alt

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Γιώργος Παυλόπουλος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Το πλήθος που περιμένει στωικά μπροστά απ’ το υπαίθριο θέατρο ανεμίζει βεντάλιες στο χρώμα της άμμου. Αυτή η πολίχνη στα πόδια της θάλασσας έχει βγάλει απ’ τις ντουλάπες τα πιο καλά της ρούχα, έχει βάψει τα μάτια της, έχει ψαλιδίσει τα μουστάκια της κι ετοιμάζεται να ζήσει μια νύχτα που ο δήμαρχος θα φέρνει ως παράδειγμα στην προσπάθειά του να επανεκλεγεί. Οι πόρτες του θεάτρου δεν έχουν ανοίξει ακόμα κι οι θεατές ανταλλάζουν μεταξύ τους χονδροειδή αστεία, μάλλον επειδή νιώθουν άβολα μέσα στα πλουμιστά τους ρούχα. Είναι ένα κοινό που μοιάζει ανέτοιμο να παρακολουθήσει ένα σύγχρονο δράμα.

Αυτή η τραχύτητα στους τρόπους μπορεί να εξηγηθεί από μια μετάλλαξη του τοπίου. Εδώ και πενήντα χρόνια, μια ασθένεια σκοτώνει τα ψάρια και βάφει τη θάλασσα σε αποχρώσεις του καφέ. Όλες εκείνες οι βάρκες με τα ονόματα παιδιών και γυναικών μαραζώνουν ακυβέρνητες στη στεριά και κάθε χρόνος που περνάει τις ξεφλουδίζει και τις κάνει να μοιάζουν με παράθυρα που δεν άντεξαν να δουν το πέλαγος. Οι δρόμοι που κάποτε οδηγούσαν στη θάλασσα έχουν παραμεληθεί κι η άσφαλτος οδηγεί πλέον στις πλαγιές, εκεί όπου οι ντόπιοι καλλιεργούν τα χωράφια τους. Είναι μια μεταστροφή που απομακρύνει την ιδιοσυγκρασία απ’ τη θάλασσα και την στρέφει προς την ενδοχώρα: ένας παραθαλάσσιος πληθυσμός διαβιώνει ως ορεσίβιος, έχοντας πάψει ν’ αποζητεί την επιστροφή στο πρώιμο τοπίο.

Καθώς ο κόσμος περιμένει ν’ ανοίξουν οι πόρτες, ένα αστραφτερό αυτοκίνητο σταματάει με σιγουριά έξω απ’ το θέατρο. Ένας άντρας μ’ άτριχο κεφάλι βγαίνει και χαμογελάει συνεχώς, σαν να παρουσιάζει τον εαυτό του μέσα απ’ την καθαρότητα της κοσμητικής οδοντιατρικής. Μια φωνή πίσω απ’ τον δήμαρχο βλέπει αυτά τα λαμπερά δόντια και λέει «Τόση πορσελάνη είχα να δω απ’ τα σερβίτσια της μάνας μου». Αυτός ο χαμογελαστός άντρας μπροστά απ’ το αυτοκίνητο είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής ενός Φεστιβάλ που λαμβάνει χώρα σε διάφορες περιοχές της επικράτειας. Είναι ο πρώτος που μπαίνει στο θέατρο κι επιθεωρεί τον χώρο, βαδίζοντας πάνω στα κομφορμιστικά του παπούτσια. Το θέατρο, αχρησιμοποίητο για παραστάσεις εδώ και χρόνια, στεγάζει κάθε Τρίτη και Παρασκευή τη λαϊκή αγορά της πόλης και στις τελευταίες θέσεις, εκεί που δεν ρίχνουν φως οι προβολείς, μπορεί να δει κανείς καφάσια στοιβαγμένα το ένα πάνω στ’ άλλο, ακριβώς όπως τακτοποιεί το σπίτι της μια νοικοκυρά.

Ύστερα, οι πόρτες ανοίγουν και το κοινό συρρέει. Παίρνουν θέσεις χωρίς ν’ αποχωριστούν τα χαχανητά κι όπως κάθονται εκεί κι ανεμίζουν τις βεντάλιες τους μοιάζουν με μια υπερτροφική πεταλούδα που αδυνατεί πια να πετάξει. Μετά από ένα τέταρτο αναμονής, οι πιο εξωστρεφείς άντρες βάζουν δύο δάχτυλα στο στόμα κι αρχίζουν να σφυρίζουν. Διαποτισμένοι μ’ ένα αίσθημα πως το κοινό έχει πάντα δίκιο, οι θεατές διαμαρτύρονται για την καθυστέρηση στην έναρξη της παράστασης. Δέκα λεπτά αργότερα, κι ενώ η διαμαρτυρία κορυφώνεται, τα φώτα σβήνουν.

Η θάλασσα, βαριά άρρωστη, ακούει τις κουβέντες τους και τις παίρνει μακριά, για να τις ενώσει μαζί με παρόμοιες φωνές σ’ άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Όλες αυτές οι άγουρες ευχές ντύνονται τότε απ’ το κύμα και γίνονται ένα τραγούδι για εκείνους που θα συνθλιβούν απ’ το ταξίδι στη λερωμένη θάλασσα.

Κανείς δεν ξέρει ακριβώς την υπόθεση του έργου, που έχει για τίτλο «Το καραβάνι για τη θάλασσα» κι απόψε κάνει πρεμιέρα. Το έργο έχει γραφτεί για τις ανάγκες του Φεστιβάλ από έναν συγγραφέα με ταλέντο στις δημόσιες σχέσεις κι αφηγείται την ιστορία ενός ορεινού οικισμού, όπου μια επιδημία σκοτώνει όλα τα ζώα υποχρεώνοντας τους κατοίκους να μεταναστεύσουν προς τη θάλασσα. Είναι μια διαδρομή αντίστροφη απ’ αυτή που έχουν ζήσει οι θεατές, με πρωταγωνιστές της ιστορίας ένα νεαρό ζευγάρι που ζει ένα ρομάντζο χλιαρό. Ακόμα κι οι κακουχίες που τους περιμένουν στη διαδρομή (μια θύελλα, το φαγητό που τελειώνει, μια επίθεση λύκων) δεν ξεφεύγει πότε απ’ την πεπατημένη του βουκολικού δράματος, ενώ σε κάποιες σκηνές που το κείμενο είναι κακογραμμένο και το μήνυμα αμφίσημο, οι θεατές, που τόσην ώρα παραμένουν σιωπηλοί παρά τη θέλησή τους, βρίσκουν την ευκαιρία να γελάσουν. Όταν η άφιξη στη θάλασσα επιτυγχάνεται, οι πρωταγωνιστές στέκονται μπροστά απ’ τους υπόλοιπους ηθοποιούς και ανταλλάσσουν λυρικές ατάκες, όπως «Τα παιδιά μας δεν θα δουν ποτέ το βουνό» ή «Εδώ θα χτίσουμε το σπιτικό μας» ή ακόμα «Όλα όσα ζήσαμε είναι πια μια ανάμνηση». Το έργο μοιάζει να μη στέκεται σε κανένα σημείο στο ύψος της θεματολογίας του, κυρίως επειδή μοιάζει να εξυπηρετεί έναν σκοπό κι όχι να υπηρετεί μια αλήθεια.

Αργότερα, τα φώτα ανάβουν κι οι ηθοποιοί υποκλίνονται. Μετά το χειροκρότημα, που ακούγεται ως υποχρέωση και καθόλου ως ειλικρινής στάση του κοινού, ο δήμαρχος ανεβαίνει στη σκηνή κάπως συγκινημένος και καλεί τον κόσμο να σκεφτεί όσα είδε και να τα συζητήσει με τον διπλανό του. «Αυτή η βραδιά», λέει, «πρέπει να συνεχιστεί». Είναι ουσιαστικά ένα ανοιχτό κάλεσμα προς τους θεατές για να γεμίσουν τα εστιατόρια και τα μπαρ της περιοχής, σε μια προσπάθεια να τονωθεί η τοπική οικονομία μέσω της ευαισθητοποίησης: η αύξηση της κατανάλωσης γίνεται τότε ένα καθήκον πατριωτικό.

Πολλοί απ’ τους θεατές κατακλύζουν όντως τα εστιατόρια και τα μπαρ και καμιά ώρα αργότερα βλέπουν τους ηθοποιούς ν’ ακροβολίζονται σε σκόρπια τραπέζια. Συνομιλούν μαζί τους, ζητούν αυτόγραφα κι ο δήμαρχος δεν διστάζει να κάνει νόημα στους φωτογράφους για να τον απαθανατίσουν μαζί με τους συντελεστές της παράστασης. Θα ήθελαν να συνομιλήσουν και με τον καλλιτεχνικό διευθυντή, όμως εκείνος είναι απόμακρος, στέκεται σε μια γωνιά με το χέρι στην τσέπη και μιλάει στο κινητό του τηλέφωνο. Αποθεώνει χαμογελαστός την παράσταση, μολονότι δεν μπορεί κανείς να πει με σιγουριά αν μιλάει με τους γονείς του, με κριτικούς θεάτρου ή με ανώτερούς του σε κάποιο υπουργείο.

Αυτό το πλήθος που πριν από την παράσταση θύμιζε μια άμορφη μάζα αρχίζει τώρα, μέσω της συναναστροφής, ν’ αποκτά μια σχετική συνοχή, ανακαλύπτοντας έναν καινούργιο κώδικα επικοινωνίας. Σχεδόν νομοτελειακά, ένα κομμάτι της αυθεντικότητάς τους αποπλέει: τα γέλια έχουν κοπάσει, οι βεντάλιες έχουν κλείσει και τα ρούχα μοιάζουν μια ιδέα πιο συμβατά με τους ανθρώπους που τα φορούν. Τσιμπολογούν μεζέδες, πίνουν κρασί και κοιτούν αμήχανα. Οι τρόποι τους λειαίνονται όπως ακριβώς λειαίνεται ένα τοπίο που καλλιεργείται. Όμως απόψε δεν έχει σημασία το τοπίο, αλλά η προοπτική του.

Η νύχτα έχει πέσει για τα καλά και το μαύρο τ’ ουρανού καλύπτει την ασχήμια μιας καφετιάς θάλασσας. Μια παρέα εφήβων έχει αποκοπεί απ’ τους υπόλοιπους κι έχει καθήσει στα βράχια στην άκρη της παραλίας. Είναι άγνωστο σε ποιο βάθος θα τους επηρεάσει το έργο που παρακολούθησαν, όμως απόψε η θεματική της κουβέντας τους έχει αλλάξει. Κοιτούν τη θάλασσα και σκέφτονται πώς θα ήταν αν δοκίμαζαν την τύχη τους κάπου αλλού, μακριά από ’δω, σε μια άλλη στεριά.

«Θα μπορούσαμε να πάρουμε μια βάρκα και να φύγουμε» λέει ένα αγόρι. «Ξέρω μάλιστα κάποιον που θα μπορούσε να μας βοηθήσει».
«Ναι, και να φτιάξουμε ένα καινούργιο σπίτι εκεί» προσθέτει ένα κορίτσι, που βρίσκεται εμφανώς υπό την επήρεια του έργου.
«Όλα θα φτιάξουν» λέει ένα δεύτερο αγόρι. «Αρκεί να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας».

Αυτός ο ηρωικός τόνος στις φωνές τους είναι απολύτως συμβατός με τη νύχτα που μόλις έζησαν: μια συνείδηση πλάθεται ακαλαίσθητα πλάι στο νερό και χίλια όνειρα αναδύονται μονομιάς στην επιφάνεια. «Όλα θα γίνουν καλύτερα», λένε και ξαναλένε: μετά από μια σημαντική δόση πολιτικής ορθότητας αυτό που απομένει είναι η δυναμική της φρούδας ελπίδας. Η θάλασσα, βαριά άρρωστη, ακούει τις κουβέντες τους και τις παίρνει μακριά, για να τις ενώσει μαζί με παρόμοιες φωνές σ’ άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Όλες αυτές οι άγουρες ευχές ντύνονται τότε απ’ το κύμα και γίνονται ένα τραγούδι για εκείνους που θα συνθλιβούν απ’ το ταξίδι στη λερωμένη θάλασσα.


Info
Ο Γιώργος Παυλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Εκτενή αποσπάσματα των βιβλίων του δημοσιεύθηκαν στην αμερικανική λογοτεχνική επιθεώρηση InTranslation. Το μυθιστόρημά του Ατμός βρίσκεται στη μόνιμη συλλογή των βιβλιοθηκών Yale, Harvard, Princeton και Columbia. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά του εξωτερικού, ενώ παρουσιάζει μέρος των ταξιδιωτικών του κειμένων στο blog του στην ελληνική έκδοση της Huffington Post. Το 2015 ήταν προσκεκλημένος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, όπου μίλησε στην εκδήλωση "New Voices from Greece". Το 2017 συμμετείχε ως ομιλητής στο Διεθνές Φεστιβάλ διηγήματος της Κωνσταντινούπολης. Ζει στο Βερολίνο. Το τελευταίο του μυθιστόρημα Το Όριο και το Κύμα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός.

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το παιδί που στέκεται εκεί

Το παιδί που στέκεται εκεί

Nέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Θάνος Κάππας. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Η κατάρα της Γαλλίδας

Η κατάρα της Γαλλίδας

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Υγρό φόρεμα

Υγρό φόρεμα

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νικόλας Περδικάρης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ό,τι βαφτίζει ο καθένας...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση για το έργο του Τζάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), μια από τις πιο σημαντικές και βαθιές φωνές της ιταλικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών. 

Επιμέλεια: Book Press

Το ...

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

Για τη μελέτη του Έριχ Άουερμπαχ (Erich Auerbach, 1892-1957) «Μίμησις – Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία» (μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. ΜΙΕΤ). Εικόνα: Ο Άουερμπαχ περίπου το 1930. ©Wikimedia

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ