alt

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Έλενας Μαρούτσου Οι χυδαίες ορχιδέες, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη τις επόμενες μέρες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Το κράξιμο

Eleanor Rigby died in the church
and was buried along with her name
Nobody came
Father MacKenzie wiping the dirt
from his hands as he walks
from the grave
No one was saved.
The Beatles, «Eleanor Rigby»

ΖΩ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΟΥ πέντε χρόνια τώρα. Κοιμᾶμαι στὴν κουζίνα, ἐκεῖ ποὺ περνάω ἄλλωστε καὶ τὶς ὑπόλοιπες ὧρες τῆς ἡμέρας μου. Μιὰ πόρτα μὲ χωρίζει ἀπ’ τὸ καθιστικό, ἐκεῖ ποὺ περνάει τὶς δικές του μέρες ὁ κύριός μου. Κάθεται γιὰ ὧρες στὸ μεγάλο δρύινο τραπέζι τῆς τραπεζαρίας καὶ γράφει. Λάθος: προσπαθεῖ νὰ γράψει. Βάζει κάτω τὸ τετράδιο καὶ πιάνει τὸ στυλὸ σὰν νὰ ἦταν ἕνα αἰχμηρὸ ὄργανο ἱκανὸ νὰ πάρει τὴν ψυχὴ τῆς σελίδας καὶ μὲ αὐτὸ τὴν τυραννάει. Ἀφοῦ ἔχει ἐπιδοθεῖ σὲ αὐτὸ τὸ ἀμφίδρομο βασανιστήριο –ἐκτὸς ἀπὸ τὴ δύστυχη σελίδα, στὸ τέλος τῆς μέρας δείχνει κι ὁ ἴδιος ἀρκετὰ καταβεβλημένος–, τὴν τραβάει ἀπὸ τὴ ρίζα της καὶ τὴ σκίζει. Αὐτὸ συνήθως δὲν τοῦ εἶναι ἀρκετό. Σηκώνεται, σαρώνει μὲ τὸ χέρι του τὴν ἐπιφάνεια τοῦ τραπεζιοῦ καὶ ρίχνει τὶς σκισμένες καὶ τσαλακωμένες σελίδες στὸ πάτωμα. Τὶς πατάει ὅπως κάποιος πού, ἀφοῦ ἔχει σκοτώσει τὸ θύμα, τοῦ καταφέρει ἀπανωτὲς μαχαιριὲς σὰν νὰ μὴν πιστεύει στὴν τελεσίδικη ἰσχὺ τοῦ θανάτου. Σὰν νὰ μποροῦσαν οἱ σελίδες ἔπειτα, μὲ μία κίνηση, νὰ ἰσιώσουν τὸ φόρεμά τους, νὰ τινάξουν ἀπὸ πάνω τους κάθε μουντζούρα καὶ νὰ πᾶνε νὰ ζήσουν εὐτυχισμένες στὰ χέρια κάποιου ἄλλου συγγραφέα. Ἑνὸς συγγραφέα καταξιωμένου, παραγωγικοῦ. Ἔστω: ὄχι ἀνισόρροπου.

Ὁ τοῖχος ποὺ μᾶς χωρίζει δὲν εἶναι ἀρκετὸς γιὰ νὰ καλύψει τὰ ἀνάρμοστα βογκητά. Ἀνάρμοστα γιὰ τοὺς ἄλλους, γιατὶ ἐγώ, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔρχομαι, ἕνα χωριὸ στὰ βουνὰ τοῦ Περού, τίποτα δὲν θεωρῶ ἀνάρμοστο. Ὅλα, καὶ τὰ ἀφύσικα, εἶναι μέρος τῆς φύσης.

Ἡ ἀνισορροπία τοῦ ἀφεντικοῦ μου δὲν ἐξαντλεῖται στὸν γραπτὸ λόγο. Οἱ σελίδες τοῦ μπλὲ τετραδίου του δὲν εἶναι οἱ μόνες ποὺ ὑφίστανται τὴν κυκλοθυμική του συμπεριφορά. Τὰ ἴδια καὶ χειρότερα τραβᾶνε καὶ ὅσοι νεαροὶ διαβαίνουν αὐτὸ τὸ κατώφλι. Ἐγώ, ὅπως εἶπα, περνῶ τὶς ὧρες μου στὴν κουζίνα, προβάροντας κάποια καινούργια λέξη ἢ φράση –δὲν εἶμαι, βλέπετε, ἀπὸ ἐδῶ–, ὁπότε ἀπ’ τὸ νευραλγικὸ αὐτὸ σημεῖο ἔχω τὴν ἐποπτεία ὅσων συμβαίνουν στὰ γύρω δωμάτια. Ἡ κουζίνα εἶναι στὸ κέντρο τοῦ σπιτιοῦ. Ὅσοι λοιπὸν θέλουν νὰ πᾶνε στὴν κρεβατοκάμαρα μπροστὰ ἀπ’ τὴν πόρτα μου θὰ περάσουν. Ὁ τοῖχος ποὺ μᾶς χωρίζει δὲν εἶναι ἀρκετὸς γιὰ νὰ καλύψει τὰ ἀνάρμοστα βογκητά. Ἀνάρμοστα γιὰ τοὺς ἄλλους, γιατὶ ἐγώ, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἔρχομαι, ἕνα χωριὸ στὰ βουνὰ τοῦ Περού, τίποτα δὲν θεωρῶ ἀνάρμοστο. Ὅλα, καὶ τὰ ἀφύσικα, εἶναι μέρος τῆς φύσης. Τὸ ἀφεντικό μου, οἱ νεαροὶ ἄντρες ποὺ φέρνει στὸ σπίτι, οἱ βραδινές τους περιπτύξεις, ὅλα εἶναι σελίδες ἀπ’ τὸ βιβλίο τῆς φύσης. Ὁ κύριός μου ἔχει βαλθεῖ νὰ σκίσει κι αὐτὸ τὸ βιβλίο. Τὰ ἀγόρια ποὺ χαϊδολογάει, τὰ ἴδια αὐτὰ κορμιὰ ποὺ στὴν ἀγκαλιά τους ἀναστενάζει καὶ φωνάζει τὸ ὄνομά τους ἀπὸ ἡδονή, μετὰ ἀπὸ λίγο τὰ σπρώχνει μὲ τὴ βία ἔξω ἀπ’ τὴν πόρτα. Συχνὰ τὰ βρίζει. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ πιάνονται καὶ στὰ χέρια. Χαρτονομίσματα πετιοῦνται στὰ μοῦτρα, πόρτες κλείνουν μὲ πάταγο. Κλείνεται ἔπειτα στὸ δωμάτιό του. Τὸν ἀκούω ποὺ φωνάζει «Ποτὲ πιά!» καὶ χάνεται μέσα στὸν ὕπνο μέχρι τὸ πρωί. Σηκώνεται ἀργὰ κι ὕστερα τὰ βάζει μὲ τὶς σελίδες. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀφεντικό μου. Τὸν λένε Κωνσταντίνο.

Ἐμένα μὲ λένε Κόρα. Δηλαδὴ δὲν μὲ ἔλεγαν πάντα ἔτσι. Εἶναι ὅμως ἕνα εὔκολο ὄνομα ποὺ μοῦ ἔβγαλε ὁ κύριος Κωνσταντίνος, ἐπειδὴ τρώω μόνο τὴν κόρα ἀπ’ τὸ ψωμί. Νομίζω πὼς γι’ αὐτὸ μοῦ τὸ ἔβγαλε. Μοῦ ἔχει ἀδυναμία ὁ κύριός μου, ἀλλά, πράγμα περίεργο γιὰ συγγραφέα, δὲν τὸ δείχνει μὲ τὰ λόγια. Τὸ δείχνει μὲ τὴ μουσική. Μοῦ βάζει στὸ πικάπ –ναί, ἔχει ἀκόμα πικάπ– κάτι μελωδίες ρομαντικές, κάτι ταγκό, κάτι μελιστάλαχτα κομμάτια, ἰδίως ἕνα ποὺ λέγεται «Amor». Ἴσως μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θέλει κι αὐτὸς νὰ μιλήσει τὴ δική μου γλώσσα. Μιὰ φορὰ ἤρθαμε τόσο κοντὰ πού –δὲν ξέρω πῶς ἔγινε αὐτό, ἴσως κάποιο ἔνστικτο κρυμμένο βαθιὰ μέσα μου– ἔβαλα τὸ δάχτυλό μου στὸ στόμα του. Αὐτὸ ἦταν. Πάτησε κάτι τσιρίδες σὰν νὰ τὸν τσίμπησε σφήκα. Ἀποκλείεται νὰ πόνεσε. Ἡ δική μου ἐξήγηση εἶναι πὼς εἶμαι θηλυκιά. Εἶμαι ἡ μόνη θηλυκιὰ ποὺ ἔχει μπεῖ σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι ἀπὸ τότε ποὺ πέθανε ἡ μητέρα τοῦ κυρίου. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ἤμουν, μιὰς καὶ τὶς τελευταῖες μέρες κουνάει τὴν οὐρίτσα της ἐδῶ μέσα κι ἡ Λεονόρα.

Ἦταν ἕνας ἄντρας γύρω στὰ τριάντα καὶ ὁδηγοῦσε σὰν τρελός. Ὁ κύριος Κωνσταντίνος εἶχε βγεῖ νὰ πάρει τὴν ἐφημερίδα του καὶ τὸν εἶδε σὲ μιὰ στροφὴ ποὺ χτύπησε τὸ σκυλί. Ὁ ὁδηγὸς ἔπεσε κάτω καὶ τὸ σκυλὶ ἔκλαιγε κι ἔσερνε τὸ ματωμένο πόδι του. Ὁ ἄντρας εἶχε ἀγκαλιάσει τὸ σκυλὶ κι ἔκλαιγε κι αὐτός.

Ἡ Λεονόρα εἶναι μιὰ κοκκινόξανθη σκυλίτσα, ποὺ τὴν περιμάζεψε ὁ κύριος ἀπ’ τὸν δρόμο. Γιὰ νὰ ἀκριβολογῶ, τὴ μάζεψαν μαζὶ μὲ ἕναν ἄντρα ποὺ τὴ χτύπησε κατὰ λάθος μὲ τὸ μηχανάκι του. Μοῦ ἔχει πεῖ τὴν ἱστορία ἑκατὸ φορές. Κάθεται ὅταν τρώει καὶ μοῦ μιλάει. Ἦταν ἕνας ἄντρας γύρω στὰ τριάντα καὶ ὁδηγοῦσε σὰν τρελός. Ὁ κύριος Κωνσταντίνος εἶχε βγεῖ νὰ πάρει τὴν ἐφημερίδα του καὶ τὸν εἶδε σὲ μιὰ στροφὴ ποὺ χτύπησε τὸ σκυλί. Ὁ ὁδηγὸς ἔπεσε κάτω καὶ τὸ σκυλὶ ἔκλαιγε κι ἔσερνε τὸ ματωμένο πόδι του. Ὁ ἄντρας εἶχε ἀγκαλιάσει τὸ σκυλὶ κι ἔκλαιγε κι αὐτός. «Ἔπρεπε νὰ ἤσουν ἀπὸ μιὰ μεριά, Κόρα», μοῦ ἔλεγε. «Μιὰ σκηνὴ ἀνεκδιήγητη!» Ἀνεκδιήγητη ἀνεκδιήγητη, ὅλο αὐτὴ διηγιόταν.

Ἔκτοτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Λεονόρα, κολαοῦζος μᾶς ἔγινε κι ὁ κύριος Μάκης. Ἔτσι ἔλεγαν τὸν ἄντρα ποὺ ἔκλαιγε. Περνοῦσε κάθε ἀπόγευμα ἀπ’ τὸ σπίτι καὶ ἔβγαιναν οἱ τρεῖς τους βόλτα. Κωνσταντίνος, Λεονόρα, Μάκης. Κάπα-λάμδα-μί, ὅπως ἔλεγε ὁ τελευταῖος καὶ γελοῦσε. Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔκλαιγε μόνο. Μαζί του διασκέδαζε πολὺ τὸ ἀφεντικό. Ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ τὸν γνώρισε, ἔδειχνε ἄλλος ἄνθρωπος. «Ποτὲ πιά», μοῦ ἔλεγε χαμογελώντας στὸ φαγητό. «Ποτὲ πιά, Κόρα, ἄλλα ἄχρηστα κορμιά. Βρῆκα τὸν ἄνθρωπό μου». Ὁ ἄνθρωπός του δούλευε στὴν ἀποθήκη ἑνὸς σοῦπερ μάρκετ καὶ κάθε τόσο μᾶς ἔφερνε ἀπὸ κεῖ μεγάλες σακοῦλες ξηρὰ τροφὴ γιὰ τὸν σκύλο. Ἔδειχνε νὰ τὸν ἀγαπάει πολύ. Ἐννοῶ τὸν σκύλο. Αὐτὸς τοῦ ἔδωσε καὶ τὸ ὄνομα. Ὕστερα ἀπὸ τὸ ἀτύχημα καὶ τὴν ἄμεση ἐπίσκεψη στὸν κτηνίατρο, πέρασαν, λέει, στὸν δρόμο γιὰ τὸ σπίτι κι ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία. Μόλις εἶχε γίνει γάμος καὶ στὴν αὐλὴ ἦταν πεσμένα ρύζια, τὰ ὁποῖα ἄρχισε νὰ τρώει τὸ σκυλὶ σὰν στραγάλια. «Γι’ αὐτὸ τοῦ ἔβγαλε αὐτὸ τὸ ὄνομα, Κόρα. Ἀπὸ τὴν Ἐλεονόρα Ρίγκμπυ, τῶν Μπήτλς». Καὶ μοῦ ἔβαζε μετὰ στὸ πικὰπ τὸ τραγούδι. «Eleanor Rigby picks up the rice in the church where a wedding has been, lives in a dream». Ἂν καὶ σὲ ὄνειρο ζοῦσε περισσότερο ὁ κύριος Κωνσταντίνος.

Ἕνα πρωί, ἀξημέρωτα, ἦρθε τὸ ἀφεντικὸ καὶ μοῦ εἶπε: «Κόρα, γράφω ἕνα μεγάλο ποίημα». Δὲν μοῦ εἶπε πόσο μεγάλο θὰ ἦταν αὐτὸ τὸ ποίημα, πάντως καθόταν κάθε μέρα κι ἔγραφε, χωρὶς τὴ συνηθισμένη ρουτίνα τοῦ βασανισμοῦ τῶν σελίδων. Τὸ χέρι του ἔπιανε τὸ στυλὸ μὲ τὴ σιγουριὰ καὶ τὴ μακαριότητα ὅσων, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ παραστρατήματα, βγῆκαν ἐπιτέλους στὸ φῶς. «Ποτὲ πιὰ ἄλλες μεγαλεπήβολες σαχλαμάρες...» διακήρυττε πάνω ἀπὸ τὶς φακές. «Θὰ γράψω ἕνα ἁπλὸ ποίημα γιὰ τὸν ἔρωτα. Γιὰ τὸν ἁγνό, τὸν πλατωνικὸ ἔρωτα. Ἐκεῖ ἀνήκω πιά, Κόρα». Τὸν καταλάβαινα γιατὶ κι ἐγὼ ἀνῆκα στὰ πλατύφυλλα δέντρα τῶν βουνῶν τῆς πατρίδας μου. Τώρα ὅμως ἤμουν σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς κουζίνας. Ἔτρωγα τὴν κόρα ἀπ’ τὸ ψωμὶ κι ἐπαναλάμβανα τὰ λόγια τοῦ ἀφεντικοῦ. «Ποτὲ πιά...» ἔλεγα. Ἦταν οἱ πρῶτες λέξεις ποὺ εἶχα μάθει σ’ αὐτὴ τὴν ξένη γλώσσα.

altὉ Μάκης ἐρχόταν καμιὰ φορὰ καὶ προσπαθοῦσε νὰ μοῦ μάθει δύσκολες λέξεις. «Παράδεισος», ἔλεγε καὶ τὸ ἐπαναλάμβανε καμιὰ δεκαριὰ φορὲς συλλαβίζοντάς το. Ὅμως ὁ παράδεισος ὁ δικός μου καμία σχέση δὲν εἶχε μὲ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦσε ἐκεῖνος. «Πανωλεθρία», ἦρθε καὶ μοῦ εἶπε μιὰ ἄλλη μέρα. «Πανωλεθρία, πανωλεθρία, πανωλεθρία». Δὲν ξέρω ἂν ἡ μέθοδός του ἀπαιτοῦσε νὰ μάθω πρῶτα τὶς λέξεις ἀπὸ πί. «Ποτὲ πιά», ἔλεγα ἐγὼ κι ἐκεῖνος γελοῦσε. Γελοῦσε κι ὁ κύριος Κωνσταντίνος καὶ μετὰ πήγαιναν τὴ Λεονόρα βόλτα. Κατὰ κάποιον τρόπο ἦταν τὸ παιδί τους.

Αὐτὸ ποὺ παρατήρησα κάποια στιγμὴ ἦταν πὼς οἱ δυό τους εἶχαν ἀρχίσει νὰ μοιάζουν. Ὁ Μάκης ἔβγαζε ἄσπρες τρίχες κι ὁ Κωνσταντίνος εἶχε χάσει βάρος κι ἔδειχνε νεότερος. Ἦταν σαράντα πέντε χρονῶν, ἀλλὰ τώρα δὲν τὸν ἔκανες παραπάνω ἀπὸ τριάντα ὀχτώ. Τὰ χρόνια ποὺ εἶχε κατέβει τὰ εἶχε πηδήσει δυὸ δυὸ ὁ Μάκης, σὰν νὰ προσπαθοῦσαν νὰ συναντηθοῦν στὴ μέση μιᾶς σκάλας. Ἡ Λεονόρα ὅμως, ἀντίθετα ἀπὸ τὴ σύμπνοια τῶν ἀφεντικῶν της, εἶχε ἀρχίσει νὰ μελαγχολεῖ. Ἀκόμα κι ἐμένα, ποὺ μὲ εἶχε στὴν μπούκα καὶ δὲν ἔχανε εὐκαιρία παλιότερα νὰ μὲ γαβγίζει, τώρα μὲ ἄφηνε νὰ κάθομαι στὴν πλάτη της, νὰ τῆς πειράζω τὰ αὐτιά, νὰ τῆς τσιμπάω τὸν λαιμὸ ἀδιαμαρτύρητα. Σκεφτόμουν μήπως τὸ ζῶο εἶχε φορτωθεῖ τὴν πρότερη λύπη τοῦ ἀφεντικοῦ, τὰ βάσανα καὶ τὶς ἁμαρτίες του. Στενοχωριόμουν καὶ δὲν ἔτρωγα κι ἐγὼ τὴν ἀγαπημένη μου κόρα. Κοινῶς, ἡ θηλυκὴ πλευρὰ τοῦ σπιτιοῦ εἶχε πάρει τὴν κάτω βόλτα.

«Ἐρωτικὴ μελαγχολία», διέγνωσε ὁ κτηνίατρος. «Ἀγαμίες δηλαδή;» ζήτησε διευκρινίσεις ὁ Μάκης. Τὸ γεγονὸς ἦταν ἕνα: ἡ Λεονόρα ἦταν σὲ περίοδο ἀναπαραγωγῆς. Ἔπρεπε νὰ ζευγαρώσει. «Καὶ νὰ κάνει κουταβάκια;» θέλησε νὰ μάθει ὁ Κωνσταντίνος. «Ἔτσι κάνουν οἱ σκυλίτσες», εἶπε ὁ γιατρός. «Ἐκτὸς κι ἂν τὴ στειρώσετε βέβαια». Στὴν ἀνησυχία τῶν δύο ἀντρῶν μήπως ἔτσι τῆς στερήσουν τὶς χαρὲς τῆς μητρότητας, ὁ γιατρὸς τοὺς ἐνημέρωσε πὼς ἡ σκυλίτσα εἶχε γεννήσει ἤδη ἀρκετὲς φορές. Πὼς ἡ στείρωση ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς μᾶλλον θὰ τὴν ἔβγαζε ἀπὸ μπελάδες καὶ τὴν ἴδια ἀλλὰ καὶ τὰ ἀφεντικά της, ἂν δὲν εἶχαν φίλους πρόθυμους νὰ υἱοθετήσουν σκυλάκια. Ἡ γειτονιά, ἐπιπλέον, δὲν ἦταν ἡ ἐνδεδειγμένη γιὰ ἀδέσποτα. Μ’ αὐτὰ καὶ μ’ αὐτὰ τοὺς ἔπεισε. Ἔκλεισαν ραντεβοὺ γιὰ τὴ στείρωση τὴν ἑπόμενη Δευτέρα.

Γιὰ νὰ ἁπαλύνουν τὶς τύψεις τους, οἱ δύο ἄντρες ἀποφάσισαν νὰ χαρίσουν στὴ Λεονόρα μιὰ κυριακάτικη ἐκδρομή. Μέσα στὴν ἔκρηξη τῆς ἐνοχικῆς τους γενναιοδωρίας, εἶπαν νὰ πάρουν κι ἐμένα μαζί. Θὰ πηγαίναμε μὲ τὸ αὐτοκίνητο στὸν Σχινιά. Ἐγώ –ἂν θέλετε τὸ πιστεύετε– σὲ αὐτοκίνητο δὲν εἶχα ξαναμπεῖ, καὶ γιὰ ἐκδρομὴ οὔτε λόγος. Τὸ περισσότερο ὕπαιθρο ποὺ εἶχα ἀπολαύσει ἦταν ὅταν ὁ κύριος Κωνσταντίνος μὲ ἔβγαζε καμιὰ φορὰ στὸ μπαλκόνι. Ἐκεῖ εἶχε γλάστρες μὲ χλωμὰ φυτά, ποὺ ἐγὼ ὅμως, μέσα στὴ στέρησή μου, τὰ ἔβλεπα σὰν καταπράσινα ἔλατα. Ἀπ’ τὴ χαρά μου μὲ ἔπιανε μιὰ φλυαρία ἄνευ προηγουμένου, γι’ αὐτὸ νομίζω πὼς ὁ κύριός μου μὲ κρατοῦσε τὴν περισσότερη ὥρα μέσα. Μπορεῖ λοιπὸν κανεὶς νὰ φανταστεῖ ἐκείνη τὴ μέρα τὴν ταραχή μου. Στὸ ἁμάξι δὲν μὲ χωροῦσε ὁ τόπος. Τὸ ἴδιο καὶ τὴ Λεονόρα, ποὺ εἶχε κρεμάσει τὸ κεφάλι της ἔξω ἀπ’ τὸ τζάμι. Ἔμοιαζε σὰν νὰ βρίσκεται στὴν γκιλοτίνα. Βέβαια, ἂν τὸ σκεφτεῖς, προοριζόταν ἐν καιρῷ γιὰ κάποιου εἴδους θυσία.

Πρώτη φορὰ ἔβλεπα ἀνθρώπους μὲ μαγιό. Μοῦ φάνηκαν ἀστεῖοι, ἀλλὰ μ’ ἕναν μελαγχολικὸ τρόπο, σὰν νὰ μὴ συνειδητοποιοῦσαν πόσο εὐάλωτοι εἶναι. Σὰν νὰ μὴν καταλάβαιναν ὅτι τὰ βλέμματα ἔχουν ράμφη. Τόσο ἀμέριμνοι περιφέρονταν.

Ἂν καὶ ἀρχὲς Ὀκτωβρίου, ἡ μέρα ἦταν ἡλιόλουστη κι ἔτσι στὴν παραλία ὑπῆρχε ἀρκετὸς κόσμος. Ἐμένα μὲ ἔβαλαν νὰ κάτσω κάτω ἀπὸ ἕνα πεῦκο κι ἐκεῖνοι στρώθηκαν στὸν ἥλιο. Πρώτη φορὰ ἔβλεπα ἀνθρώπους μὲ μαγιό. Μοῦ φάνηκαν ἀστεῖοι, ἀλλὰ μ’ ἕναν μελαγχολικὸ τρόπο, σὰν νὰ μὴ συνειδητοποιοῦσαν πόσο εὐάλωτοι εἶναι. Σὰν νὰ μὴν καταλάβαιναν ὅτι τὰ βλέμματα ἔχουν ράμφη. Τόσο ἀμέριμνοι περιφέρονταν. Μὲ ἐξαίρεση τὸν κύριο Κωνσταντίνο. Αὐτός, λευκὸς κι ἀδύνατος, καθόταν πάνω στὴν ψάθα του καμπουριαστὸς λὲς καὶ περίμενε κάποιο σύνθημα ποὺ δὲν ἐρχόταν. Ὁ Μάκης ἔπαιζε μὲ τὴ Λεονόρα. Τῆς πετοῦσε τὴν μπάλα κι ἐκείνη ἔτρεχε ξετρελαμένη νὰ τὴν πιάσει. Ὅταν τὴν ἔπιανε στὸ στόμα της, ἔστριβε τὸν κορμό της δεξιὰ ἀριστερὰ λὲς κι ἀόρατα χέρια προσπαθοῦσαν νὰ τῆς τὴν πάρουν. Κάθε τρεῖς καὶ λίγο ὁρμοῦσε στὴ θάλασσα.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ θὰ θυμᾶμαι γιὰ πάντα αὐτὴ τὴ μέρα –αὐτὴ τὴν ὀνειρεμένη καὶ ὕπουλη μέρα, ποὺ ἔμελλε νὰ ἀλλάξει τὴ ζωὴ ὅλων μας– ἦταν ἡ θάλασσα. Ἂν ἐγώ, ἔτσι ποὺ παπαγάλιζα τὶς λέξεις ποὺ θὰ μὲ ἔφερναν πιὸ κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους αὐτοῦ τοῦ τόπου, εἶχα καταλήξει νὰ γίνω ὁ ἀντίλαλός τους, ἡ θάλασσα μοῦ φάνηκε ὁ ἀντίλαλος τῶν πάντων. Στὴ ζωή μου εἶχα δεῖ μόνο λίμνες, μὰ αὐτὲς ἀντηχοῦσαν τὴ σκέψη. Μιὰ λίμνη, θέλω νὰ πῶ, εἶναι ἕνας ἄνθρωπος κλεισμένος στὸν ἑαυτό του. Ἔχει καμπουριάσει, ὅπως τώρα ὁ κύριος, καὶ σκέφτεται. Ἡ θάλασσα ὅμως εἶναι ἕνα σῶμα ποὺ ξάπλωσε στὴν ἄμμο κι ἔχασε τὰ ὅριά του. Τώρα μόνο ἀναπνέει καὶ ἀντανακλᾶ. Ἀντανακλᾶ καὶ ἀντηχεῖ. Τὰ πάντα.

«Νά, πάρε λίγο πασατέμπο νὰ φᾶς», μοῦ εἶπε ὁ κύριος Κωνσταντίνος κάνοντας μιὰ δειλὴ ἀπόπειρα νὰ σηκωθεῖ ἀπ’ τὴν ψάθα. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἤθελα νὰ φάω. Ἤθελα μόνο νὰ μὴν τελειώσει αὐτὴ ἡ μέρα. Γι’ αὐτὸ καθόμουν ἥσυχα καὶ δὲν μιλοῦσα, μήπως ἐκνευρίσω τὸ ἀφεντικὸ ἢ τὴ μοίρα μου. «Θέλεις λίγο νεράκι;» ἐπέμενε ἐκεῖνος προσπαθώντας νὰ ξεγελάσει κάτι ποὺ ἔμοιαζε μὲ ἀνησυχία. Πιὸ πέρα ὁ Μάκης εἶχε βαλθεῖ νὰ φτιάχνει στὴ βρεγμένη ἄμμο μιὰ γάτα. Ἐκεῖ ἦταν μαζεμένα πέντ’ ἕξι παιδιὰ καὶ εἶχαν γονατίσει γύρω ἀπ’ τὸ ἐφήμερο ἄγαλμα. Ἡ Λεονόρα, μὲ τ’ αὐτιά της ὀρθωμένα, γυρνοῦσε γύρω γύρω σ’ ἕνα φρενιτιῶδες μεῖγμα χαρᾶς καὶ μανίας.

Ἦταν τότε ποὺ ἐμφανίστηκε ἐκεῖνο τὸ σκυλί. Πλησίασε τὴ Λεονόρα κι ἄρχισε νὰ τῆς μυρίζει τὸν πισινό. Ὁ κύριος ἄρχισε νὰ φωνάζει στὸν Μάκη νὰ τὸ διώξει. Κουνοῦσε τὰ λεπτά του χέρια σὰν κλαδιά. «Πρόσεχε, Μάκη!» φώναζε. «Μὴν τὸ ἀφήσεις νὰ τὴν πλησιάσει!» «Τί σὲ νοιάζει; Ἄσ’ τη νὰ χαρεῖ. Αὔριο θὰ στειρωθεῖ ἡ κακομοίρα», ἔλεγε ἐκεῖνος. Ὁ σκύλος τώρα προσπαθοῦσε νὰ τὴν καβαλήσει. Ὁ Κωνσταντίνος εἶχε σπεύσει καὶ προσπαθοῦσε νὰ χωρίσει τὰ σκυλιά. «Δὲν ξέρω ἂν πρέπει», ἔλεγε. «Δὲν ρωτήσαμε τὸν γιατρό».

«Φοβάστε μὴ σᾶς καβαλήσουμε;» ἀκούστηκε ἡ φωνὴ ἑνὸς ἄντρα ποὺ πλησίαζε. Ἦταν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ σκύλου. Κρατοῦσε στὸ χέρι του ἕνα λουρί. Τὸν ἀναγνώρισα ἀμέσως. Ἦταν ἕνα ἀπ’ τὰ ἀγόρια ποὺ ἔφερνε σπίτι ὁ κύριος. Τὸν θυμόμουν καλὰ γιατὶ μ’ αὐτὸν εἶχαν ἀνταλλάξει βρισιὲς ποὺ δὲν εἶχα ξανακούσει. Νομίζω εἶχαν πέσει καὶ κάτι χαστούκια.
«Τί ἔγινε; Ἔχασες τὴ μιλιά σου; Μόνο στὸ κρεβάτι δὲν βάζεις γλώσσα μέσα, ἔ;»
Ὁ Μάκης προσπάθησε νὰ ἀπομακρύνει τὰ παιδιά. «Δρόμο ἐσεῖς!» ἔλεγε, ἀλλὰ ἐκεῖνα δὲν κουνοῦσαν ρούπι. Τὰ δυὸ σκυλιὰ πάλευαν τώρα νὰ ζευγαρώσουν.
«Πάρτε τὸν σκύλο σας, κύριε. Δὲν σᾶς γνωρίζω», εἶπε ὁ κύριος Κωνσταντίνος.
«Ἄ, δὲν μὲ γνωρίζετε! Τὴν ταρίφα βέβαια τὴ γνωρίζετε. Ἂν θέλετε ὅμως νὰ σᾶς πηδήξουμε καὶ τὴ σκύλα, θὰ σᾶς κάνουμε καλύτερη τιμή», εἶπε τὸ ἀγόρι τινάζοντας τὸ λουρὶ σὰν μαστίγιο.
Κάποιοι γονεῖς ἐμφανίστηκαν κι ἄρχισαν νὰ τραβολογᾶνε πανικόβλητοι τὰ παιδιά τους ποὺ παρακολουθοῦσαν ὑπνωτισμένα.
«Πᾶμε, Ρούντι», εἶπε τὸ ἀγόρι καὶ πέρασε τὸ λουρὶ ἀπ’ τὸν λαιμὸ τοῦ σκύλου.

Κανένας ἐντέλει δὲν πήδηξε κανέναν. Ὁ Μάκης εἶχε κι αὐτὸς ἐξαφανιστεῖ.

Τὴ Δευτέρα παρουσιάστηκαν στὸν γιατρὸ γιὰ τὴ στείρωση μόνο οἱ κάπα-λάμδα. Ὁ μὶ εἶχε βέβαια δουλειά, ἀλλὰ εἶχε ὑποσχεθεῖ πὼς θὰ προσπαθοῦσε νὰ πάρει ρεπό. Φαίνεται ὅμως πὼς δὲν πῆρε. Ἔτσι ἔλεγε καὶ ξανάλεγε τὸ ἀφεντικὸ πάνω ἀπ’ τὰ γεμιστά του. Ἔπαιρνε λίγο ρύζι μὲ τὸ πιρούνι, τὸ κοίταζε καὶ μετὰ τὸ ἔβαζε στὴν ἄκρη τοῦ πιάτου. Ἔπειτα χάιδευε στὸ κεφάλι τὴ Λεονόρα, ποὺ καθόταν ζαβλακωμένη ἀκόμη ἀπ’ τὴ νάρκωση. «Ποτὲ πιὰ παιδάκια», τῆς ἔλεγε καὶ σκούπιζε κάθε τόσο τὰ γυαλιά του, ποὺ μοῦ φαίνονταν ἀρκετὰ καθαρά. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ καὶ γιὰ τὰ δικά μου δυνητικὰ παιδάκια, τὰ δικά μου ἀνύπαρκτα ζευγαρώματα, ὅμως μὲ εἶχε ἐκεῖ γιὰ νὰ εἶμαι, ὅπως εἶπα, ὁ ἀντίλαλος τῆς σκέψης του, καὶ γιὰ κάποιο λόγο μέσα στὴ σκέψη του τὰ δικά μου παιδιὰ εἶχαν βουλιάξει σὰν μέσα σὲ βρόμικη λίμνη. Συνέχισε νὰ ἀδειάζει πιρουνιὰ πιρουνιὰ τὰ γεμιστὰ μέχρι ποὺ ἔγιναν ἀδειαστά. Στὴν ἄκρη τοῦ πιάτου εἶχε σχηματιστεῖ ἕνας μικρὸς τύμβος ἀπὸ ρύζι.

Τὸ ποίημα ὀνομαζόταν «Amor» σὰν τὸ ταγκὸ ποὺ μοῦ ἔβαζε ν’ ἀκούω στὸ πικάπ. Μιλοῦσε γιὰ ἕναν ἄντρα κρυφὰ ἐρωτευμένο μ’ ἕναν ἄλλο ἄντρα. Ἔλεγε πὼς τὰ μάτια τοῦ ἄλλου ἄντρα ἦταν φωλιὲς τρωκτικῶν καὶ πὼς τὰ τρωκτικὰ τοῦ ἔτρωγαν κάθε βράδυ τὸ κορμί. Τὸ ἔτρωγαν λίγο λίγο, ἀπὸ μέσα πρὸς τὰ ἔξω, γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι ἦταν δίπλα του δὲν κατάλαβαν τίποτα παρὰ μόνο ὅταν ἔμεινε τὸ ἄδειο του περίβλημα σὰν χάρτινη συσκευασία ἑνὸς δώρου ποὺ δὲν δόθηκε ποτέ.

Οὔτε τὸ ἀπόγευμα πέρασε ὁ Μάκης. Ὁ κύριος κλείστηκε στὴν τραπεζαρία καὶ περίμενε. Ὅταν ἔφτασε πιὰ τὸ βράδυ, ἦρθε στὴν κουζίνα, ἅπλωσε τὸ μακρὺ ἀδύνατο χέρι του καὶ σχεδὸν μὲ ἅρπαξε μαζί του. Βγήκαμε ἀπ’ τὸ σπίτι μὲς στὰ σκοτάδια καὶ πήγαμε νὰ καθίσουμε σ’ ἕνα παγκάκι στὴν πλατεία. «Θέλω νὰ σοῦ διαβάσω τὸ ποίημά μου, Κόρα», εἶπε. «Ἐσὺ εἶσαι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖς νὰ τὸ καταλάβεις γιατὶ εἶσαι ἡ μόνη ποὺ δὲν ξέρεις καλὰ τὴ γλώσσα. Οἱ λέξεις ἔτσι θὰ φτάσουν κατευθείαν στὴν καρδιά σου». Τὸ ποίημα ὀνομαζόταν «Amor» σὰν τὸ ταγκὸ ποὺ μοῦ ἔβαζε ν’ ἀκούω στὸ πικάπ. Μιλοῦσε γιὰ ἕναν ἄντρα κρυφὰ ἐρωτευμένο μ’ ἕναν ἄλλο ἄντρα. Ἔλεγε πὼς τὰ μάτια τοῦ ἄλλου ἄντρα ἦταν φωλιὲς τρωκτικῶν καὶ πὼς τὰ τρωκτικὰ τοῦ ἔτρωγαν κάθε βράδυ τὸ κορμί. Τὸ ἔτρωγαν λίγο λίγο, ἀπὸ μέσα πρὸς τὰ ἔξω, γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι ἦταν δίπλα του δὲν κατάλαβαν τίποτα παρὰ μόνο ὅταν ἔμεινε τὸ ἄδειο του περίβλημα σὰν χάρτινη συσκευασία ἑνὸς δώρου ποὺ δὲν δόθηκε ποτέ. Στὴ χάρτινη συσκευασία ἦταν, λέει, γραμμένο τὸ συγκεκριμένο ποίημα, πρὶν κι αὐτὸ φαγωθεῖ, μαζὶ φυσικὰ μὲ τὸ χαρτί, ἀπὸ τὰ πεινασμένα τρωκτικά.

Μετὰ σταμάτησε νὰ διαβάζει. Κοίταζε ἀπέναντι ἕνα παρκαρισμένο αὐτοκίνητο. Τὸ κοιτοῦσε μὲ τόση συγκέντρωση σὰν νὰ ἤθελε νὰ τὸ κινήσει μὲ τὴ σκέψη. Ἐγὼ δὲν ἔλεγα τίποτα, γιατὶ ἤξερα τί ἦταν τὰ τρωκτικὰ κι ἔνιωθα τὰ μικρά τους δόντια νὰ χτυπᾶνε, πεινασμένα καὶ ξεπαγιασμένα ἀπ’ τὸ κρύο. Ἡ καρδιά μου εἶχε σφιχτεῖ, ἤθελα νὰ φύγουμε. Ἤθελα νὰ βρεθῶ στὴ σκοτεινὴ ζεστασιὰ τῆς κουζίνας κι ἐκεῖ κλεισμένη νὰ σκέφτομαι τὴ θάλασσα. Πῶς ἀνάσαινε καὶ πῶς ἦταν πάντα ξαπλωμένη χωρὶς ποτὲ κανεὶς νὰ ἔχει δεῖ τὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν της.

Ὁ Μάκης δὲν ἦρθε οὔτε τὴν ἑπομένη οὔτε τὴ μεθεπομένη. Ἔπειτα ἀπὸ μιὰ ἑβδομάδα βρῆκε ὁ κύριος Κωνσταντίνος ἕνα σημείωμα κάτω ἀπ’ τὴν πόρτα. Ἦρθε στὴν κουζίνα καὶ μοῦ τὸ διάβασε φωναχτά. Ἔμοιαζε μὲ παιδάκι ποὺ λέει τὸ ποίημά του σὲ κάποια φριχτὴ γιορτή. «Ἀγαπητὲ Κωνσταντίνε, εὔχομαι νὰ εἶστε ὅλοι καλά. Ἐλπίζω νὰ μὲ συγχωρέσετε γιὰ τὴν κάπως ξαφνικὴ ἐξαφάνισή μου, ὅμως ἀρραβωνιάστηκα πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες καὶ δὲν εἶχα χρόνο περισσευούμενο γιὰ ἐπισκέψεις καὶ βόλτες. Εὔχομαι ἡ Λεονόρα νὰ ἀνένηψε ἀπὸ τὴν ἐπέμβαση. Νὰ μοῦ τὴ φιλήσετε πολλὲς φορές». Ὅπως τὸ φανταζόμουν: γιὰ μένα οὔτε λέξη.

Τὶς ἑπόμενες ἑβδομάδες ἡ Λεονόρα ἄρχισε νὰ παχαίνει καὶ νὰ γίνεται σὰν βαρελάκι. Ὁ κύριος Κωνσταντίνος, ἀντίθετα, ὅλο καὶ ἀδυνάτιζε. Μέσα ἀπ’ τὸ πουκάμισό του φαίνονταν τὰ ὁριζόντια κόκαλα στὸ στέρνο. Εἶχε ξαναρχίσει τὴν πάλη μὲ τὶς σελίδες, μὲ μεγαλύτερη λύσσα αὐτὴ τὴ φορά. Κάθε βράδυ μοῦ διάβαζε τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐπρόκειτο πάντα γιὰ ἐκεῖνο τὸ ποίημα γιὰ τὸν ἔρωτα καὶ τὰ τρωκτικά. Κάθε φορὰ ἄλλαζε καὶ μία λέξη. Χθὲς ἄλλαξε τὰ τρωκτικά. Τὰ ἔκανε κοράκια. Ἀφοῦ μοῦ διάβασε τὸ ποίημα –εὐτυχῶς δὲν μὲ ξαναπῆγε σ’ ἐκεῖνο τὸ παγκάκι νὰ τουρτουρίζουμε–, μὲ κοίταξε διερευνητικά. «Ξέρεις τί εἶναι τὸ κοράκι;» μὲ ρώτησε κι ἄρχισε νὰ κράζει πηδώντας ἀδέξια ἐδῶ κι ἐκεῖ στὸ δωμάτιο. «Κόρα, κοράκι...» ἔλεγε καὶ τὰ μάτια του γυάλιζαν. Ἂν εἶχα δάκρυα, θὰ ἔκλαιγα.

Ἦταν ἕνας ἐπαναλαμβανόμενος θόρυβος σὰν τρίξιμο καὶ σὰν ἱδρωμένα χέρια ποὺ χτυποῦν πάνω σὲ λεία ἐπιφάνεια. Παρότι οἱ τοῖχοι ἦταν λεπτοὶ καὶ συνήθως μποροῦσα ν’ ἀκούσω κάθε θόρυβο ποὺ ἐρχόταν ἀπ’ τὴν κρεβατοκάμαρα τοῦ κυρίου, τώρα ἦταν σὰν νὰ εἶχε φράξει μιὰ παλάμη τὸ στόμα κάθε ἤχου. Κάποιος βογκοῦσε βαριά, κάποιος φώναζε. Ὅταν κόπασαν οἱ ἦχοι, ἡ πόρτα ἄνοιξε. Δὲν πίστευα στὰ μάτια μου.

Λίγα βράδια μετὰ ἄκουσα θόρυβο μέσα ἀπ’ τὸ ὑπνοδωμάτιο. Κοιμόμουν καὶ μοῦ πῆρε λίγη ὥρα μέχρι νὰ καταλάβω τί συνέβαινε. Ἦταν ἕνας ἐπαναλαμβανόμενος θόρυβος σὰν τρίξιμο καὶ σὰν ἱδρωμένα χέρια ποὺ χτυποῦν πάνω σὲ λεία ἐπιφάνεια. Παρότι οἱ τοῖχοι ἦταν λεπτοὶ καὶ συνήθως μποροῦσα ν’ ἀκούσω κάθε θόρυβο ποὺ ἐρχόταν ἀπ’ τὴν κρεβατοκάμαρα τοῦ κυρίου, τώρα ἦταν σὰν νὰ εἶχε φράξει μιὰ παλάμη τὸ στόμα κάθε ἤχου. Ἡ καρδιά μου χτυποῦσε σὰν τὰ δόντια ἐκείνου τοῦ ξεπαγιασμένου ποντικοῦ. Ἀφοῦ συνεχίστηκαν γιὰ ὥρα τὰ στομωμένα σουρσίματα, πλαταγίσματα, τριξίματα, ἄρχισαν νὰ ἀκούγονται σκόρπιες λέξεις σὰν διαταγές. Κάποιος ἔλεγε «φτύσε» ἢ «σκύψε» ἢ «στρίψε» καὶ μετὰ ἦχοι σὰν ἀπὸ μετακίνηση ἐπίπλων. Κάποιος βογκοῦσε βαριά, κάποιος φώναζε. Ὅταν κόπασαν οἱ ἦχοι, ἡ πόρτα ἄνοιξε. Δὲν πίστευα στὰ μάτια μου.

Μέσα ἀπ’ τὸ δωμάτιο βγῆκε ἡμίγυμνος, δένοντας τὴ ζώνη τοῦ παντελονιοῦ του, ὁ νεαρὸς ποὺ εἶχε ἐμφανιστεῖ μὲ τὸν σκύλο στὴν παραλία. «Ὥστε σοῦ ἀρέσουν τὰ ζοριλίκια, γέρο. Δὲν σ’ τό ’χα!» εἶπε γελώντας καὶ φόρεσε τὴν μπλούζα του. Ἀπὸ πίσω ἐμφανίστηκε ὁ κύριος μὲ μερικὰ χαρτονομίσματα στὸ χέρι. Τὰ μάτια του ἦταν ἄδεια σὰν νὰ τὰ εἶχαν καταπιεῖ κοράκια. «Λυπᾶμαι, κύριε Καβάφη, ἀλλὰ ἡ ταρίφα μὲ τὶς ἔξτρα ὑπηρεσίες εἶναι διπλή». «Πῶς μὲ εἶπες, βρὲ μαλακισμένο;» ὅρμησε καταπάνω του ὁ κύριος Κωνσταντίνος. Καιρὸ εἶχα ν’ ἀκούσω βρισιές. Ὁ νεαρὸς πισωπάτησε πρὸς τὴν κουζίνα. «Δὲν πειράζει, κύριε Καβάφη. Ἂν δὲν μπορεῖτε νὰ κουνήσετε τὸν κῶλο σας ἀπ’ τὸ ξύλο, τὰ παίρνω καὶ μόνος μου», εἶπε κι ἄρχισε ν’ ἀνοίγει ἕνα ἕνα τὰ συρτάρια. «Ἔξω ἀπ’ τὸ σπίτι μου, ἀχρεῖε!» οὔρλιαξε τὸ ἀφεντικὸ κι ἔκανε νὰ τὸν πλησιάσει. Ἐν τῷ μεταξὺ κατέφθασε καὶ ἡ Λεονόρα ποὺ γάβγιζε τώρα μὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ ἀγνώριστου κορμιοῦ της. «Πίσω, πούστη!» φώναξε ὁ νεαρὸς ἁρπάζοντας τὸ μαχαίρι ποὺ εἴχαμε γιὰ τὸ κρέας. Ὁ κύριος Κωνσταντίνος πῆγε νὰ τοῦ ἁρπάξει τὸ χέρι καὶ τότε μ’ ἕναν πῆδο ἡ Λεονόρα βρέθηκε ἀνάμεσά τους. Ἐγὼ στρίγγλιζα μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μου. Ἤμασταν σὰν θίασος ἐξαθλιωμένων ἠθοποιῶν σὲ θρίλερ ἀμφιβόλου ποιότητος. Ἕρμαια τῆς ἀνάγκης. Ἡ Λεονόρα ἔφαγε τὴ μαχαιριὰ στὸ στῆθος. Τὸ βαρύ της κορμὶ ἔπεσε βγάζοντας ἕναν κούφιο γδοῦπο. Ξεψύχησε σχεδὸν ἀμέσως. Ὅταν ὁ νεαρὸς βγῆκε τρέχοντας ἀπ’ τὴν πόρτα, πῆρα θάρρος κι ἐγὼ καὶ τό ’σκασα.

Δὲν τὸν ξέχασα ὅμως. Κάθε βράδυ ἐμφανιζόμουν πίσω ἀπ’ τὸ παράθυρο τῆς τραπεζαρίας καὶ τὸν ἔβλεπα μπροστὰ στὶς λευκές του σελίδες. «Ποτὲ πιά...» μονολογοῦσε, ἀλλὰ δὲν ἤξερα τί ἀκριβῶς ἤθελε νὰ πεῖ. Δὲν θὰ ξανάγραφε πιά, δὲν θὰ ξαναγαποῦσε, δὲν θὰ ξαναέβγαζε βόλτα τὴ Λεονόρα; Καμιὰ φορὰ τοῦ χτυποῦσα τὸ τζάμι, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πὼς δὲν ξέχασα, καὶ φώναζα μέσα στὸ σκοτάδι: «Ποτὲ πιά».

«Φύγε ἀπὸ δῶ, Κοράκι», ἔλεγε τότε ἐκεῖνος καὶ δὲν ξέρω ἂν τὸ «Κοράκι» αὐτὸ ἦταν τὸ ὑποκοριστικό μου ἢ ἔτσι πράγματι μὲ ἔβλεπε μέσα στὴ νύχτα. Σὰν μαῦρο κοράκι. Ἐνῶ δὲν ἤμουν παρὰ ἕνας κοινὸς παπαγάλος.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ειρήνης Ευφραιμίδη «Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» το οποίο κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Αυτό τελειώνει εδώ. Άλλο δεν θα πάρεις από μας». Το υποσχέ...

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού «Η φωνή στα χέρια της» το οποίο κυκλοφορεί στις 17 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ίκαρος. Στο τέλος της ανάρτησης η playlist του βιβλίου, από την Ντορίνα Παπαλιού.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο που παίχτηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του EuroPride 2024.

Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας

Τον Σεπτέμβριο του 2013 ο σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Αντώνης Μποσκοΐτης πήγε...

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

Σκέψεις για την Κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture) και την πατριαρχία στη λογοτεχνία, με αφορμή την έντονη συζήτηση για τον σεξισμό στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση. 

...

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Σκέψεις με αφορμή την έντονη συζήτηση που προκάλεσαν πρόσφατα οι νέες αναγνώσεις δύο πολυδιαβασμένων βιβλίων της νεοελληνικής πεζογραφίας, ενός παλιότερου, της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Μ. Καραγάτση, κι ενός νεότερου, της «Γραμμής του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου. Και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αλέξις Ραβέλο [Alexis Ravelo] «Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

...
«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ανί Ενρό [Annie Ernaux] «Η άλλη κόρη» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η σειρά των δύο αφηγήσεων, η δική μου και η δ...

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

10 βιβλία + 1 διήγημα τα οποία διερευνούν την παρουσία του κουίρ στην ελληνική πεζογραφία.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Ανεξάρτητα από το πόσο απαγορευμένο θέμα αποτελούσε, από το πόσο θα σκανδάλιζε τους αναγνώστες, από το πόσοι εκδότες θα αρνούνταν να το...

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων (20 Ιουνίου) επιλέγουμε έξι βιβλία που εξετάζουν το προσφυγικό ζήτημα με νηφάλιο και ουσιαστικό τρόπο.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

«Αν κάνω ένα βήμα θα βρεθώ αλλού» λέει ένας ήρωας της ...

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ