Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Clive Barker –το οποίο και ολοκληρώνει την εξαλογία του– «Τα βιβλία του αίματος #6» (μτφρ. Ιωάννης Πλεξίδας), που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Οξύ.
Επιμέλεια: Book Press
Ο Σταμπφ κοίταξε τον Λοκ μ’ ένα ίχνος οίκτου στο πρόσωπό του.
«Κάναμε λάθος» είπε ήρεμα. Τα δάχτυλά του, που τώρα τα είχε πάρει απ’ το τζάμι, συνέχιζαν να ματώνουν, με το αίμα να στάζει στην άκρη των χεριών του και στα μπράτσα του. «Δεν είναι κάτι που μπορούμε να το ελέγξουμε, Λοκ. Δεν είναι στο χέρι μας». Σήκωσε τα ματωμένα δάχτυλά του, ενώ χαμογέλασε με το λογοπαίγνιό του: «Βλέπεις;» είπε.
Η ξαφνική, μοιρολατρική ηρεμία του Γερμανού φόβισε τον Λοκ. Άπλωσε το χέρι στο χερούλι της πόρτας και την ταρακούνησε. Το δωμάτιο ήταν κλειδωμένο. Το κλειδί ήταν από τη μέσα μεριά, εκεί που ο Σταμπφ είχε πληρώσει για να βρίσκεται.
«Δεν μπαίνεις μέσα» είπε ο Σταμπφ. «Μείνε μακριά από μένα».
Το χαμόγελό του είχε εξαφανιστεί. Ο Λοκ χτύπησε την πόρτα με τον ώμο του.
«Δεν μπαίνεις μέσα, είπα» φώναξε ο Σταμπφ με στριγκή φωνή. Απομακρύνθηκε από την πόρτα καθώς ο Λοκ έπεσε με δύναμη και πάλι πάνω της. Τότε, καταλαβαίνοντας ότι η κλειδαριά σύντομα θα έσπαγε, άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Ο Λοκ δεν έδωσε καμία σημασία και συνέχισε να πέφτει πάνω στην πόρτα. Τότε ακούστηκε ο ήχος του ξύλου που έσπαζε.
Κάπου εκεί κοντά, ο Λοκ άκουσε τη φωνή μιας γυναίκας που απαντούσε στις εκκλήσεις του Σταμπφ. Δεν είχε σημασία· θα έπιανε τον Γερμανό πριν φτάσει βοήθεια και τότε, μα τον Χριστό, θα έσβηνε κάθε ίχνος χαμόγελου από τα χείλη του μπάσταρδου. Έπεσε πάνω στην πόρτα με περισσότερο ζήλο· ξανά και ξανά. Η πόρτα έσπασε.
Στολισμένος με κοψίματα σε κάθε εκτεθειμένο σημείο του σώματός του, που αυξάνονταν κάθε λεπτό που περνούσε, ο Σταμπφ έκανε προς τα πίσω τρεκλίζοντας και σωριάστηκε δίπλα στο κρεβάτι.
Μέσα στο αντισηπτικό κουκούλι του, ο Σταμπφ ένιωσε την πρώτη ριπή το ακάθαρτου αέρα από τον έξω κόσμο. Δεν ήταν κάτι περισσότερο από ένα ελαφρύ αεράκι που εισέβαλλε στο αυτοσχέδιο άσυλό του, αλλά κουβαλούσε μαζί του τα υλικά του κόσμου. Καπνιά και σπόροι, φλούδες δέρματος που ξύθηκαν από χιλιάδες κρανία, χνούδια και άμμος, λεπτές τρίχες· η λαμπερή σκόνη από τα φτερά μιας πεταλούδας. Κόκκοι τόσο μικροί που το ανθρώπινο μάτι μπορεί να δει μόνο στο λευκό φως μιας ηλιαχτίδας· το καθένα απ’ αυτά ένας μικροσκοπικός, στροβιλιζόμενος κόκκος, άκακος για τους περισσότερους ζωντανούς οργανισμούς. Όμως αυτό το σύννεφο ήταν φονικό για τον Σταμπφ· μέσα σε δευτερόλεπτα το σώμα του έγινε ένα πεδίο από μικρές πληγές που αιμορραγούσαν.
Ούρλιαξε κι έτρεξε προς την πόρτα για να την κλείσει ξανά, ρίχνοντας τον εαυτό του σε μια θύελλα από μικρά ξυράφια που το καθένα τους τον ξέσκιζε. Σπρώχνοντας την πόρτα για να εμποδίσει τον Λοκ να μπει στο δωμάτιο, τα πληγωμένα χέρια του εξερράγησαν. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ αργά για να κρατήσει τον Λοκ έξω. Ο άντρας είχε σπρώξει και είχε ανοίξει την πόρτα και τώρα έμπαινε μέσα, με το κάθε βήμα που έκανε να στέλνει νέα ρεύματα αέρα που κομμάτιαζαν τον Σταμπφ. Άρπαξε τον καρπό του Γερμανού. Μόλις τον έπιασε το δέρμα του άνοιξε σαν να τον είχε κόψει μαχαίρι.
Πίσω του, μια γυναίκα έβγαλε μια κραυγή τρόμου. Ο Λοκ, συνειδητοποιώντας ότι ο Σταμπφ δεν θα σταματούσε να χαμογελάει, τον άφησε. Στολισμένος με κοψίματα σε κάθε εκτεθειμένο σημείο του σώματός του, που αυξάνονταν κάθε λεπτό που περνούσε, ο Σταμπφ έκανε προς τα πίσω τρεκλίζοντας και σωριάστηκε δίπλα στο κρεβάτι. Ο δολοφονικός αέρας συνέχιζε να τον κόβει καθώς έπεφτε στο πάτωμα· με κάθε αγωνιώδη σπασμό τού προκαλούσε νέους στροβίλους και δίνες που τον έκοβαν κομμάτια.
Κατάχλωμος, ο Λοκ υποχώρησε από εκεί που βρισκόταν σωριασμένο το σώμα και βγήκε στον διάδρομο παραπατώντας. Ένα μπουλούκι από ανθρώπους που παρακολουθούσαν όσα συνέβαιναν είχε γεμίσει τον διάδρομο· έκαναν όμως χώρο να περάσει καθώς τους πλησίασε, φοβισμένοι από τον όγκο του και το άγριο βλέμμα του, γιατί κανείς δεν ήθελε να τον προκαλέσει. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής μέσα στον αρωματισμένο από την αρρώστια λαβύρινθο, διέσχισε τη μικρή αυλή και επέστρεψε στο κυρίως κτίριο. Είδε φευγαλέα τον Έντσον Κόστα να τρέχει για να τον φτάσει, αλλά δεν χασομέρησε για να δώσει εξηγήσεις.
Στον προθάλαμο, που παρά την περασμένη ώρα ήταν γεμάτος με θύματα του ενός ή του άλλου είδους, το βασανισμένο βλέμμα του έπεσε πάνω σ’ ένα μικρό αγόρι που είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά της μητέρας του. Προφανώς είχε τραυματιστεί στην κοιλιά. Το πουκάμισό του, που του ήταν πολύ μεγάλο, ήταν λεκιασμένο από το αίμα· το πρόσωπό του γεμάτο δάκρυα. Η μητέρα δεν σήκωσε το βλέμμα της καθώς ο Λοκ προχωρούσε μέσα στο πλήθος. Το παιδί ωστόσο το έκανε. Σήκωσε το κεφάλι του, σαν να ήξερε ότι ο Λοκ θα περνούσε από μπροστά του εκείνη τη στιγμή, και του χαμογέλασε γεμάτο αυτοπεποίθηση.






















