alt

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αγγελάκου «Ψεύτικοι δίδυμοι», που θα κυκλοφορήσει στις 9 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Έρχεται μια στιγμή που θα βουτήξεις, θες δεν θες, με το κεφάλι στο κενό: κανείς δεν το ξέρει καλύτερα από τα παιδιά της επαρχίας, και κανείς περισσότερο από τον Νικ και τον Ιβ. Στα δεκατρία τους ο ύπνος έκλεβε ώρες από τη ζωή τους, τις υπόλοιπες τις φτυάριζε η σιωπή. Τα καρτούν στην τηλεόραση τα είχαν αφήσει από καιρό, ο Μπόλεκ και ο Λόλεκ τέλειωναν με τη λέξη koniek, που δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνει. Για ένα διάστημα αντικατέστησαν το «μαλάκα» με το «koniek», ύστερα το ’κοψαν. Κοιμόντουσαν ο ένας στο σπίτι του άλλου. Ξυπνάγανε και μένανε ακίνητοι στα κρεβάτια τους. Βλέπανε με απάθεια τις τρίχες να μεγαλώνουν στα πόδια τους. Άκουγαν τη φωνή τους να λεπταίνει και να βαθαίνει στην ίδια φράση. Άκουγαν τα κοκοράκια της, αλλά τους φαίνονταν φυσιολογικά. Μόνο ο Βικ δεν τα πέρασε αυτά: έγινε μεμιάς έφηβος, κλεισμένος στον εαυτό του και τέρμα ντροπαλός. Μια μέρα τον είδαν στο κρεβάτι του και του ορμήσανε χωρίς λόγο, αλλά εκείνος τους πέταξε στο πάτωμα, δυο σακιά. Κλέψανε τις καφέ Μπάφαλο του παππού και τις κάψανε σ’ ένα χωράφι· οι σαγιονάρες βγάλανε μαύρο καπνό, φλόμωσε ο τόπος. Είδαν τον χρόνο να περνάει με τον ρυθμό του σαλιγκαριού. Σπάσανε ένα κλούβιο αυγό και ξέρασαν από την μπόχα του. Στα επόμενα τρία χρόνια, μάθανε πως το κενό μυρίζει όπως οι λεκέδες από σπέρμα στο εσώρουχό τους. Συνηθίσανε τις ονειρώξεις. Τις αποζητούσαν. Δεν μιλούσαν γι’ αυτά μεταξύ τους. Και δεν ήτανε πια πειρατές.

Σ’ αυτή την κατάσταση τους βρήκε η Φωτεινή, που έφτασε στο σπίτι τους με το παλιό της Όπελ Τάουνους. Η μάνα του Ιβ παραξενεύτηκε, αλλά η νοσοκόμα είπε, ήρθα να δω τα παιδιά. Πήγε κατευθείαν στον Βικ και του ’σκασε ένα φιλί στο κούτελο. Εκείνος αιφνιδιάστηκε και άπλωσε δειλά το χέρι.

«Με θυμάσαι;»
«Η Φωτεινή» είπε ο Βικ κοιτάζοντας τα δάχτυλά της, κατατρυπημένα από τις ενέσεις.
«Και γιατί κοκκίνισες;» τον πείραξε η Φωτεινή.
Ο Βίκτωρας δεν βρήκε τι ν’ απαντήσει.
«Ούτε κορίτσι να ’σουνα».

Ο Ιβ και ο Νικ βάλανε τα γέλια, αλλά ο Βικ τούς στραβοκοίταξε και μαζεύτηκαν.

Η Φωτεινή και οι Βούλγαροι γονείς βγήκανε στην αυλή. Μιλάγανε δυνατά, τ’ αγόρια στήσανε αυτί να τους ακούσουν. Η νοσοκόμα ρώτησε πώς τα πάει με το σχολείο ο μικρός. Ο πατέρας είπε, το ’χει κόψει, κι εκείνη επέμεινε να μάθει το γιατί.

Η Φωτεινή και οι Βούλγαροι γονείς βγήκανε στην αυλή. Μιλάγανε δυνατά, τ’ αγόρια στήσανε αυτί να τους ακούσουν. Η νοσοκόμα ρώτησε πώς τα πάει με το σχολείο ο μικρός. Ο πατέρας είπε, το ’χει κόψει, κι εκείνη επέμεινε να μάθει το γιατί.

«Δεν τα ’παιρνε».
«Κακώς» είπε κοφτά η Φωτεινή «έπρεπε να συνεχίσει».
Ο πατέρας μούτρωσε, αλλά η μητέρα θριαμβολόγησε, αυτό του είπα κι εγώ.
«Θα ’ρχεται κάθε μέρα σε μένα, το πρωί στείλ’ τον σπίτι μου» της είπε τρυπώνοντας στη χαραμάδα του ζεύγους. «Θα με βοηθάει στα ψώνια». 
«Δεν πάει έτσι» τσαντίστηκε ο πατέρας «και στα χωράφια ποιος θα ’ρχεται;»
«Πόσα βγάζεις από τη δουλειά του;»
«Δεν ξέρω».
«Σ’ εμένα θα ’χει χαρτζιλίκι, κι όλα του τα έξοδα πληρωμένα».

Ο Ιβάν θυμάται πως ύστερα από κείνη τη μέρα ο Βίκτωρας έφυγε μια και καλή από την αποθήκη.

Η Φωτεινή έμενε στο διπλανό χωριό, δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο. Το σπίτι της, στην Κεραμωτή, πάνω στον λόφο, δεν ήταν το μόνο υπεύθυνο για την απομόνωσή της. Οι συχωριανοί της τη σχολίαζαν που κάπνιζε. Που δεν παντρεύτηκε ποτέ. Λέγανε ακόμα για τον μορφονιό που τη χάλασε και δεν την κάλεσε στην Αυστραλία. Λέγανε πως είχε γίνει ρεμάλι. Πούλαγε ναρκωτικά. Άλλοι πως είχε γίνει νταβατζής και τον πυροβολήσανε σε χαρτοπαιχτική λέσχη. Κι άλλοι, μέλος ιεραποστολής που χάθηκε στην Τανζανία. Η Φωτεινή επιβράβευε τις πιο εξωφρενικές φήμες με την πιο οδυνηρή ένεση, ώστε ο κώλος που μίλησε να το θυμάται για πάντα. Την είχανε ανάγκη. Έτρεχε για όλους, αλλά δεν έκανε σκόντο σε κανέναν. Δεν δεχότανε αυγά και τσαΐτια, άμα θέλω, τα φτιάχνω μόνη μου. Μετά τη σύνταξη εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες της. Έμπαινε καθημερινά στα σπίτια τους, αλλά όχι και στις καρδιές τους. Ήτανε η μόνη δηλωμένη αριστερή σε μια επαρχία που ψήφιζε Δαβάκη, ώσπου εξαφανίστηκε από την πολιτική σκηνή και ο τελευταίος του απόγονος. Καβαλούσε το μηχανάκι μέχρι και τα εξήντα πέντε της και πηγαινοερχόταν καθημερινά στο νοσοκομείο των Μολάων. Έφτανε ως τη Μονεμβασιά για τον απογευματινό της καφέ. Οι χωριανοί της δεν καταλάβαιναν τι του ’βρισκε του Κάστρου, και οι γυναίκες συμφωνούσαν μεταξύ τους, σώπα, καημένη, σκέτη πλήξη είναι.

Όταν είδανε τον Βικ να μπαίνει στο σπίτι της, είπανε, όμοιος τον όμοιο, τώρα μάζεψε και τους Εαμοβούλγαρους. Δεν της συχώρεσαν που του χάρισε το μηχανάκι, ενώ της είχανε κάνει τόσες προσφορές. Τον βλέπανε να μαρσάρει μπροστά απ’ το καφενείο κι αποφασίσανε να τον καρφώσουν που δεν είχε δίπλωμα. Το έμαθε η Φωτεινή, λάδωσε και του το ’βγαλε, χωρίς εξετάσεις. Ο Βικ έμενε πια μαζί της. Είχε δικό του δωμάτιο και χρησιμοποιούσε το μπάνιο της, που έμοιαζε νοσοκομειακό, με κάτασπρα πλακάκια και μπανιέρα. Τη ρώτησε για τον μπιντέ και του είπε, για να πλένεις τα πόδια σου. Του άρεσε να μένει στο νερό, να χαϊδεύει το σώμα του και να σκέφτεται τη Ραμόν. Εκεί μέσα τράβηξε τις καλύτερες μαλακίες.

Ενόσω ο Βικ αλώνιζε με το μηχανάκι, ο Ιβ δεν κατάφερε να μάθει ούτε ποδήλατο. Καθόταν στη σχάρα του Νικ, και ο Νικ αντιλαμβανόταν πόσο ψήλωνε και βάραινε κάθε μέρα ο κολλητός του. Εξαφανίζονταν στα χωράφια. Άλλοτε πήγαιναν στα Χαντάκια, κι άλλοτε στο Σαραντινό ή στον Κουφό. Περπατούσαν ανάμεσα στις ελιές ώσπου να βαρεθούν. Κάθονταν στο χώμα και ακουμπούσανε την πλάτη τους σ’ έναν κορμό. Βγάζανε από τις τσέπες τους τα τσιγάρα που είχανε κλέψει από τους πατεράδες τους, Μάλμπορο από τον πατέρα του Νικ, Καρέλια από του Ιβάν. Εισέπνεαν τον καπνό, φωνάζανε παπάς και πνίγονταν στον βήχα. Τα μάτια τους δακρύζανε και λέγανε πως πρέπει να φύγουν από το χωριό. Να ανεβούνε στην Αθήνα. Δεν τους καιγότανε καρφί για τους γονείς, αλλά στεναχωριόντουσαν για τη Νόρμα. Αποφασίσανε να την πάρουνε μαζί.

«Θα πιάσουμε διαμέρισμα».
«Και πώς θα ζούμε;»
«Θα μπούμε σε καμιά σχολή. Θα μου στέλνουν οι γέροι μου, εσύ θα ζεις απ’ τα δικά μου».
«Θα πιάσω δουλειά σε μπαρ».
«Ντιτζέι;»
«Ή ντιτζέι ή λάντζα».

Κοίταξαν τις ελιές, ο καρπός τους έδενε, κι αποφάσισαν να δώσουνε Γεωπονική.

Ο Βικ δεν είχε ν’ ασχοληθεί με το μέλλον. Όλη η ζωή του ήταν η Φωτεινή και οι δουλειές που του παράγγελνε. Της ψώνιζε τσιγάρα από του Λεμπέση. Τα Σάββατα πηγαίνανε στο σουπερμάρκετ και γέμιζαν το Τάουνους. Αλλά η μανία τους ήταν το περιβόλι πίσω από το σπίτι. Ο Βικ σκάλιζε, ξεχορτάριαζε, άνοιγε αυλάκια. Έμαθε να χειρίζεται τη φρέζα. Ρύθμιζε τα μπεκ. Η Φωτεινή τον έβαλε να φυτεύει κατιφέδες ανάμεσα στις ντοματιές, για να μην κάθονται τα μυγάκια στη φλούδα τους και τη μαυρίζουν. Η ίδια φύτευε και βασιλικά ανάμεσα στις μελιτζάνες για να τους κόψει την αψάδα. Στα εξήντα εφτά της έκανε σουηδική γυμναστική.

«Άμα καταπέσω, ποιος θα με κοιτάξει;» ρώτησε τον Βίκτωρα.
«Εγώ» είπε εκείνος θαρρετά. Το περιβόλι τού είχε πάρει την ντροπή.

Τα απογεύματα η Φωτεινή έβαζε τον Βικ να της διαβάζει τη στήλη με τα κοινωνικά. Έκανε πως είχε ανέβει η πρεσβυω­πία της κι όλο ανέβαλλε την επίσκεψη στον οφθαλμίατρο. Το αγόρι σκόνταφτε σε κάθε λέξη. Οι συλλαβές δεν δένανε μεταξύ τους. Οι λέξεις ήτανε νησιά, κι ο Βικ έπρεπε να κολυμπήσει από το ένα στο άλλο.

Τα απογεύματα η Φωτεινή έβαζε τον Βικ να της διαβάζει τη στήλη με τα κοινωνικά. Έκανε πως είχε ανέβει η πρεσβυω­πία της κι όλο ανέβαλλε την επίσκεψη στον οφθαλμίατρο. Το αγόρι σκόνταφτε σε κάθε λέξη. Οι συλλαβές δεν δένανε μεταξύ τους. Οι λέξεις ήτανε νησιά, κι ο Βικ έπρεπε να κολυμπήσει από το ένα στο άλλο. Με τον καιρό έμαθε πως οι γάμοι έχουν κοινές λέξεις, και οι κηδείες το ίδιο. Οι γάμοι είχανε γαμπρό τον Βικ και νύφη τη Ραμόν. Οι κηδείες θάβανε και ξαναθάβανε τον παππού. Το όνομα της γιαγιάς απουσίαζε. Μια μέρα διάβασε την αναγγελία μιας κηδείας· η Φωτεινή τού είπε να σταματήσει. Τον έβαλε να ξαναδιαβάσει το όνομα του μεταστάντος. Ύστερα τα ονόματα των τεθλιμμένων συγγενών: τα αρσενικά εγγόνια είχανε τ’ όνομα του παππού τους. Στα ονόματα των αδερφών σιγουρεύτηκε.

«Τι ηλικία γράφει;»
«71».
«Κλέβει έναν χρόνο. Τον άτιμο, ήτανε όμορφος. Κι έκανε και καλό σεξ. Καραδεξιός του κερατά, αλλά δεν το μετανιώνω».

Ο Νικ και ο Ιβ έπαψαν να τριγυρνάνε στα χωράφια. Πέρασαν έξι μήνες μαθαίνοντας κάθε ραγισματιά στο ταβάνι. Οι γονείς ήταν οι σπαστικοί που μπαίνανε στο οπτικό τους πεδίο. Αδιαφορούσαν για τις βρισιές με τις οποίες τους στόλιζαν. Δεν τους έκαναν τη χάρη να δώσουν συνέχεια στους καβγάδες. Μόνο όταν απείλησαν να τους χωρίσουν, ο Νικ σηκώθηκε και είπε στον Ιβ, πάμε στον νερόμυλο, θα μείνουμε εκεί.

Βάλανε τους πατεράδες τους να κουβαλήσουν με το αγροτικό τα στρώματα του Βούλγαρου παππού και της γιαγιάς. Σκούπισαν το χώμα και στρώσανε από πάνω μια κουρελού. Κάνανε έφοδο στο ισόγειο και κλέψανε τη λάμπα πετρελαίου. Κλέψανε κι ένα μπουκάλι ούζο, που η μάνα του Νικ το φύλαγε για τον πονόδοντο. Είπανε στους γονείς πως το ’χαν σκοπό να περάσουνε στη Γεωπονική. Έπρεπε ν’ απομονωθούν και να διαβάσουν. Τους ακολούθησε και η Νόρμα, αναπόσπαστο κομμάτι της προόδου τους.

Διαβάζανε δυο ώρες τη μέρα. Βαριόντουσαν γρήγορα. Τα κλείνανε κι ακούγανε χέβι μέταλ, θρας, ντεθ και έπικ. Η Νόρμα κοιμότανε στην κουρελού κι άφηνε ήχους κοφτούς και τρομαγμένους, σημάδι πως την κυνηγούσαν.

«Πώς και την είπατε Νόρμα;»
«Η μάνα μου την έβγαλε, ήτανε σοπράνο στην Όπερα της Σόφιας, στη Νόρμα, λέει, την αποθεώσανε».
«Και γιατί παράτησε την όπερα για τα χωράφια;»

altΟ Ιβάν δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει. Ο Νικ απογοητευόταν που ο Ιβάν ήξερε τόσο λίγα για τους γονείς του, ενώ ο ίδιος γνώριζε τα πάντα για τους δικούς του· μόνο που εκείνοι δεν είχαν καμιά ιστορία της προκοπής, άσε που παίζανε μαζί από μωρά, και μια νύχτα ο Νικ είδε στον ύπνο του πως οι γονείς του ήτανε αδέρφια, δίδυμα αλλά από διαφορετικά ωάρια, ενήλικες ήτανε μέσα στην ίδια κοιλιά, σε μια εννιάμηνη αιμομιξία.

Ένα πρωί ο Νικ ξύπνησε από κάτι παράξενους θορύβους που έρχονταν από το στρώμα του Ιβάν. Σηκώθηκε και τον είδε να έχει βάλει το χέρι στο εσώρουχό του. Κατάλαβε πως είχε κι αυτός την ίδια πρωινή στύση. Μιμήθηκε τις κινήσεις του φίλου του. Ο Ιβ τον πήρε χαμπάρι, αλλά δεν σταμάτησε. Ακουγόταν πια μόνο η ανάσα τους, που βάραινε πολύ. Σηκώθηκαν και πετάξανε τα σλιπ τους στην κουρελού. Η Νόρμα έχωσε τη μουσούδα της κι άρχισε να τα μυρίζει. Στάθηκαν πλάι πλάι και επιτάχυναν. Επικεντρώθηκαν στον εαυτό τους, παρόλο που ανταλλάσσανε γρήγορες ματιές για να συγχρονιστούν. Κοίταζε ο ένας τον άλλο χωρίς να τον βλέπει. Η σπονδυλική τους στήλη είχε κυρτώσει, οι ώμοι τους γέρνανε μπροστά. Οι φλέβες στα χέρια τους φούσκωναν, του Νικ τού βγήκε και μία στο μέτωπο. Είχαν την ίδια κοψιά, τα αγκομαχητά τους πηδούσαν εμπόδια, οι ανάσες τους μονολεκτικές. Τέλειωσε πρώτα ο Νικ, κι αμέσως μετά ο Ιβ. Τα ρίξανε κι οι δυο στον τοίχο.

* * *

Μετά τον θάνατο του μορφονιού εξανεμίστηκε το ενδιαφέρον της Φωτεινής για τα κοινωνικά: όλη της τη ζωή περίμενε μόνο μια είδηση και πια την είχε βρει. Έβαλε τον Βικ να της διαβάζει τα πολιτικά. Εκείνος πελάγωνε με μια σειρά λέξεις που δεν τις είχε ξαναδεί. Η ανάγνωσή του ωστόσο είχε βελτιωθεί σημαντικά, μνημόνιο, διαβουλεύσεις, διαπόμπευση, οροθετικές. Διάβασε για μια μάνα κι ένα γιο που πήδηξαν από το διαμέρισμά τους στη Λιοσίων. Η εφημερίδα έγραφε πως έπασχαν από ψυχολογικές διαταραχές, κάτι που δεν το καταλάβαινε ο Βικ, κατάλαβε μόνο πως ήταν καθυστερημένοι, όπως είχε πει και για κείνον η κυρία Γαλανού. Ρώτησε τη Φωτεινή πού είναι η οδός Λιοσίων, κι εκείνη δεν ήξερε, του είπε όμως ότι το Σύνταγμα ήτανε γεμάτο περιστέρια, κι ο Βικ τα φαντάστηκε να χαλάνε τον κόσμο μόλις ακούσανε τον πυροβολισμό του συνταξιούχου. Ύστερα σκέφτηκε πως η Αθήνα είναι μια πόλη που οι άνθρωποι μπορεί να σου πέσουν στο κεφάλι, να σε βάψουν με το αίμα τους, να σταματήσουν το μετρό πηδώντας στις ράγες του ή και να σε σκοτώσουν στο ξύλο αν δεν ήσουνα και τόσο Έλληνας. Ορκίστηκε να μην πατήσει το πόδι του στην Αθήνα κι ευχήθηκε να ζήσει η Φωτεινή άλλα πενήντα χρόνια και να τους θάψουνε στο περιβόλι. Αλλά εκείνη δεν είχε διάθεση να πεθάνει, μπήκε φουριόζα, ήρθε ο Πάνος από τη Μελβούρνη, πάμε να σ’ τον γνωρίσω.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

7o Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha – Αναλυτικά όλες οι εκδηλώσεις, οι συζητήσεις, οι υπογραφές

7o Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha – Αναλυτικά όλες οι εκδηλώσεις, οι συζητήσεις, οι υπογραφές

Το 7ο Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha θα πραγματοποιηθεί από 5 έως 29 Μαΐου και στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται παρουσιάσεις βιβλίων, εκδηλώσεις με Έλληνες και ξένους συγγραφείς, μια έκθεση φωτογραφίας με θέμα την Αθήνα του Γιάννη Μαρή και την απονομή του βραβείου Agatha στον Φίλιππο Φιλίππου για τη συνει...

Πολ Λιντς: «Η Ιρλανδία αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία ως μια μορφή “ήπιας ισχύος”»

Πολ Λιντς: «Η Ιρλανδία αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία ως μια μορφή “ήπιας ισχύος”»

«Μπορείς, κατά κάποιον τρόπο, να προκαλέσεις μια ολόκληρη “επανάσταση” στις δημιουργικές τέχνες, αν πραγματικά στηρίξεις και χρηματοδοτήσεις τους καλλιτέχνες, ώστε να παράγουν το καλύτερο δυνατό έργο» μας είπε ο Πολ Λιντς, που συμμετείχε στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας.

Συνέντευξη στη ...

«Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής», Συλλογικό (κριτική) – Μυθοπλασίες για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

«Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής», Συλλογικό (κριτική) – Μυθοπλασίες για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

Για τη συλλογική έκδοση «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» σε επιμέλεια του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη (εκδ. Διόπτρα). Έντεκα πεζογράφοι και ο ανθολόγος γράφουν διηγήματα στα οποία προσπαθούν να συλλάβουν τον νέο κόσμο που έρχεται μέσα από τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη. ...

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β' μέρος με 33 ποιήματα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...
Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Λίγα λόγια για τον Τόμας Μαν (1875-1955) και τις νέες εκδόσεις των έργων του με αφορμή την «απελευθέρωση» των συγγραφικών του δικαιωμάτων, μετά τη συμπλήρωση 70 ετών από τον θάνατό του, το 1955. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ