prodimosieysi stuart

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βραβευμένο με Booker 2020 μυθιστόρημα του Douglas Stuart «Σάγκι Μπέιν» (μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου), που κυκλοφορεί στις 30 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Άγκνες αναδύθηκε έγκαιρα από τις στάχτες της για τα δέκατα γενέθλια του Σάγκι. Είχε τρεις μήνες να πιει προτού αναλάβει τη βραδινή βάρδια στο βενζινάδικο του ανθρακωρυχείου. Μοίρασε τα χριστουγεννιάτικα ψώνια σε τέσσερις διαφορετικούς καταλόγους, γέμισε το χριστουγεννιάτικο δέντρο με δώρα και το τραπέζι με τέσσερα είδη παιχνιδιών και κρέατος, χωρίς να υπάρχει τρόπος να πληρώσει οτιδήποτε απ’ όλα αυτά. Καθώς ο Λικ και ο Σάγκι κείτονταν χοντροί και χορτάτοι μέσα στη λάμψη της τηλεόρασης, η Άγκνες δεν καταλάβαινε πως δεν χρειαζόταν να χολοσκάει. Εκείνοι ήταν ευτυχισμένοι και μόνο με την παρουσία της, με τη νηφαλιότητά της και τη γαλήνη που αυτό συνεπαγόταν.

Οι δόσεις άρχισαν να έρχονται, αλλά περισσότερο από τα λεφτά υπήρχε κάτι άλλο σχετικά με τη δουλειά που εκείνη χρειαζόταν τότε. Η δουλειά τη βοηθούσε στο θέμα της μοναξιάς. Την κρατούσε απασχολημένη, της πρόσφερε κάτι να κάνει τις ατέλειωτες, άδειες νύχτες. Χωρίς αυτήν θα καθόταν στο σπίτι να αναρωτιέται τι θα κάνει μέχρι να έρθει τελικά ο ύπνος. Τις περισσότερες από εκείνες τις νύχτες καθόταν και σκεφτόταν τον Σαγκ, σκεφτόταν τους φίλους που δεν τηλεφωνούσαν πια, τη Λίζι και τον Γουόλι και την Κάθριν στη Νότια Αφρική. Η βραδινή βάρδια τη βοηθούσε να κρατηθεί μακριά από το ποτό.

Το βενζινάδικο διπλασιάστηκε κι έγινε μαγαζάκι, το μοναδικό μέρος σε απόσταση ενός χιλιομέτρου που πουλούσε τσιγάρα, γρανίτες ξυλάκι και σακουλάκια με φουρνιστά τσιπς. Ήταν το κέντρο του τίποτα. Εκείνη τραβούσε ένα συρτάρι προς το μέρος της και έβγαζε τα βρόμικα κέρματα που κροτάλιζαν εκεί μέσα, έριχνε τα ρέστα, κι έσπρωχνε κούτες με τσιγάρα και κουτιά γάλα πίσω από το γυάλινο διαχωριστικό ασφαλείας. Αυτό ήταν, κατά κάποιον τρόπο, κοινωνική ζωή κι εκείνη τη χαιρόταν.

Τέσσερις μέρες την εβδομάδα η Άγκνες καθόταν πίσω από το τζάμι ασφαλείας και αγνάντευε το αδειανό σκοτάδι. Κατά διαστήματα οι ταξιτζήδες έρχονταν και γέμιζαν με ντίζελ τα μαύρα αμάξια τους. Κάποιοι της ζητούσαν το κλειδί για την υγρή και παγερή τουαλέτα, ενώ άλλοι της ζήταγαν μια εφημερίδα κι ένα κουτί παγωμένο Irn-Bru. Από τις δύο πλευρές του διαχωριστικού έπιαναν κουβέντα για τις απεργίες στο Ράβενσκρεγκ, για τον θάνατο του ποταμού Κλάιντ, για τα πράγματα που μοιράζονταν στις ζωές τους. Η Άγκνες χαιρόταν τη συντροφιά τους.

Οι δουλειές αργά το βράδυ στο βενζινάδικο πήγαιναν καλύτερα αφότου άρχισε εκείνη. Μερικοί ταξιτζήδες έκαναν μια παράκαμψη για να τη δουν, για να περάσουν πέντε λεπτά με την ωραία γυναίκα που γελούσε με τις ιστορίες τους, μ’ αυτή την κούκλα που έδειχνε πάντα να χαίρεται μόλις τους έβλεπε. Κι έφευγαν μόνο όταν πλησίαζε ο επόμενος. 

Με τον καιρό κάποιοι γίνανε τακτικοί θαμώνες και κάποιοι λίγοι άρχισαν να περνούν τα διαλείμματα της δουλειάς τους μαζί της, τρώγοντας σάντουιτς από τις δυο μεριές του διαχωριστικού. Οι δουλειές αργά το βράδυ στο βενζινάδικο πήγαιναν καλύτερα αφότου άρχισε εκείνη. Μερικοί ταξιτζήδες έκαναν μια παράκαμψη για να τη δουν, για να περάσουν πέντε λεπτά με την ωραία γυναίκα που γελούσε με τις ιστορίες τους, μ’ αυτή την κούκλα που έδειχνε πάντα να χαίρεται μόλις τους έβλεπε. Κι έφευγαν μόνο όταν πλησίαζε ο επόμενος. 

Μερικές φορές, αν ήταν απασχολημένη με την κουβέντα, κάποια ταξί έκοβαν βόλτες γύρω από τον σταθμό ώσπου εκείνη να ελευθερωθεί. Την κοίταζαν σαν δειλά παιδιά που χάσκουν μπροστά σ’ ένα πιάτο με μπισκότα. Τους έβλεπε να ανεβοκατεβαίνουν στον άδειο δρόμο, να περιμένουν εκείνα τα δέκα λεπτά γαλήνης μαζί της, να νευριάζουν όταν την έβλεπαν να γελά με κάποιον άλλο οδηγό.

Μερικοί από τους παλιότερους οδηγούς της ζητούσαν πράγματα που βρίσκονταν στα χαμηλά ράφια. Ήταν ένα παιχνίδι γι’ αυτούς, έτσι σκότωναν την ώρα τους. Την Άγκνες δεν την πείραζε. Αυτοί τραβούσαν σε μάκρος τη συζήτηση και την κοίταζαν να γλιστρά ανάλαφρα μέσα στο μαγαζάκι, μαζεύοντας τις παραγγελίες τους για ζάχαρη και άμυλο. Ένιωθαν λιγότερο μόνοι καθώς εκείνη έσκυβε να πιάσει την καθημερινή εφημερίδα, απολάμβαναν το τέντωμα της φούστας της καθώς μαζευόταν για να φτάσει στο κάτω ράφι. Τους άρεσε ο τρόπος που το πουλόβερ της κρεμόταν χαμηλά και το μαύρο χρώμα του σουτιέν της διαγραφόταν με φόντο το ροδαλό δέρμα της. Η Άγκνες γνώριζε πόσο φριχτό πράγμα είναι να είσαι μόνος.

Ύστερα από λίγους σκοτεινούς χειμωνιάτικους μήνες δουλειάς στο βενζινάδικο, άρχισαν να έρχονται πράγματα για την Άγκνες. Στην αρχή ήταν μικροπράγματα, όπως κουτιά με πατάτες ή έξτρα βάζα με κρεμμυδάκια τουρσί από τα σουπερμάρκετ. Ένα πρωί τής ήρθε ένα κουτί με καλσόν. Σύντομα κάποιοι από τους ταξιτζήδες άρχισαν να φέρνουν μεγαλύτερα δώρα, όπως ένα μεταχειρισμένο ψυγείο, μια παλιά φορητή τηλεόραση, και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές που έβγαιναν από τις καρότσες των φορτηγών. Ο Σάγκι γύρισε από το σχολείο και βρήκε επισκευασμένη τη ραγισμένη μεσόπορτα. Γύρισε σπίτι και βρήκε φρεσκοβαμμένη τη μουχλιασμένη κουζίνα.

Προς το τέλος της νυχτερινής βάρδιας υπήρχαν ολόκληρα χρονικά διαστήματα όπου δεν πατούσε ψυχή στο γκαράζ. Η Άγκνες καθόταν και κοίταζε την Πιτ Ρόουντ, μετρώντας τις ώρες και κοιτάζοντας το μπρος πίσω των μοναχικών νυχτερινών λεωφορείων. Εκείνες τις νύχτες καθόταν πίσω από το τζάμι ασφαλείας και ξεφύλλιζε αργά τους καταλόγους με τις προσφορές, ξοδεύοντας τους μισθούς της πριν ακόμα τους δουλέψει. Ξεμύτιζε ο ήλιος κι εκείνη ετοιμαζόταν να τελειώσει τη βάρδιά της, γλιστρώντας μια μπάρα σοκολάτας στην τσέπη της για το σχολείο του παιδιού και κερνώντας τον εαυτό της ένα πακέτο τσιγάρα. Ξεκλείδωνε το λουκέτο της πόρτας κι άφηνε την πρωινή βάρδια να μπει μέσα. Καθώς έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού για το Πίτχεντ, ο πρωινός ήλιος πυρπολούσε τους λόφους της σκουριάς, προτού ο βαρύς ουρανός κυλήσει και σκεπάσει με τη συνηθισμένη του γκρίζα κουβέρτα τον οικισμό.

stuart exΓυρνώντας στο σπίτι, η Άγκνες έλεγε μια ευγενική καλημέρα καθώς προσπερνούσε τις κουρασμένες καθαρίστριες της πόλης. Οι καθαρίστριες έπιαναν τους χρυσούς σταυρούς που κρέμονταν από τους λαιμούς τους και μουρμούριζαν ένα ήσυχο «ναι» χωρίς να την κοιτάζουν. Αυτές οι γυναίκες δε μπορούσαν να φανταστούν τι έκανε μια αξιοσέβαστη καθολική πηγαίνοντας στο σπίτι της μια τέτοια ανόσια ώρα. Υποπτεύονταν αυτή τη γυναίκα που φορούσε κραγιόν μέσα στα άγρια χαράματα και είχε άψογα νύχια, βαμμένα με σέξι χρώματα. Οι άντρες που ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να έχουν ακόμα δουλειά σήκωναν το βλέμμα τους και χαμογελούσαν καθώς περνούσε η Άγκνες. Προσπαθούσαν να κρύψουν τα τυλιγμένα γεύματα που τους ετοίμαζαν οι γυναίκες τους ενώ της έλεγαν καλημέρα και της έριχναν μια πονηρή ματιά.

Όταν εκείνη γυρνούσε στο σπίτι, έβαζε την κλεμμένη σοκολάτα κάτω από το προσκεφάλι του Σάγκι και, μ’ ένα φιλί και μια κούπα τσάι με γάλα, τον ξυπνούσε για το σχολείο. Στα πόδια του κρεβατιού του Λικ άφηνε πάντα τη φόρμα της δουλειάς, καθαρή και πλυμένη από το προηγούμενο βράδυ. Τα αγόρια ήταν ξαπλωμένα σε χωριστά κρεβάτια, κοιτώντας σιωπηλά το ένα το άλλο, ακούγοντας τον ήχο του τραγουδιού της μαζί με την πρωινή εκπομπή του ραδιοφώνου. Κανένα τους δεν έπαιζε καν τα μάτια του, από φόβο μήπως πρώτο αυτό διαλύσει τη μαγεία.

Μονάχα δύο μήνες είχε η Άγκνες που δούλευε στη νυχτερινή βάρδια όταν πρωτοσυνάντησε εκείνο το κοκκινομάλλικο βόδι. Αυτός ήταν διαφορετικός από τους άλλους. Οι άλλοι ταξιτζήδες είχαν την οικεία εκείνη κοψιά των ανθρώπων που πέρασαν την πρώτη νιότη τους και οι ώρες που ανάλωσαν καθισμένοι στο τιμόνι έκαναν τα κορμιά τους να καταρρεύσουν, τα πλούσια σκοτσέζικα πρωινά και τα γεύματα στα σνακ μπαρ κατακάθισαν σαν παγωμένος χυλός γύρω από τη μέση τους. Τελικά, τα ταξί τούς έκαναν να σκύβουν, ώσπου οι ώμοι τους στρογγύλεψαν σε μια μαλακή καμπούρα και τα κεφάλια τους προεξείχαν πάνω από τους χοντρούς λαιμούς τους. Όσοι βρέθηκαν για μεγάλο διάστημα στη βραδινή βάρδια έγιναν χλωμοί σαν φαντάσματα, και το μοναδικό τους χρώμα είναι εκείνο το ψεύτικο κοκκίνισμα που μένει ύστερα από τόσα χρόνια ποτού. Αυτοί ήταν οι άντρες που στόλιζαν τα δάχτυλά τους με μεγάλα χρυσά δαχτυλίδια, για να έχουν την κούφια ευχαρίστηση να τα βλέπουν να λαμποκοπούν θρονιασμένα πάνω στα τιμόνια. Αυτό δεν μπορούσε παρά να της θυμίζει τον Σαγκ.

Όταν ο κοκκινομάλλης βγήκε πρώτη φορά από το ταξί του, εκείνη προσπάθησε να μην τον κοιτάζει. Θα πρέπει να ήταν καινούργιος στο τιμόνι. Οι ώμοι του ήταν ακόμα στητοί και το ρόδινο χρώμα στην όψη του οφειλόταν στο φως της μέρας και στον καθαρό αέρα, όχι στις σκοτεινές παμπ και στα χρυσά μισόλιτρα της μπίρας. Ήταν ένας ψηλός, μεγαλόσωμος άντρας και όσο φουλάριζε το ταξί με ντίζελ η Άγκνες κοίταζε πόσο στητός και καμαρωτός ήταν. Κούνησε το ταξί πέρα δώθε με το χοντρό μπράτσο του, ενώ οι κόκκινες μπούκλες του λαμποκόπησαν κάτω από τα τρεμάμενα φώτα φθορίου. Δεν μόρφασε καν μόλις την είδε, όπως έκαναν μερικές φορές οι άλλοι άντρες, ούτε και χαμογέλασε όμως. Εκείνη καθόταν πίσω από το τζάμι, με τα χέρια της σταυρωμένα, σαν να περίμενε έναν εραστή που ξέχασε να έρθει και να την πάρει μαζί του. Έσπρωξε προς το μέρος του τα ρέστα στο μικρό συρτάρι ασφαλείας, κι εκείνος μουρμούρισε ένα ευχαριστώ και ξαναγύρισε στο ταξί του.

Πέρασαν λίγες βδομάδες μέχρι να ξαναγυρίσει. Αυτή τη φορά, η Άγκνες του μίλησε πριν ακόμα αυτός φτάσει στο τζάμι.

«Δεν οδηγείς πολύ καιρό, έτσι;» του είπε μ’ ένα χαμόγελο τονισμένο από το κραγιόν και προσκαλώντας τον, έτσι όπως έσπρωχνε προς το μέρος του το συρτάρι.
«Συγγνώμη;» έκανε αυτός καθώς εκείνη τον απέσπασε από τις σκέψεις του.

Η Άγκνες έπιασε στη φωνή του τη γλυκιά τραγουδιστή προφορά του Στράθκλαϊντ. «Αναρωτιόμουν αν είσαι καινούργιος οδηγός στα ταξί» συνέχισε.

«Τι σε κάνει να ρωτάς έναν άντρα γι’ αυτό;» ρώτησε δηκτικά εκείνος και η ανάσα του θόλωσε στο κρύο τζάμι.

Το χαμόγελο της Άγκνες ράγισε. «Ε, να, έχω ένα σωρό ταξιτζήδες να περνάνε αποδώ. Εσύ μοιάζεις πιο… εύθυμος από τους υπόλοιπους». Αυτός την κοίταζε όπως θα κοίταζε έναν σκύλο που μιλάει. Έχανε τα λόγια της. «Ξέρεις, μοιάζεις λιγότερο κουρασμένος απ’ όλα αυτά. Απ’ όλη αυτή την οδήγηση. Απ’ όλους αυτούς τους στριμμένους επιβάτες».

«Νομίζεις λοιπόν ότι εσύ μπορείς να κρίνεις σωστά τους χαρακτήρες;»

Η ερώτηση ξάφνιασε την Άγκνες. Τώρα ήταν αυτή που σώπαινε. Ο κοκκινομάλλης έριξε μερικά νομίσματα στο συρτάρι ασφαλείας με έναν βαρύ μεταλλικό ήχο. «Μισό κιλό γάλα και μια φραντζόλα άσπρο ψωμί. Φόρμας, όχι το απλό. Βεβαιώσου ότι είναι φρέσκο και μην το ζουλήξεις μες στο μαραφέτι σου». Και της έδειξε το συρτάρι ασφαλείας.

Πηγαίνοντας στην απέναντι μεριά του μικρού μαγαζιού, η Άγκνες κοίταξε πίσω για να δει αν εκείνος την παρακολουθούσε, αλλά ο κοκκινομάλλης κοιτούσε τα πόδια της λες και στα παπούτσια της ήταν γραμμένη μια ιστορία. Αυτός ανάσανε με την αλογίσια μύτη του κι εκείνη είδε τους ώμους του να σηκώνονται και να ανοίγουν κι έπειτα να πέφτουν ξανά. Έμοιαζε κουρασμένος, άρρωστος και κουρασμένος.

Της πήρε ένα λεπτό για να συνέλθει και να σηκωθεί από την καρέκλα της. Πηγαίνοντας στην απέναντι μεριά του μικρού μαγαζιού, η Άγκνες κοίταξε πίσω για να δει αν εκείνος την παρακολουθούσε, αλλά ο κοκκινομάλλης κοιτούσε τα πόδια της λες και στα παπούτσια της ήταν γραμμένη μια ιστορία. Αυτός ανάσανε με την αλογίσια μύτη του κι εκείνη είδε τους ώμους του να σηκώνονται και να ανοίγουν κι έπειτα να πέφτουν ξανά. Έμοιαζε κουρασμένος, άρρωστος και κουρασμένος. Ξαναγυρνώντας στη βιτρίνα, η Άγκνες έβαλε το μπουκάλι στο συρτάρι και το έσπρωξε προς το μέρος του. Αυτός το πήρε στη μεγάλη παλάμη του. Η Άγκνες έριξε τη φραντζόλα μέσα στο συρτάρι και μόνο τότε εκείνος είπε ξανά: «Θα ζουλήξεις τη φραντζόλα μου». Η Άγκνες σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε εμβρόντητη. Η φραντζόλα χωρούσε εκεί μ’ ένα σπρώξιμο, αυτός όμως διαμαρτυρήθηκε πάλι και τα μάγουλά του κοκκίνισαν: «Σου λέω, μην τη χώνεις κει μέσα».

«Είναι εντάξει. Το ψωμί είναι ελαστικό». Πάτησε με το δάχτυλό της τη φρέσκια φραντζόλα και, λες κι ήταν διαφήμιση φρεσκάδας, εκείνη ξαναφούσκωσε.

Ο άντρας σώπαινε.

Η Άγκνες χαμογέλασε ντροπαλά. «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό. Δεν μπορώ να ανοίξω την πόρτα ασφαλείας». Έφερε το χέρι της στο στήθος της κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. «Το βλέπεις, είμαι εδώ ολομόναχη».

Ο κοκκινομάλλης μετακινούνταν από το ένα πόδι στο άλλο, με τα μάγουλά του να γίνονται κατακόκκινα. Τα μάτια του ανοιγόκλειναν, κοιτούσε τα πόδια του και πήρε μια βαθιά ανάσα από τα μεγάλα ρουθούνια του.

«Κοίτα, τη θες αυτή τη φραντζόλα, ναι ή όχι;» ρώτησε η Άγκνες σκύβοντας κοντά στο τζάμι. Το μπροστινό μέρος του πουλόβερ της μετακινήθηκε κι ήξερε πως η μαύρη μπρετέλα του σουτιέν βρισκόταν πάνω στον ώμο της. Χαμογέλασε μέσα από τα μισόκλειστα μάτια της.

Εκείνος κοπάνησε τη βαριά γροθιά του στο τζάμι. Αυτό την έκανε να πεταχτεί προς τα πίσω, σαν να την είχαν χαστουκίσει. «Παναγία μου, δεν μπορεί ένας τίμιος άνθρωπος να φάει μια γαμημένη φέτα ψωμί;»

Αυτό δαιμόνισε την Άγκνες. Το να νιώθει τόσο αόρατη δεν βοηθούσε το ηθικό της. Όταν την αγνοούσαν έτσι, της ερχόταν να πιει. Με το βαμμένο νύχι της ξεχώρισε την κολλημένη άκρη της φραντζόλας κι έβγαλε μια χοντρή φέτα. Την πέταξε μέσα στο συρτάρι σαν να ήταν ένα ψόφιο ψάρι. Έσπρωξε τη μονή φέτα προς το μέρος του άντρα.

Αυτός κοίταξε τη φέτα της φραντζόλας μες στο συρτάρι λες κι εκείνη είχε χέσει μέσα σ’ ένα κουτί. «Ωραία, πάρ’ τη λοιπόν» τον προειδοποίησε, και το χαμόγελο με την μπρετέλα εξαφανίστηκαν. Ο κοκκινομάλλης τράβηξε τη φέτα και την κράτησε τρυφερά. Με έναν μεταλλικό θόρυβο το συρτάρι τραβήχτηκε πάλι προς τα μέσα, η Άγκνες έβαλε άλλη μια φέτα εκεί και την έσπρωξε προς το μέρος του. Ο άντρας την τράβηξε. Συνέχισαν έτσι σιωπηλά, η Άγκνες να ρίχνει τις φέτες του ψωμιού στο συρτάρι και ο άντρας να τις μαζεύει με λεπτές κινήσεις, σαν να ήταν πορσελάνινα πιάτα. Ήταν σίγουρη πως αυτός δεν είχε πάρει ούτε μια ανάσα από τη στιγμή που του έριξε την πρώτη φέτα. Κάπου μέσα του ο αέρας σφύριζε σαν σκισμένο λάστιχο κι εκείνος κοιτούσε τη μισή φραντζόλα που κράταγε στα χέρια του. Η Άγκνες συνέχισε να ασχολείται με το συρτάρι.

«Δούλευα κάποτε στο Πίτχεντ, μέχρι που έκλεισε» είπε εκείνος ήσυχα. «Πώς μπόρεσες να καταλάβεις πως δεν ήμουνα ταξιτζής;»
«Απλώς μπορούσα να το καταλάβω. Έχω πείρα εγώ».
«Ναι;»
«Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο». Έβαλε άλλη μια φέτα στο συρτάρι.
«Δεν ξέρω πώς το κάνουν αυτό» είπε ο κοκκινομάλλης άντρας. «Κι ο κόσμος που συναντάς; Κάθε είδους παλιάνθρωποι».
«Πρέπει να ’σαι ένα ορισμένο είδος ανθρώπου για να ’σαι εκεί έξω τη νύχτα. Εσύ δουλεύεις πολύ καιρό βραδινή βάρδια;»
«Κάνα μήνα».
«Είναι τρομερή η μοναξιά, έτσι;»

Ο άντρας την κοίταξε σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. «Ναι, είναι μεγάλη η μοναξιά» είπε, και τα μάτια του φάνηκαν πολύ κουρασμένα.

Η Άγκνες έστειλε προς το μέρος του την τελευταία φέτα.

«Εντάξει, πέρνα αύριο βράδυ. Θα σου ρίξω ένα κουτί κορνφλέικς μέσ’ απ’ αυτό το συρτάρι…»

Ο άντρας χαμογέλασε πρώτη φορά. Τα δόντια του ήταν μεγάλα, ίσια και λευκά.

«Εντάξει».

«Φέρε μόνο μια σακούλα γιατί θα σου τα ρίχνω νιφάδα νιφάδα».


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πράκτορας Σόνυα, του Μπεν Μακιντάιρ (προδημοσίευση)

Πράκτορας Σόνυα, του Μπεν Μακιντάιρ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ben Macintyre «Πράκτορας Σόνυα: Η κατάσκοπος που έκλεψε τα σχέδια της ατομικής βόμβας» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), το οποίο κυκλοφορεί στις 13 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Τα χρόνια, της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Τα χρόνια, της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Annie Ernaux «Τα χρόνια» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, επίμετρο: Νίκος Μπακουνάκης), το οποίο κυκλοφορεί στις 14 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σε τούτη την ασπρόμαυρη φωτογραφ...

Γιοζεφίνε η αοιδός, του Φραντς Κάφκα (προδημοσίευση)

Γιοζεφίνε η αοιδός, του Φραντς Κάφκα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από την ανθολογία του Franz Kafka «Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επίμετρο: Κατερίνα Καρακάση) που κυκλοφορεί στις 6 Αυγούστου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στὴ συναγωγή μας... ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων 2020: Οι βραχείες λίστες

Βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων 2020: Οι βραχείες λίστες

Ανακοινώθηκαν οι βραχείες λίστες για τα βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων. Η τελετή απονομής θα γίνει την Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου. 

Επιμέλεια: Book Press

Η Εταιρεία Συγγραφέων έχει θεσπίσει τα Βραβεία «Γιάννης Βαρβέρης» και «Μένης Κουμανταρέας...

Το μαύρο βιβλίο, το αριστούργημα του Ορχάν Παμούκ

Το μαύρο βιβλίο, το αριστούργημα του Ορχάν Παμούκ

Για το μυθιστόρημα του Orhan Pamuk «Το μαύρο βιβλίο» (μτφρ. Στέλλα Βρετού, εκδ. Πατάκη).

Της Νίκης Κώτσιου

Ένα από τα πιο συζητημένα και πολυδιαβασμένα βιβλία της σύγχρονης τουρκικής λογοτεχνίας, το Μαύρο βιβλίο (1990) του νομπελίστα Ορχάν Παμ...

Οι επόμενοι εμείς, του Αλέκου Λούντζη (κριτική)

Οι επόμενοι εμείς, του Αλέκου Λούντζη (κριτική)

Για την ποιητική συλλογή του Αλέκου Λούντζη «Οι επόμενοι εμείς» (εκδ. Στιγμός).

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου

Συζητώντας την ελληνική ποίηση του 21ου αιώνα προσπαθώ πάντα να μην την προσεγγίσω καθ’ εαυτή αλλά να την τοποθετήσω σε ένα διεθνές πλαίσιο κι ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή, της Κέιτ Κερκπάτρικ (προδημοσίευση)

Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή, της Κέιτ Κερκπάτρικ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη βιογραφία της Simone de Beauvoir «Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή» (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη), της Kate Kirkpatrick που θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Για τη...

Χωρίς πυξίδα, της Χριστίνας Πουλίδου (προδημοσίευση)

Χωρίς πυξίδα, της Χριστίνας Πουλίδου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χριστίνας Πουλίδου «Χωρίς πυξίδα», που θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2025

«Βρομοκατάσταση» συνόψισε ο Μορ...

Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες, του Δημήτρη Ινδαρέ (προδημοσίευση)

Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες, του Δημήτρη Ινδαρέ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Δημήτρη Ινδαρέ «Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες. Με αφορμή ένα δημοτικό τραγούδι του Μοριά», το οποίο κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Εστία.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ι. ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΡΙΖΕΣ

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τα γεγονότα που μας εισήγαγαν στον 21ο αιώνα. Ήταν η μεγαλύτερη και πιο σοκαριστική αλληλουχία τρομοκρατικών ενεργειών που έγινε ποτέ, με μερικά λεπτά διαφορά: οι επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη, και στο Πεντάγωνο στην Ουάσιγκτον, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Α...

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Οι περισσότεροι από τα τίτλους που παρουσιάζονται εδώ έφτασαν στα χέρια μας πολύ πρόσφατα. Πρόκειται για ενδιαφέροντα βιβλία που στην πλειονότητά τους πέρασαν «κάτω από τα ραντάρ» των βιβλιοπροτάσεων για το καλοκαίρι. Ιδού μερικά από τα καλύτερα. 

Ε...

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα βιβλία ιστορίας, εθνολογίας, σύγχρονων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων για τους εναπομείναντες στην πόλη αλλά και για όσους ακόμη αναζητούν βιβλία για τις διακοπές τους που να αξίζουν το βάρος τους.

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

20 Οκτωβρίου 2021 ΕΛΛΗΝΕΣ

Το Φανταστικό στην Ελλάδα: Ο λόγος στους εκδότες του

«Η Άγνωστη Καντάθ», «Αίολος», «Οξύ», «Φανταστικός Κόσμος», «Anubis», «Sελίνι»: Έξι εκδοτικοί οίκοι που αγαπούν την Επιστημονική Φαντασία, το Fantasy και τον Τρόμο τοποθ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ