tsagkaris-photo-390

«Σιγά σιγά επιβάλλεται να αγγίξουμε τις πληγές μας. Να τα πούμε όλα και να τα πούμε τώρα και να μην αφήσουμε τίποτε...» Γ. Ιωάννου

Του Χρήστου Τσαγκάρη*

Στεκόμουν στη στάση έξω από το εργοστάσιο του Κεράνη στα Καμίνια. Περνούσαν δύο μηχανάκια της ομάδας ΔΕΛΤΑ, όταν ένιωσα ένα χέρι να με τραβά – λες και ήθελε να καλυφθεί. Κάπως έτσι γνώρισα τον Αμπντούλ - Χακίμ, τον κάτοικο του εγκαταλελειμμένου πια εργοστασίου. Πρέπει να πλησίαζε τα εξήντα αλλά φαινόταν πρόωρα γερασμένος. 

Κάθε βράδυ, γυρίζοντας από τη δουλειά περίμενα εκεί το λεωφορείο. Με τον καιρό πιάσαμε γνωριμία και κουβεντιάζαμε σπαστά – λίγο αγγλικά, λίγο ελληνικά, ίσως και με νοήματα. Λένε πως οι πρόσφυγες –όσος χρόνος και αν περάσει– βρίσκουν τον τρόπο να συνεννοηθούν. Εμένα μου θύμιζε τον παππού μου, που πρόσφυγας από τη Μικρασία δούλευε σε αυτό το εργοστάσιο.

Ο Αμπντούλ - Χακίμ έλεγε συχνά ιστορίες για τη Συρία. «Στον πόλεμο» έλεγε, «τόσα χρόνια σε αυτόν... τον άδικο, τον... παράλογο πόλεμο», έναν - έναν είχε χάσει τη γυναίκα και τα παιδιά του, και έπειτα τους φίλους, τους συγγενείς και όσους του είχαν απομείνει. Έπειτα συλλάβιζε ονόματα που φαντάζουν ολότελα άγνωστα... «Χαλέπι, Χομς, Ντέιλ αλ Αζόρ, Τζουρέτ ΑλΣαγιάχ».
Όποτε τον ρώταγες πώς αντέχει μες το χειμώνα χωρίς φωτιά, χωρίς ζέστη τον άκουγες να συλλαβίζει με τρόμο –λες και η ίδια η λέξη τον έκαιγε– τη φωτιά και έπειτα με νοήματα να προσπαθεί να πει όχι.

Θυμόταν έπειτα πως την τελευταία μέρα –έτσι την έλεγε– ήταν όλοι τους, σαράντα άτομα, μαζεμένοι σε ένα μισογκρεμισμένο κτήριο ανάμεσα στους κυβερνητικούς και τους αντάρτες. Μέρες ήταν εκεί, μα ξαφνικά μέσα στη νύχτα άρχισε να ακούγεται ένα βουητό και έβλεπες τα τζάμια να χάνονται μέσα στις φλόγες και ένιωθες το πάτωμα να λιώνει, να χάνεται κάτω από τα πόδια σου και εκείνος έκλεισε τα μάτια και άρχισε να τρέχει και ήταν έτοιμος να σταματήσει γιατί αισθανόταν πως έπεφτε πάνω σε ανθρώπους, πάνω στους ίδιους ανθρώπους που τόσο καιρό μοιραζόταν τον ίδιο τρόμο, το ίδιο φαί, το ίδιο νερό, μα δε σταμάτησε παρά μόνο στην άκρη των ερειπίων όταν όλα ήταν ένας μακρινός ήχος.

Θυμόταν πως ακολουθώντας ερείπια πέρασε τα σύνορα μοιράζοντας λεφτά που πήρε από τα σπίτια ενός ερημωμένου χωριού και κιτρίνιζε γιατί κατάντησε πλιατσικολόγος, λύκος αρπακτικός, αγρίμι, γιατί εκείνος δεν ήτανε κλέφτης μα είχε στο σπίτι του τους θησαυρούς του Αβραάμ.

Θυμόταν πως ακολουθώντας ερείπια πέρασε τα σύνορα μοιράζοντας λεφτά που πήρε από τα σπίτια ενός ερημωμένου χωριού και κιτρίνιζε γιατί κατάντησε πλιατσικολόγος, λύκος αρπακτικός, αγρίμι, γιατί εκείνος δεν ήτανε κλέφτης μα είχε στο σπίτι του τους θησαυρούς του Αβραάμ. Άλλοτε πάλι –όποτε έφερνα την κουβέντα στα πατρογονικά μου για να τον παρηγορήσω– θυμόταν τις νύχτες που σερνόταν μέσα στην έρημο στην Τουρκία, στην καρότσα ενός φορτηγού, μαζί με τόσους άλλους που κάποτε ίσως να ήξερε, μα εκείνη τη στιγμή ζητούσαν όλοι το τίποτα, να μην ξέρουν, να μη θυμούνται κανέναν γιατί για εκείνον που τραβάει στο άγνωστο είναι εχθρός η θύμηση όσων χάθηκαν. Σε μια βάρκα, με σάπια ξύλα και τρύπες πάλι μέσα στη νύχτα πέρασαν απέναντι, θυμόταν, χωρίς να τολμούν να κοιτάξουν μήπως το ίδιο το μάτι, μήπως ακόμα και η ανταύγεια από το φεγγάρι πάνω στα ξεραμένα τους μάτια τραβούσε πάνω τους τίποτα περιπολίες του λιμενικού.

Στις 14 Δεκεμβρίου το βράδυ, παραμονή, που έχει λιτανεία στον Άγιο Λευτέρη, τον βρήκα έξω από τη μάντρα να κάνει το σταυρό του στο δρόμο, καθώς περνούσε η εικόνα. Χακίμ είναι Ιωακείμ – όπως το έχετε εσείς μου είπε. «Είχαμε και εμείς στη Συρία πριν τον πόλεμο λιτανείες και γιορτές, τότε που κανείς δεν πείραζε κανέναν και ζούσαμε όλοι σαν αδέλφια.»

Στις 14 του Δεκέμβρη –πριν ένα χρόνο, δηλαδή – είχε φτάσει σε ένα χωριουδάκι στο νησί που τους άφησαν. Τους μάζεψαν ο παπάς και οι χωριάτες, και ο πρόεδρος του χωριού κανόνισε να τους πάνε στην Αθήνα γιατί η κυβέρνηση υποσχόταν πως εκεί θα τους περιποιούνταν, πως ίσως ακόμα τους έδιναν και χαρτιά. Είχε φάει μήνες και μήνες, από ό,τι κατάλαβα, να πηγαινοέρχεται μαζί με τόσους άλλους σαν και αυτόν στην πρεσβεία, στα υπουργεία. Μάταιος κόπος...! Δεν είχαν πού να μείνουν και τι να φάνε. «Και καλά εμένα, γέρο είμαι, νταξ» κούναγε το κεφάλι του «αλλά γυναίκες, παιδιά και πόσοι που στη Συρία δεν ήταν τυχαίοι αλλά ήταν σπουδασμένοι και είχαν τις δουλειές και τέλος πάντων ήταν κάτι στη χώρα τους», συνέχιζε και τον έπαιρνε το παράπονο.

Γνωστός γνωστού του είχε βρει δουλειά λίγο παραπάνω στα παλιατζίδικα, πίσω από το παζάρι και από τότε είχε έρθει και έμενε εδώ. Ανέβαινε μόνο κάπου - κάπου με τον ηλεκτρικό στην Αθήνα να βρει τους συμπατριώτες του μπας και είχε αλλάξει κάτι εκεί στα υπουργεία. 

Λίγες μέρες αργότερα μου έγνεψε αλαφιασμένος πίσω από τους θάμνους. Πλησίασα και μου έδειξε κάτι προκηρύξεις πεταμένες γύρω - γύρω. 

«Μη δίνεις σημασία...», του έκανα, «όλη την Αθήνα έχουν γεμίσει με δαύτα». Δεν ησύχαζε με τίποτε. 

Παραμονές Χριστουγέννων, τον έχασα για κάμποσες μέρες. Ήταν τότε που άρχισε η επιχείρηση «σκούπα» – γιατί ο κόσμος πώς να το κάνεις, δεν μπορεί να ψωνίζει και να βλέπει τον άλλο να αργοπεθαίνει, ξένος, παντάξενος μέσα στο κρύο· γιατί τέλος πάντων δεν νιώθουμε τη γέννηση του Χριστού που γεννήθηκε και Εκείνος πρόσφυγας μέσα σε ένα στάβλο, αν η πόλη δεν γεμίσει μουσικές και λαμπιόνια. 

Η φασαρία όμως έγινε στην Αθήνα και έτσι δεν πολυέδωσα σημασία. Τα έχασα λίγες μέρες αργότερα όταν γυρίζοντας είδα το παλιό εργοστάσιο μαυρισμένο. 

«Οι φωτιές που ανάβουν οι άστεγοι» μου είπε ένας φίλος που δουλεύει στην πυροσβεστική. «Αρπάξαν τα δοκάρια και τα πατώματα και λαμπάδιασε ο τόπος.»

Λίγες μέρες πριν αλλάξει ο χρόνος στέκομαι στη στάση έξω από το καμένο εργοστάσιο του Κεράνη. Στέκομαι καμιά ώρα μέχρι που αποφασίζω να το κόψω με το πόδι αντί να περιμένω μέσα στο κρύο. Δεν ξανάδα τον Αμπντούλ-Χακίμ από τότε μα όσο απομακρύνομαι νιώθω το ερείπιο να λαμπαδιάζει και πάλι και νομίζω πως τον βλέπω να τρέχει πανικόβλητος ουρλιάζοντας και πάλι «...φωτιά...!».

Στην εφημερίδα που δουλεύω μου ανέθεσαν να γράψω ένα άρθρο για όλα αυτά. Χρονιάρες μέρες, δεν ξέρω αν θα τους αρέσει. Το άρθρο μου πάντως θα τελειώνει έτσι: «Σιγά σιγά επιβάλλεται να αγγίξουμε τις πληγές μας. Να τα πούμε όλα και να τα πούμε τώρα και να μην αφήσουμε τίποτε...!»

 

tsagaris-photo

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1997. Ζει στον Πειραιά και είναι μαθητής της Γ΄ Λυκείου του Ζαννείου Π.Π.ΓΕΛ. Ασχολείται με τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία.

 

 

 

 

 

 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γάγγης και Τίβερης

Γάγγης και Τίβερης

Της Μαρίας Καλιόρη *

Την είδε να στέκεται στην άκρη της γέφυρας και να στρέφει μια τελευταία φορά το κεφάλι της πίσω. Έπειτα άνοιξε τα χέρια της, πέταξε για λίγο στον αέρα και χάθηκε στο ποτάμι. Έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά του...

Ασύμμετροι ζυγοί

Ασύμμετροι ζυγοί

Της Κατερίνας Κοντοπούλου *

Τσιγάρο; Μου γνέφει αρνητικά. Δεν καπνίζει. Ανάβω εγώ, με κοιτάζει κάπως. Επικριτικά. Σαν τη μάνα μου, μόνο νεώτερη. Έχει καλό εξαερισμό εδώ, συνεχίζω. Για τον καπνό. Σηκώνει τους ώμους, δεν την νοι...

Πώς

Πώς

Της Αθηνάς Μπαλή *

Έπιασε τον γιακά του με τα δυο χέρια για να τον κρατήσει όρθιο∙ θέλησε να τρέξει αλλά με τα καινούργια παπούτσια σε αυτό το πεζοδρόμιο ακόμα και το να βαδίσεις ήταν κατόρθωμα.

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία» του Γιάννη Φλυτζάνη (κριτική) – Για τη σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης σήμερα

«Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία» του Γιάννη Φλυτζάνη (κριτική) – Για τη σκέψη της Σχολής της Φρανκφούρτης σήμερα

Για τη μελέτη του Γιάννη Φλυτζάνη «Πολιτική και δίκαιο στην κριτική θεωρία – Πολιτική φιλοσοφία για την άρνηση και τους θεσμούς» (εκδ. Ευρασία). Εικόνα: Ο Γιούργκεν Χάμπερμας.

Γράφει η Ελένη Ρεθυμιωτάκη

Ποια εί...

«Το πνεύμα της ελπίδας» του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν – Με το βλέμμα σε έναν καλύτερο κόσμο

«Το πνεύμα της ελπίδας» του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν – Με το βλέμμα σε έναν καλύτερο κόσμο

Για το βιβλίο του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν (Byung-Chul Han) «Το πνεύμα της ελπίδας – Κατά της κοινωνίας του φόβου» (μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Opera). Εικόνα: Ο «Θεριστής» του βαν Γκογκ. 

Γράφει η Άννα Λυδάκη

Ό...


«Πριν από το big bang» της Λάουρα Μερσίνι-Χόουτον (κριτική) – Ματιές στο αδιανότητο

«Πριν από το big bang» της Λάουρα Μερσίνι-Χόουτον (κριτική) – Ματιές στο αδιανότητο

Για το βιβλίο της Λάουρα Μερσίνι-Χόουτον [Laura Mersini-Houghton] «Πριν από το big bang – Η προέλευση του σύμπαντος και τί βρίσκεται πέρα από αυτό» (μτφρ. Σταύρος Πανέλης, εκδ. Τραυλός).

Γράφει ο Ηλίας Μπιστολάς

Στο Πριν από το Big Bang, η διά...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Είκοσι βιβλία που ξεχώρισε η ομάδα του Guardian και διαβάζονται μονορούφι: λογοτεχνία, ψυχανάλυση, επιστήμη. Εικόνα: Πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Ντάρεν Τόμσον.

Επιμέλεια: Book Press

Με την ικανότητα συγκέντρωσης των περ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ