
Προδημοσίευση από τη νουβέλα του Χρήστου Χρυσόπουλου «Η γη του θυμού», που θα κυκλοφορήσει στις 20 Μαρτίου από τις εκδόσεις Νεφέλη.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
[...]
Βγήκε στο μπαλκόνι και άρχισε να πετάει στον δρόμο τα φλογισμένα χαρτιά που σκορπίζονταν στον αέρα σαν πανέμορφα μπουκέτα φωτιάς. Άλλα έσβηναν πριν φτάσουν στη γη και άλλα έπεφταν καιόμενα στον δρόμο καπνίζοντας μανιασμένα. Ήταν ένα μουντό, υγρό απόγευμα. Συννεφιά κάλυπτε τον ασθενικό ήλιο και το άρωμα της φωτιάς ταίριαζε όμορφα με το υγρό χώμα. Εκείνη η μυρωδιά προοιωνιζόταν με γλυκύτητα το επερχόμενο φθινόπωρο.
Μαζεύτηκαν διάφοροι περαστικοί και γείτονες. Κοιτούσαν απορημένοι το παράξενο θέαμα του μικρού αγοριού που πετούσε φούχτες φωτιάς στον αέρα. Του φώναζαν να σταματήσει και τον ρωτούσαν πού βρισκόταν η μητέρα του. Εκείνος στεκόταν ακίνητος στο κιγκλίδωμα και χόρταινε το χρυσό λαμπύρισμα στους τοίχους. Είχε θεριέψει μέσα του μια φωτοβόλος έξαρση. Όλοι έμειναν σιωπηλοί και απορημένοι κοιτώντας το μικρό αγόρι. Εκείνο έμεινε ασάλευτο με τα χέρια απλωμένα σαν φτερά. Ο απογευματινός άνεμος χάιδευε το πρόσωπό του. Μια χρυσή φεγγοβολή τον φώτιζε, ενώ τον στεφάνωνε μια αψίδα πυκνού μαύρου καπνού.
Τον τελευταίο καιρό ένα επίμονο όνειρο τον βασανίζει τις νύχτες. Έχει βγει βόλτα με τους γονείς του για να κοιτάξει τις αφίσες στους δρόμους και φορά το σκούρο παλτό και το κασκόλ του. Μόνο που στο όνειρο το κασκόλ είναι κόκκινο. Είναι ευτυχισμένος σ’ αυτόν τον εφιάλτη και περπατά ξεκούραστα, λες και το σώμα του δεν έχει βάρος. Ο αέρας τον χτυπά στο πρόσωπο κρύος και αρωματισμένος από τα πεύκα. Περπατούν πιασμένοι χέρι-χέρι οι τρεις τους, εκείνος στη μέση, σε μια άγνωστη περιοχή κατάφυτη από κωνοφόρα. Είναι τόσο ευτυχισμένος σ’ αυτό το όνειρο, όσο δεν είχε ποτέ φανταστεί. Περπατούν ανέμελα και αισθάνονται πρωτόγνωρα όμορφοι. Και το πιο σπουδαίο: εκείνος δεν φοβάται τίποτα. Στη συνέχεια, κάθε φορά, στο ίδιο σημείο του ονείρου, αισθάνεται κάτι εντελώς παράδοξο και κατόπιν ο γνώριμος θυμός επιστρέφει. Δεν είναι ένας δικαιολογημένος θυμός, αλλά μια γνώριμη ανεξήγητη οργή. Γυρνά τότε το βλέμμα πίσω του, ξεφεύγει από τα χέρια τους και επιταχύνει το βήμα, όμως διαπιστώνει ότι με κάθε διασκελισμό αφήνει πίσω του το κενό, το χάος. Δρόμοι, σπίτια, πεύκα, ουρανός, τα πάντα εξαφανίζονται στο πέρασμά του, έτσι που να τον ακολουθεί συνεχώς ένας κολοσσιαίος μαύρος τοίχος, ένα προπέτασμα ανυπαρξίας που απλώνεται στο άπειρο. Λες κι έχει καταστεί εκείνος, μόνος, η αιτία εξάλειψης του σύμπαντος. Και όσο τρέχει, τόσο η χοάνη που τον συνοδεύει αφανίζει την πλάση, μα και το ίδιο το όνειρο, γιατί πίσω της μένει ανόθευτο σκοτάδι. Βλέποντας αυτή τη μαύρη τρύπα να τον ακολουθεί, τρέχει μανιασμένα μέσα στο όνειρό του, όσο πιο γρήγορα μπορεί, και το μόνο που καταφέρνει είναι να τραβάει με το πέρασμά του όλο και ταχύτερα τον κόσμο στην άβυσσο. Στέκεται τότε για λίγο, γιατί συνειδητοποιεί πως αν συνεχίσει, θα καταδικάσει όλη την πλάση σε αφανισμό. Γυρνά τότε και αντιμετωπίζει το χάος κατά πρόσωπο, το κενό που δημιούργησε. Μπροστά του απλώνεται το τίποτα. Κάνει τότε με ένα επίμονο αίσθημα οργής το τελευταίο βήμα. Βουτά στο κενό και μ’ αυτό το κύκνειο λυτρωτικό πέταγμα εξαφανίζει τα πάντα πίσω του. Δύο κύματα ανυπαρξίας συγκρούονται για να ενωθούν στο απόλυτο σκοτάδι του τίποτα. ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ: Δεν πρέπει τα παιδιά να νοιάζονται για τους γονείς τους;
Είναι δύσκολο να ελέγξεις τον θυμό. Όλοι το ξέρουν αυτό. Και γι’ αυτόν τον λόγο, ο θυμός είναι η πιο δραστική μέθοδος θυματοποίησης. Ίσως να μην είναι τυχαίο που οι λέξεις «θυμός» και «θύμα» συγγενεύουν τόσο πολύ... Γιατί ο θυμός φτιάχνει τα θύματά του προτού ξεσπάσει. Με τον φόβο. Με την ανάγκη του κατευνασμού. Με την απειλή. Κι έτσι, η βία πλέον δεν είναι απαραίτητο να καταστεί εμφανής. Δεν είναι απαραίτητο να ξεπεράσει τα όρια της αυτοσυγκράτησης. Οι υπόνοιες και μόνο είναι επαρκείς. Η αρχή μιας χειρονομίας... Μια λέξη ορφανή... Και η κίνηση έχει ήδη ολοκληρωθεί, η οργή είναι ήδη ελεύθερη.




















