύτη μου στις δουλειές άλλων, όμως δεν είμαι και σίγουρη πως δεν ευθυνόταν κάποια πιο μπανάλ και απλούστερη έλλειψη θάρρους που με σταμάτησε από το να διαβάσω παρακάτω. Από την άλλη, όμως, διάβασα ξανά και ξανά το υπογραμμισμένο κομμάτι στο βιβλίο. Το «να φεύγεις». Η ευκολία του να φεύγεις. Οι πιθανότητες του κόσμου. Από εκείνη τη στιγμή, με αυτές τις λέξεις ξυπνούσα και κοιμόμουν. Το να φεύγεις, το να φύγω εγώ, αυτή ήταν η μόνη πιθανότητα που ονειρευόμουν. Έπειτα από κάνα δυο χρόνια ονείρων, αυτό ήταν που έγινε ο μοναδικός σκοπός της ύπαρξής μου. Βλέπεις, όπως και να ’χει εσύ ήσουν αυτή που με μεγάλωσε και όχι με την παράσταση που έδινες καθημερινά πάνω, στον ρόλο της ήσυχης και υπάκουης νοικοκυράς, μα, άθελά σου, με αυτά που υπογράμμιζες στα βιβλία σου στο υπόγειο.
Περίεργο πράγμα η ελευθερία. Ο άνθρωπος μπορεί να τη βιώσει στα πιο ασυνήθιστα μέρη, αλλά και να τη στερηθεί σε μέρη όπου ο κόσμος λέει αυτή τη λέξη σαν να ’ναι κάτι δεδομένο. Στη Λιουμπλιάνα, για παράδειγμα, η οποία για σένα και τον πατέρα ήταν μια πόλη στην άλλη πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος, που βίωνε κρατική τρομοκρατία και η ελευθερία έλειπε, γνώρισα κάποιους ανθρώπους οι οποίοι, αν και είχαν στερηθεί πράγματα στη ζωή τους, η ελευθερία σίγουρα δεν ήταν ένα από αυτά, τουλάχιστον όχι τότε (ο πόλεμος που ακολούθησε είχε την τάση να επηρεάζει περιέργως την κλίση ενός ατόμου). Από την άλλη, η δική μου ζωή όπως και οι ζωές άλλων αδελφών της ιεραποστολής υπόκειντο σε αμέτρητους κανόνες (Θεέ μου, είχαμε πάνω από εκατόν πενήντα κανόνες!) και μίζερες καθημερινές ρουτίνες (να θυμάσαι: να περιποιείσαι τον εαυτό σου και να είσαι καθαρή, να μπανιαρίζεσαι συχνά, να χρησιμοποιείς αποσμητικό, να γυμνάζεσαι συχνά, να γράφεις στο ιεραποστολικό ημερολόγιο) που δεν επέτρεπαν παραστρατήματα. Και πάλι, οι νέοι άνθρωποι που ήμασταν προσπαθούσαν μάταια να πείσουν τον κόσμο για την αλήθεια μας, για ζωές ολοκληρωμένες, χωρίς όρια στα οποία αξίζει να γίνεται αναφορά. Κάθονταν σε πάρκα, τους έβλεπε λίγο ο ήλιος στο ανάχωμα του ποταμού στο κέντρο της πόλης, έκαναν αργούς περιπάτους στους δρόμους και χαμογελούσαν λες και είχαν άπλετο χρόνο. Συνεχώς, κυρίως χωρίς λόγο. Χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον, στους περαστικούς, στους γονείς τους και στους αστυνομικούς. Από το γέλιο είναι που μπορούμε να εντοπίσουμε έναν ελεύθερο άνθρωπο και, πίστεψέ με, δεν γελούσαμε ιδιαίτερα στην ιεραποστολή. Γι’ αυτό και δίχως να το σκεφτώ και πολύ, ενστικτωδώς, σαν κάποιος που πνίγεται και είναι έτοιμος να βουλιάξει, έπιασα το χέρι που μου έδωσε ο Ντένις και βγήκα στη στεριά, σε ένα πάρκο, στον ήλιο. Ο Ντένις; Ποιος είναι αυτός ο Ντένις; μπορώ να σε ακούσω να ρωτάς. Ένας νεαρός. Το αγόρι μου. Τουλάχιστον αυτό ήταν για μερικούς μήνες, προτού με πετάξουν σε κάποιο αυστριακό χωριό ξεχασμένο απ’ τον Θεό. Ξέρεις αυτό το συναίσθημα όταν βλέπεις κάποιον για πρώτη φορά και καταλαβαίνεις κατευθείαν, ξέρεις ότι είναι αυτός ο ένας άνθρωπος που έψαχνες και περίμενες να σου πιάσει το χέρι και να σε πάρει μακριά από όλα όσα αποτελούσαν τον πραγματικό λόγο που έφυγες από το σπίτι. Όλον εκείνον τον καιρό, η ιεραποστολή ήταν μια πρόφαση, μια πιθανότητα να δραπετεύσω, μια μικροσκοπική χαραμάδα στον σκληρό τοίχο των ομαδικών κανόνων που με περιέβαλλαν από τότε που ήμουν παιδί, μια χαραμάδα μέσα από την οποία εγώ δραπέτευσα αμέσως μόλις μου δόθηκε η ευκαιρία. Αχ, μαμά, έπρεπε να νιώσεις αυτό που ένιωσα, όταν άρχισα να σπάω έναν προς έναν τους κανόνες. Όταν το βλέμμα του Ντένις ενώθηκε με το δικό μου για πρώτη φορά στο λεωφορείο, είχα ήδη σπάσει τον κανόνα νούμερο 77 (μη φλερτάρεις) και μερικά λεπτά αργότερα, όταν εκείνος μου έβαλε στο αυτί τα ακουστικά του Walkman του που έπαιζαν ροκ εν ρολ, έσπασα τον κανόνα νούμερο 41 (μην ακούσεις μουσική που δεν έχει εγκριθεί), ενώ το ίδιο βράδυ που πήγα μαζί του σε μια ροκ συναυλία, έσπασα τους κανόνες νούμερο 75 (ποτέ μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να βρεθείς μόνος με άτομο του αντίθετου φύλου) και νούμερο 78 (μη βγαίνεις ραντεβού). Όλοι αυτοί οι κανόνες έφυγαν από πάνω μου σαν χειροπέδες, εκεί, στους δρόμους της Λιουμπλιάνα, που ο Ντένις κι εγώ κατόπιν περπατήσαμε τόσες φορές, μέχρι εκείνο το βράδυ που όλα πήγαν στραβά εξαιτίας μιας στιγμιαίας, λανθασμένης απόφασης. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, απλώς ο Ντένις μπήκε σε μπελάδες που δεν γύρευε με την αστυνομία κι αυτό ήταν που έβαλε τέλος στη διαμονή μου στη Λιουμπλιάνα. Ακόμα και αργότερα, όταν έφυγα από την ιεραποστολή, δεν επέστρεψα, παρόλο που μπήκα στον πειρασμό. Αρχικά, δεν ήξερα αν ήθελα να μάθω, αν μπορούσαμε να ξαναπιάσουμε τη σχέση μας από εκείνον τον δρόμο στον οποίο την αφήσαμε, σαν τα παλιά ρούχα που πέταξαν οι δύο αστυνομικοί οι οποίοι μας κυνήγησαν εκείνο το βράδυ. Όταν όμως με την τελευταία πνοή της άνοιξης τελικά αποφάσισα πως ήθελα να μάθω, τανκ εμφανίστηκαν στα αυστρογιουγκοσλαβικά σύνορα κι άρχισαν οι βομβαρδισμοί, νέα τα οποία εσύ κι ο πατέρας μπορείτε να μάθετε μέχρι και τώρα (αν, βέβαια, άκουσες τις παγκόσμιες ειδήσεις έστω και μία φορά αφότου έφυγα). Αντί να φύγω εγώ από τη Βιέννη όπου έμενα, για τη Λιουμπλιάνα, από την ίδια κατεύθυνση προς την Αυστρία και ως τη Δυτική Ευρώπη εμφανίστηκαν ορδές, κυρίως νέων ανθρώπων, που ζητούσαν την κανονική, απλή και βαρετή ζωή, την οποία είχαν μέχρι πρόσφατα, αλλά φαίνεται πως είχαν χάσει αμετάκλητα λόγω του καπνού των εκρήξεων, των οδοφραγμάτων και των ελεύθερων σκοπευτών.
Μαμά, έπειτα από όλα όσα σου έχω γράψει, πρέπει να σου είναι ξεκάθαρο πλέον πως δεν θα γυρίσω σπίτι, τουλάχιστον για αρκετό καιρό. Θα συνεχίσω να ταξιδεύω, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο προορισμό ή πρόγραμμα.
Μαμά, έπειτα από όλα όσα σου έχω γράψει, πρέπει να σου είναι ξεκάθαρο πλέον πως δεν θα γυρίσω σπίτι, τουλάχιστον για αρκετό καιρό. Θα συνεχίσω να ταξιδεύω, χωρίς κάποιον συγκεκριμένο προορισμό ή πρόγραμμα. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι κάπου στη Δυτική Ευρώπη. Δεν θα σου δώσω την ακριβή μου τοποθεσία επειδή δεν θέλω να με ψάξεις, είναι αρκετό να ξέρεις πως δεν είμαι κοντά στις ζώνες του πολέμου, για να μην ανησυχείς. Είμαι καλά, εργάζομαι ως σερβιτόρα, έχω κάποια λεφτά στην άκρη και σκέφτομαι να μπω σε μια σχολή το φθινόπωρο. Διαβάζω πολύ. Θα ήσουν περήφανη για μένα. Λόγω του ότι δουλεύω τη νύχτα, ξυπνάω αρκετά αργά και περνώ τα απογεύματά μου στη βιβλιοθήκη της περιοχής, η οποία έχει μια υπέροχη αίθουσα ανάγνωσης. Νιώθω πολύ όμορφα εκεί. Επικρατεί μια εκπληκτική ησυχία. Το μόνο που ακούς είναι κάποια προσεκτικά, σιωπηλά βήματα και σελίδες να γυρνούν. Συνήθως είμαι τόσο απορροφημένη στο διάβασμα, που δεν παρατηρώ καν τον κόσμο στις παραδίπλα θέσεις. Την τελευταία φορά, κάθισε δίπλα μου ένα κορίτσι που μου τράβηξε την προσοχή. Μια ψηλή, πανέμορφη μελαχρινή με κοντά μαλλιά, η οποία τοποθέτησε στο τραπέζι μπροστά της μια συλλογή διηγημάτων του Μπρούνο Σουλτς. Ήταν ένα μικρό βιβλίο, στολισμένο με τις ασπρόμαυρες ζωγραφιές του συγγραφέα, πορτρέτα του εαυτού του και γυμνές εικόνες. Βαρύ αυτό, γλυκιά μου, σκέφτηκα κάπως επικριτικά, ελπίζω να ξέρεις πού πας να μπλέξεις και να μελέτησες Κάφκα πριν πιάσεις τον Σουλτς. Σαν να άκουσε αυτό που σκεφτόμουν, εκείνη στράφηκε προς το μέρος μου και χαμογέλασε, φέρνοντάς με κάπως σε δύσκολη θέση, σαν να ήμουν ματάκιας που πιάστηκε στα πράσα. Προσπάθησα να βγω από αυτή τη θέση δείχνοντας το βιβλίο μπροστά της και προσφέροντας την άποψή μου γι’ αυτό υψώνοντας τον αντίχειρα. Εκείνη έγνευσε και άρχισε να το ξεφυλλίζει σαν να έψαχνε για κάτι. Μου έδωσε την εντύπωση πως ήταν λεπτομερώς εξοικειωμένη με αυτό, πως ήξερε ακριβώς πού να βρει το υπογραμμισμένο απόσπασμα που επρόκειτο να μου δείξει. Όταν βρήκε αυτό που έψαχνε, έστρεψε το βιβλίο προς το μέρος μου, έτσι ώστε να με αφήσει να διαβάσω το κομμάτι που ήταν υπογραμμισμένο με φωσφοριζέ πορτοκαλί χρώμα:
«Η ζωή που δεν είχε ζήσει τον ανησυχούσε, τον ταλάνιζε, περιστρεφόταν μέσα του σαν το ζώο στο κλουβί. Στο σώμα του Ντόντο, το σώμα ενός κουτού, κάποιος μεγάλωνε μολονότι δεν είχε ζήσει, κάποιος κοντοζύγωνε σε έναν θάνατο δίχως κανένα απολύτως νόημα».

Αργότερα, μου είπε την ιστορία της στο καφέ της βιβλιοθήκης όπου με προσκάλεσε. Εργαζόταν ως βιβλιοθηκάριος σε μια μικρή πόλη της Βοσνίας ώσπου ένα βράδυ οι εχθρικοί στρατιώτες εισέβαλαν έπειτα από μακροχρόνια πολιορκία. Την επόμενη μέρα, φόρτωσαν την ίδια μαζί με άλλες γυναίκες σε παλιά λευκά αστικά λεωφορεία, τα οποία δεν είχαν καεί στα οδοφράγματα, όπου οι υπερασπιστές της πόλης είχαν ρίξει όλα τα άλλα οχήματα. Οι άνδρες φυλακίστηκαν στο γυμναστήριο του σχολείου, στο οποίο πριν από μερικά χρόνια έπαιζαν μπάσκετ, χάντμπολ ή βόλεϊ μαζί με τον τύπο που τώρα τους φρουρούσε. Το τελευταίο βλέμμα που έριξε στην πόλη ήταν μέσα από ένα ύψωμα όπου δύο οβιδοβόλα, τα οποία είχαν σπείρει τον πανικό και τον φόβο στην πόλη εδώ και αρκετές νύχτες, διατηρούσαν ακόμα την αμυντική τους θέση. Όλες οι γυναίκες στο λεωφορείο κοιτούσαν έξω σιωπηλά μέσα από το πελώριο πίσω παράθυρο, το οποίο, σαν την οθόνη μιας μεγάλης τηλεόρασης, μετέδιδε το πανόραμα της πόλης που στο κέντρο της είχε μια ανοιχτή βιβλιοθήκη δίχως σκεπή, λες και ήταν ανοιχτή πληγή. Είπε πως από μακριά έμοιαζε με το κουκλόσπιτο που της είχε πάρει ο μπαμπάς της από την Τεργέστη πριν από χρόνια. Δυνατές φωνές ακούστηκαν από την αριστερή μεριά του λεωφορείου, οι οποίες τις ταρακούνησαν από τον λήθαργό τους. Απ’ ό,τι έμαθαν ξέσπασε ένας καβγάς μεταξύ των στρατιωτών που φρουρούσαν το πόστο με τα δύο οβιδοβόλα. Είδαν τον έναν –ο οποίος, κρίνοντας από το σχέδιο της στολής, ενδεχομένως να ήταν και ο διοικητής μιας μικρής μονάδας– να σημαδεύει την κάννη του τουφεκιού του προς έναν άλλον, έναν μικρότερο στρατιώτη. Ο δεύτερος δεν εμφάνισε φόβο στο πρόσωπό του, μόνο χλευασμό. Το λεωφορείο δεν έκοψε ταχύτητα, συνέχισε την πορεία του, οπότε προσπέρασαν το σκηνικό με τους στρατιώτες τόσο γρήγορα που δεν πρόφτασαν να δουν πώς τελείωσε. Η κοπέλα ήταν σίγουρη πως άκουσε έναν πυροβολισμό κάμποσα δευτερόλεπτα μετά. Μονάχα έναν, κι έπειτα πάλι σιωπή. Την κατέβαλε αμέσως το συναίσθημα της λύπης, φέρνοντας στο μυαλό την ολοζώντανη εικόνα του προσώπου ενός ζωηρού νεαρού να πέφτει μέσα στη λάσπη, μπροστά στα πόδια του διοικητή του κι έδωσε στον εαυτό της τη λογική εξήγηση πως αυτός ήταν ο εχθρός που ευθυνόταν για όλες τις δικές της ατυχίες, αλλά και των υπόλοιπων γυναικών μέσα στο λεωφορείο, λέγοντας πως το γεγονός ότι οι εισβολείς είχαν αρχίσει να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον έπρεπε να τη χαροποιεί. Όμως, έφερνε διαρκώς τη σκηνή στο μυαλό της και, όταν διάβασε το απόσπασμα του Σουλτς που μου έδειξε στη βιβλιοθήκη, της φάνηκε να μιλά συγκεκριμένα για κείνον, τον νεαρό που στεκόταν μπροστά στον θάνατό του, αντιμιλώντας στον βλάκα με το τουφέκι. Μέχρι και στον ύπνο της τον είδε την πρώτη νύχτα σε ξένη χώρα, σε κάτι ασυνήθιστα, αλλόκοτα όνειρα. Βρίσκονταν σε κείνη τη βιβλιοθήκη χωρίς σκεπή, ήταν νύχτα και όλοι της οι συνάδελφοι ήταν ακόμα εκεί, μέχρι και αυτοί που είχε πολύ καιρό να δει αφότου στρατολογήθηκαν. Όταν μου τον περιέγραψε, το πόσο προσεκτικός ήταν με τα βιβλία στη βιβλιοθήκη και το πόσο πάσχισε για να τη ρίξει, κάτι που στο τέλος κατάφερε τραγουδώντας κάποιο γνωστό τραγούδι, σκέφτηκα: Θεέ μου, αυτός θα μπορούσε να είναι ο Ντένις. Αυτό, όμως, φάνταζε τόσο απίθανο που έπειτα από εκείνον τον καφέ στην καφετέρια μιας σύγχρονης βιβλιοθήκης σε κάποια πόλη της Δυτικής Ευρώπης, σταμάτησα να σκέφτομαι την επιστροφή στη Λιουμπλιάνα. Φυσικά, εκείνη τη μέρα γύρισα στο σπίτι με το δικό μου αντίτυπο του Μπρούνο Σουλτς, ο οποίος είχε κατάληξη παρόμοια με αυτή του στρατιώτη από την ιστορία της νεαρής Βόσνιας. Ίσως να συμπεριλάβεις κι εσύ τον Σουλτς στην «υπόγεια συλλογή» σου.
Λοιπόν, αυτά για τώρα. Μπορεί να σου ξαναστείλω γράμμα κάποια στιγμή και ξανά κάποια άλλη. Προς το παρόν, δώσε στον μπαμπά ένα φιλί και πρόσεχε τον εαυτό σου.
Με αγάπη, Μέρι
Ευρώπη, φθινόπωρο, 1995






















