alt

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Το φαράγγι, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη στις 12 Οκτωβρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στον εσπερινό του Σαββάτου στον Αϊ-Νικόλα της Σπλάντζιας, ο Αργύρης Λιόδης έσκυψε στην εικόνα του αγίου και του μοστράρισε κατάφατσα τη φωτογραφία με χέρι τρεμάμενο και βλέμμα αυστηρό.

— Εσύ δεν έχεις τύψεις; μούγκρισε υπόκωφα χτυπώντας μία-μία τις λέξεις σαν χαστούκια.

Δεν έμεινε πάνω από τρία λεπτά, βολίδα μπήκε, βολίδα βγήκε, φιλώντας ευλαβικά και φυλάγοντας τη φωτογραφία στο μέσα τσεπάκι του σακακιού.

Συνήθως χρειαζόταν τέσσερις πέντε ημέρες να διώξει από πάνω του την Αλεξανδρούπολη και να ρίξει στους ώμους τα Χανιά, να ξαναβρεί με το μαλακό το βήμα του για τη γύρα στις γνωστές διευθύνσεις.

Αυτή τη φορά είχε έρθει για δύο μόλις εικοσιτετράωρα, παραμονή του υποχρεωτικού συναγερμού που είχε σημάνει ο μεγάλος προσκαλώντας τους επειγόντως να εκπληρώσουν επιτέλους εν σώματι οι εφτά τον παλιό όρκο, που μακάρι να ήταν αυτός ο μοναδικός που ο Αργύρης είχε δώσει στη ζωή του.

Θα ήθελε να είχε αποφύγει το ταξίδι, αναβολή στην αναβολή για τα εισιτήρια, τελικά δεν τόλμησε να λείψει.

Ήταν μαρτύριο να κρατά σε επιφυλακή βλέμμα και σώμα παρόντων των δικών του, που κατά καιρούς ζύγιζαν τη θλίψη του και τον ενθάρρυναν με παρατεταμένα χτυπήματα στην πλάτη και αναστεναγμούς συμπαράστασης.

Παλιότερα, κάθε φορά περίμεναν να τον υποδεχτούν διπλό, με μια Αλεξανδρουπολίτισσα, μια γυναίκα από οπουδήποτε, δεν τους έφερε καμιά. Ο Βαρδής δεν έκατσε με σταυρωμένα χέρια, πίεζε τότε και η μάνα τους, τρεις φορές επιχείρησε να του στήσει προξενιά, η τελευταία προ εφταετίας, όταν ο Αργύρης συμπλήρωνε τα σαράντα πέντε. Οι υποψήφιες νύφες ελεγμένες, εργαζόμενες, οι δύο με δικό τους διαμέρισμα στην πόλη, η τρίτη με σπιταρόνα και περιουσία στα πολύ κοντινά Κουνουπιδιανά.

Ο πρωτότοκος αδερφός του ήταν πρόθυμος να επωμιστεί και τα έξοδα του γάμου. Θα τσοντάριζαν μετά χαράς ο Γεράσιμος τους αστακούς, ο συχωρεμένος ο Μάρκος τον ανθοστολισμό, άλλος τα όργανα, άλλος τη βιντεοσκόπηση, μια φορά τα ανίψια του τού έταξαν πως, αν πάψει να είναι τσουτσουνοπαίχτης και ντυθεί γαμπρός, θα του κάνουν μπάτσελορ πάρτι και θα φέρουν στο κέντρο φωτορυθμικά και λέιζερ.

Αφού είδαν κι απόειδαν ότι ο Αργύρης ήταν ορκισμένος εργένης και δεν σήκωνε την πλάκα, σίγησαν επί του θέματος, αλλά έτσι βγήκε από τη μέση και το κύριο ζήτημα που τους απασχολούσε μόλις τον έβλεπαν μπροστά τους, ο βραχνάς της μοναξιάς του, με ορατές συνέπειες το ζαβλακωμένο βλέμμα, τα ασιδέρωτα πουκάμισα, τις ξεχειλωμένες κάλτσες και τα αγυάλιστα παπούτσια.

Αφού είδαν κι απόειδαν ότι ο Αργύρης ήταν ορκισμένος εργένης και δεν σήκωνε την πλάκα, σίγησαν επί του θέματος, αλλά έτσι βγήκε από τη μέση και το κύριο ζήτημα που τους απασχολούσε μόλις τον έβλεπαν μπροστά τους, ο βραχνάς της μοναξιάς του, με ορατές συνέπειες το ζαβλακωμένο βλέμμα, τα ασιδέρωτα πουκάμισα, τις ξεχειλωμένες κάλτσες και τα αγυάλιστα παπούτσια.

— Η Αλεξάνδρα σού αγόρασε αθλητικά μποτάκια νούμερο σαράντα πέντε, αυτή τα θυμάται όλα, δυο ζεύγη αθλητικές κάλτσες κι ένα αμάνικο τζάκετ. Τζόκεϊ για τον ήλιο έχω πάντα μια ντουζίνα στο πορτμπαγκάζ για τους μη προνοητικούς, του είχε τηλεφωνήσει τις προάλλες ο Βαρδής, χαρούμενος σαν πρόσκοπος, στα πανιά για την κυριακάτικη αποστολή.

Ας συναντούσε τους έξι αύριο πρωί, απόψε θα περπατούσε πέρα-δώθε, βέβαιος πως θα είχε δυνάμεις και για τον ανώμαλο δρόμο της επομένης, αυτός βάδιζε και στον ύπνο του διανύοντας αποστάσεις χιλιάδων χιλιομέτρων, μηχανή τα πόδια του, σαν της μάνας τους που ως τα ενενήντα της ήταν Φολκσβάγκεν.

Νεάρχου μπρος-πίσω, Σφακιανάκη μπρος-πίσω, Σολωμού, Αποκορώνου μπρος-πίσω, Κορνάρου, Κήπος, Γήπεδο, Κοραή με τα σχολεία, Βενιζέλου, Ρέμβη, Ωδείο, Μίνωος, Νεώρια. Εκείνος που έκανε τα ίδια πηγαινέλα σε απόσταση δεν ήταν αληθινός γιατί δεν ήταν πια ζωντανός, κανείς δεν ακολουθούσε ή παρακολουθούσε τον Αργύρη Λιόδη, παραίσθηση.

Όταν συνάντησε τους δυο Ιταλούς, Ιταλό οι έξι λέγανε πια και τον αδερφό τους, να παρκάρουν κάπου στο Τελωνείο, δεν μπορούσε να τους αρνηθεί ένα ποτό, πήγε για το χατίρι του Ελισαίου που έκανε μεγάλες χαρές, αδερφέ, μεγαλώνουμε και πιάνουμε λιμάνι, από κοντά και ο κομψός κτηνίατρος, ciao Αργύρη, ciao, τραγουδιστός ο χαιρετισμός, όλο εύθυμο τον θυμόταν αυτόν, συγκρατημένα εύθυμο, μονίμως υπομονετικό και με τα ελληνικά του πια φαρσί. Αύριο θα οδηγούσε εκείνος, είχαν φέρει και το αμάξι, η σχάρα στην οροφή γεμάτη χαρτόκουτες, δέκα μέρες τώρα κουβαλούσαν, του είπαν.

Δυο ουίσκι με σόδα ο καθένας, κάτι για τις εκλογές, μετά τι λέει η Αλεξανδρούπολη, τι λέει η Φεράρα, πάντα υπέροχος ο Φάρος, πώς θα πάει φέτος ο τουρισμός, πόση ζέστη θα έχει αύριο και σε τρία τέταρτα καληνύχτα και buona notte.

Ο Μάουρο τους είχε παραχωρήσει το χρόνο του, ο Αργύρης είχε μιλήσει πέντε λεπτά, ο Ελισαίος δεκαπέντε, νικήτρια με είκοσι πέντε η σιωπή.

Καταδικά του τα Χανιά μετά τα μεσάνυχτα, στις τρεις και στις τέσσερις το πρωί, όταν αραίωσαν οι σαματατζήδες ξενύχτηδες και τα κίτρινα φώτα βρήκαν την άπλα τους να καθρεφτίζονται εν χορώ στη θάλασσα.

Αυτή η πόλη ήταν το αίμα του, η Αλεξανδρούπολη ήταν η εξορία και η τιμωρία του. Ξεβράστηκε εκεί επειδή δεν είχε κανένα γνωστό και επί είκοσι εννιά χρόνια κατάφερε να παραμείνει άγνωστος, ένας κλειστός άνθρωπος που δεν άνοιγε τα χαρτιά του, μια φευγαλέα φιγούρα στα βραδινά τετράγωνα της πόλης. Ο φάρος της και η θάλασσά της δεν τον ξεγελούσαν, τιμωροί να του θυμίζουν τη φυγή από τα Χανιά και τα πάντα, τα πάντα.

Η αυγή τον βρήκε σε μια ξεχαρβαλωμένη για πέταμα ξαπλωτούρα στην αμμουδιά της Νέας Χώρας, με την πλάτη γυρισμένη στο πέλαγος να κοιτάει ένα παλιό αλλά νοικοκυρεμένο γαλαζωπό τριώροφο, ο τρίτος όροφος μεταγενέστερο καπάκι.

Οι γρίλιες στα παράθυρα κατεβασμένες, ένα κίτρινο φωτάκι στο στενό μεσαίο μπαλκόνι, μια διπλωμένη πτυσσόμενη καρέκλα πίσω από τις βέργες του κάγκελου και δίπλα της, κάτω, κάμποσα άδεια μπουκάλια στη σειρά.

Ακόμη να ξυπνήσει η γειτονιά, οι περαστικοί λιγοστοί, μια τετράδα τουρίστες, μια τριάδα τσιγγάνες, ένας ηλικιωμένος ποδηλάτης, μια μεγαλόσωμη τιγρέ γάτα που πετάχτηκε από απέναντι προς το μέρος του, σταμάτησε στα δυο μέτρα και τον κοιτούσε επίμονα ανοιγοκλείνοντας το στόμα της δίχως ήχο, αναποφάσιστη, εάν έπρεπε να τον διώξει από την ξαπλώστρα της και να του γυρέψει τα ρέστα.

― Μην πεις νιάου, μην αρχίσεις τα νιαουρητά, μη μιλάς, την ικέτεψε.

Σηκώθηκε αμέσως, της παραχώρησε τη θέση του και κάνοντας αριστερά την ανηφορίτσα, πήρε στο κινητό τον Ελισαίο και είπε να τον μαζέψουν μπροστά από την ΑΒΕΑ, θα περπατούσε στα αρμυρίκια.

*

Λιγες οι πολύτεκνες οικογένειες σήμερα, όποιος αράδιασε από τρία παιδιά και πάνω είναι υποχρεωμένος, αλίμονό του, να βγει στην εκπομπή του Αυτιά, αυτό σκεφτόταν ο Βαρδής, ο εβδομηνταδυάχρονος πρωτότοκος σε εφτά τέκνα του Λεωνίδα και της Χρυσής Λιόδη, γεννηθέντα σε μια καρπερή εικοσαετία, κατά σειρά Βαρδής, Γεράσιμος, Ευδοκία, Ινώ, Ελισαίος, Θεώνη, Αργύρης. Στα θυμαράκια πλέον οι γονιοί, στα θυμάρια οι τέσσερις γιοι και οι τρεις θυγατέρες τους, αυτός ο προορισμός τους Κυριακή 11 Μαΐου 2014, επιτέλους.

Το μεγάλο σόι δίχως ηρωικούς προγόνους, ούτε προτομές ούτε δάφνινα στεφάνια, δίχως χρυσούς και χρυσοφόρους κλώνους με παράσημα στις επιστήμες και στις μπίζνες κι ακόμη ούτε ένας βουλευτής, πολιτευτής, συνδικαλιστής, ούτε καν δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος, ποιος και για ποιο λόγο να έμπαινε στον κόπο να συγγράψει απομνημονεύματα ή έστω να διασώσει ορισμένα περασμένα σε ένα πενηντάφυλλο τετράδιο, το οικογενειακό δέντρο ουδεμία σχέση με βασιλική δρυ, μια απλή καρυδιά, η καρυδιά στην αυλή του πατρικού σπιτιού.

Το μεγάλο σόι δίχως ηρωικούς προγόνους, ούτε προτομές ούτε δάφνινα στεφάνια, δίχως χρυσούς και χρυσοφόρους κλώνους με παράσημα στις επιστήμες και στις μπίζνες κι ακόμη ούτε ένας βουλευτής, πολιτευτής, συνδικαλιστής, ούτε καν δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος, ποιος και για ποιο λόγο να έμπαινε στον κόπο να συγγράψει απομνημονεύματα ή έστω να διασώσει ορισμένα περασμένα σε ένα πενηντάφυλλο τετράδιο, το οικογενειακό δέντρο ουδεμία σχέση με βασιλική δρυ, μια απλή καρυδιά, η καρυδιά στην αυλή του πατρικού σπιτιού.

― Θα μαζέψουμε τον Σεπτέμβρη τα καρύδια και μετά, ηλεκτρικό πριόνι, λέω να την ξαπλώσω.
― Αφού πεθάνω.
― Μα, εμποδίζει τη θέα στα βουνά.
― Κι αυτή τα βουνά θέλει να βλέπει. Εσύ, γιε μου, που δεν έχεις ρίζες, τράβα την καρέκλα σου πιο κει.

Η συζήτηση πρόσφατη, στη σύναξη της Καθαρής Δευτέρας. Όταν ο Βαρδής μετακόμισε σε διαμέρισμα στα Λενταριανά και έδωσε το σπίτι στις Κορακιές στον μεγάλο του, να έχουν αυλές και κήπο τα εγγόνια, πάνε έντεκα χρόνια, μακάρι να μπορούσε να πάρει μαζί του και το δέντρο, μόνο το δέντρο, ένιωθε σαν κλαδί που κόπηκε από τον κορμό που τον βαστούσε. Αμοιβαία τα αισθήματα, η καρυδιά πρέπει κι αυτή να του είχε αδυναμία, γιατί όσες ζεστές νύχτες κοιμόταν έξω, στο ράντζο κάτω από τα κλαδιά της, του έκανε το χατίρι να χαίρεται τα καλύτερα όνειρα.

Αυτό το ωραίο επίδομα της νύχτας τα τελευταία χρόνια κόπηκε μαχαίρι για όλους. Αν οι άνθρωποι δεν ονειρεύονται κάτι ξυπνητοί, δεν ονειρεύονται τίποτα και κοιμισμένοι.

Μέχρι και προ πενταετίας είχανε τουλάχιστον να διηγηθούν τα παραμύθια του ύπνου, στόλο από πεντακόσιες πολυθρόνες να πλέει στον ωκεανό, άφθονες χρυσές λίρες αντί για κορόμηλα στα κλαδιά, πανελλαδική λοταρία με δώρο τα άπαντα του Ξυλούρη, αγαλματένιες γυμνές, άγνωστες ή γνωστές, να ψωνίζουν ψάρια στη Δημοτική Αγορά και αναστημένους νεκρούς σε αλλόκοτα περιβόλια να δίνουν χρησμούς Πυθίας, σπαζοκεφαλιές που το επόμενο πρωί, ιδίως οι γυναίκες, προσπαθούσαν να ξεπαραλύσουν.

Ο Βαρδής Λιόδης ανάβοντας το πρώτο τσιγάρο της ημέρας κοίταξε δίπλα του τη γυναίκα του, που έβαζε μπρος το αμάξι, και αναρωτήθηκε από πότε είχε να δει ένα όνειρο άξιο να το συζητήσει μαζί της, αυτός που κάθε πρωί τα έλεγε στην Αλεξάνδρα κι αργότερα με τους άλλους, ποια τα συνθηματικά τηλεγραφήματα, ποια τα έργα της περασμένης νύχτας, ένα συνήθειο που συνόδευε τον πρώτο καφέ στο σπίτι προτού χαράξει και το δεύτερο στο φούρνο προτού ξημερώσει.

Αναρωτήθηκε και για τους νέους, που κάποτε ακόμη και τη μέρα ονειρεύονταν με μανία μα τώρα, μαντρωμένοι στη στενόχωρη εποχή, έμοιαζε πως έχασαν το μέχρι πρότινος σίγουρο μπόνους στα δεκαοχτώ, στα είκοσι, στα είκοσι πέντε τους να μονοπωλούν το σφρίγος που απαιτείται για να φαντάζεται κάποιος μεγάλους ορίζοντες και να ορμά καταπάνω τους έτοιμος να τραντάξει την πλάση.

Οι τρεις γιοι του ξινίσανε με τα ζυμωτήρια, κανένας δεν καταδέχτηκε τα ψωμιά, δεν λυπήθηκε τον κόπο του πατέρα τους να στήσει δυο καλές επιχειρήσεις. Με Πολυτεχνεία, Νομικές και Αγγλική Φιλολογία λουφάξανε ως υπάλληλοι σε ξένα αφεντικά, με τρεις κι εξήντα. Και η μοναχοκόρη του στο Μανχάιμ.

Οι δυο μεγάλοι του, Λεωνίδας και Στεφανής, εάν ξυπνούσαν νωρίς θα έκαναν σήμερα την εμφάνισή τους, τους το ζητούσαν τα τέκνα τους, πέντε εγγόνια θηριά και θηριάκια.

Ο τρίτος, ο Αρτέμης, είχε τα τρεχάματα του γάμου του, τον άλλο μήνα και με άλλο δήμαρχο μάλλον, ο γάμος πολιτικός, ούτε παράτες ούτε δεξιώσεις, μεγάλη κόντρα ο γιος του με λούσα και επίδειξη, κάτι λιτό να μη χτυπήσει άσχημα και στο πένθος της θειας του.

Πάντως επίπλωση, ηλεκτρικές συσκευές, πλήρη σερβίτσια και παιδικό δωμάτιο, όλα λογαριασμός του Βαρδή, υποχρέωση του γονιού και χαλάλι, η μέλλουσα νύφη έξι μηνών έγκυος.

altΑυτός στα εβδομήντα δύο του και η Αλεξάνδρα στα εξήντα οχτώ της δούλευαν ακόμη για να βαστούν όρθιους τους δύο φούρνους, απόδειξη πως ο μόχθος του ζεύγους έπιασε τόπο και ο βίος τους μες στα άλευρα, τις βανιλίνες και τα μπέικιν πάουντερ δεν πήγε χαράμι, τα κουλούρια τσοντάριζαν γενναία στα έξοδα των τέκνων.

Ο Βαρδής Λιόδης είχε κερδίσει τα εύσημα του πατέρα του, ο γέρος είχε προλάβει να χαρεί τον δίχως καν ταμπέλα μικρό φούρνο του, το 1978 να μεγαλώνει και μια δεκαετία αργότερα να αποκτά δίδυμο κατάστημα, όχι πια μόνο για φραντζόλες και παξιμάδια. Στα ράφια, στις βιτρίνες, στα ψυγεία και στα πανέρια φιγουράριζαν τριάντα εφτά ειδών αρτοσκευάσματα και έξω, ψηλά στις τζαμαρίες κάθε εισόδου, οι κόκκινες γιορτινές επιγραφές προς τιμήν του, Αρτοποιείον - Λεωνίδας Λιόδης και Υιός - από το 1954.

Για τον εργατικό Βαρδή η πιο αφράτη και γλυκιά μπουκιά ήταν η κυριακάτικη απόδρασή του στα βουνά, να φουρνίζουν οι υπάλληλοι τα ταψιά της γειτονιάς κι αυτός, αδειούχος της σχόλης, να γεύεται την καλοφάγωτη και χορταστική φύση. Την είχε αγαπήσει κυνηγώντας μπεκάτσες και τρυγόνια, από τα δεκαπέντε ως τα δεκαοχτώ του, βενιαμίν μιας βαρβάτης παρέας κυνηγών. Ούτε πετύχαινε ούτε ήθελε να πετύχει, ούτε να φάει τα πουλιά, ξέκοψε.

Τη σημερινή μέρα από χρόνια τη φανταζόταν σερβιρισμένη στα παλάτια των Λευκών Ορέων και τη ζύμωνε σαν ένα πλήρες αχνιστό μενού, να έχει τη μαγεριά της αδερφοσύνης, τη νοστιμιά του ξεφαντώματος, τη σαλτσούλα των αναμνήσεων. Για κείνον ήταν συνάμα η εκπλήρωση του όρκου των εφτά και η πραγματοποίηση ενός ονείρου, και ακριβώς επειδή λαχταρούσε τα όνειρα, ως μια ονειρεμένη εμπειρία όφειλε να την κεράσει στους έξι.

Να περάσομε μαζί ένα φαράγγι, αυτό είχαν συμφωνήσει Βαρδής, Γεράσιμος, Ευδοκία, Ινώ, Ελισαίος, Θεώνη και  Αργύρης το 1997, στο τραπέζι μετά την κηδεία του πατέρα τους, παρουσία της μάνας τους, ολόγυρα στο λευκό λινό τραπεζομάντηλο της Αλεξάνδρας, που κάθε φορά μετά από Άγιο Λουκά και κόλλυβα τους άνοιγε την όρεξη για μεγάλα λόγια.

Η επιλογή του τόπου και όλα τα σχετικά ευθύνη του Βαρδή, εν καιρώ, δεν βιάζονταν, θα ήταν ωραίο να ανταλλάσσουν γνώμες, να το περιμένουν, θα μεγάλωνε η σημασία της περιπέτειας.

Τα Δώματα Κλάδου, δώδεκα ώρες πορεία ως την έξοδο του φαραγγιού κι άλλες τρεις ως την Αγιά Ρουμέλη ήταν άσκηση για λοκατζήδες ή ορειβάτες με πατέντα και αποκλείστηκαν ως όνειρο απατηλό και άπιαστο.

Ο Βαρδής Λιόδης ευγνωμονούσε τα βουνά, τα βάραθρα, τις σπηλιές, τους γκρεμούς και τους χαλασέδες τους, γιατί τον είχαν υποδεχτεί και αποδεχτεί ως περιπλανώμενο πιστό στους αχανείς βραχόκηπους της αυτοκρατορίας τους, τον είχαν φιλέψει με τον δροσερό αγέρα τους, τον είχαν δασκαλέψει για πολλών λογιών κακοτοπιές της ζωής και κυρίως του είχαν κόψει τον τουπέ του παλληκαρά και την περικεφαλαία του καπετάνιου που πολύ γουστάριζε  στα πρώτα νιάτα του, στα δεκαπέντε του είχε δείρει τη μισή τάξη.

Ομοίως η Ελιγιά, που απαιτούσε πέντε ώρες βάδην και κατά τόπους κάθοδο με σχοινιά.

Η βασίλισσα Σαμαριά, ο Φάραγγας, ήταν η πρώτη βατή και λογική φιλοδοξία, μα καθώς τα χρόνια περνούσαν τα δεκαέξι χιλιόμετρα έμοιαζαν πολλά κι εξάλλου τα στίφη των τουριστών στον διάσημο δρυμό δεν θα τους άφηναν στην ησυχία τους, θα τους στερούσαν την αίσθηση ότι ξεμοναχιάζονται και ξαναβαφτίζονται στην κολυμβήθρα της οικογένειας.

Μετά τη Σαμαριά, τι; Ο ακαταπόνητος Βαρδής πήγαινε μόνος για κατόπτευση, τσεκάριζε τις δυσκολίες, σημείωνε τις ομορφιές, χρονομετρούσε, το πέρασμα της Αράδαινας τρεις ώρες, του Καβή δύο μέσα συν τέσσερις ως την παραλία του Ήλιγγα, το κατάφυτο του Βαρθολομά τέσσερις ώρες, το αριστουργηματάκι της Ίμβρου με τις ωραίες πόρτες στην είσοδο και στην έξοδο δυόμισι ώρες, το Σφακοφάραγγο του Καλλικράτη, που βγαίνει στη Σκαλωτή, δυο ώρες.

Ενθουσιασμένος με όλα τηλεφωνούσε σε όλους να τους τα περιγράψει, να τους παρακινήσει, να ορίσουν επιτέλους το πού και πότε και να νιώσει πως μάλλον τον είχαν σκυλοβαρεθεί κι αυτόν και τις προτάσεις του για ψηφοφορία, αποφασίστε οι έξι, εγώ είμαι μέσα σε όλα.

Τέσσερις φορές κοντέψανε να τα βρουν, μα η συνάντηση τελικά ματαιώθηκε, μια αποβολή της νύφης της Ινώς, μια γαστρορραγία του Αργύρη, μια διάρρηξη στο σπίτι του Ελισαίου, μια απεργία της Ολυμπιακής.

Με τον καιρό πίστευε πως τα αδέρφια του δεν θα αντιστέκονταν μόνον εάν τους πρότεινε, ας περάσουμε έστω με τα αυτοκίνητα ή με το παρδαλό τουριστικό τρενάκι το φαράγγι του Θερίσσου, δίπλα στα Χανιά, δεκατέσσερα χιλιόμετρα άσφαλτος που τερματίζει σε ταβέρνες για μάσες και αραλίκι ανάμεσα σε προτομές.

Είχαν όλοι τους πάει και ξαναπάει.

Όμως αυτό δεν θα ήταν τιμή στη μνήμη του πατέρα τους, που ακόμη και πεθαμένο ο Βαρδής ήθελε να τον καλοπιάνει.

Και ποιος θα έκανε ζάφτι τα εγγόνια, που δεν έχαναν ευκαιρία για καζούρα; Άνοιξη του 2007, στα εγκαίνια του ανακαινισμένου καταφύγιου στο Βόλικα, πήρε μαζί του τα άνω των δέκα χρονώ και ο δωδεκάχρονος τότε Βαρδής του Λεωνίδα, κόπια του και σε όνομα και σε πατρώνυμο και στα πεταχτά αφτιά, του είπε, παππού, τραβολογάς εμάς γιατί δεν πιάνουν οι διαταγές σου στους μεγάλους.

Ο Βαρδής Λιόδης ευγνωμονούσε τα βουνά, τα βάραθρα, τις σπηλιές, τους γκρεμούς και τους χαλασέδες τους, γιατί τον είχαν υποδεχτεί και αποδεχτεί ως περιπλανώμενο πιστό στους αχανείς βραχόκηπους της αυτοκρατορίας τους, τον είχαν φιλέψει με τον δροσερό αγέρα τους, τον είχαν δασκαλέψει για πολλών λογιών κακοτοπιές της ζωής και κυρίως του είχαν κόψει τον τουπέ του παλληκαρά και την περικεφαλαία του καπετάνιου που πολύ γουστάριζε  στα πρώτα νιάτα του, στα δεκαπέντε του είχε δείρει τη μισή τάξη.

Κοντά τους είχε βγάλει το πανεπιστήμιο, έστω Τ.Ε.Ι., της σύνεσης, της ταπεινοφροσύνης και του έρωτα για τον τόπο του.

Ευγνωμονούσε φυσικά και τη σύζυγο. Από εικοσάρης, στρατιώτης στο χακί, παραδόθηκε στην Αλεξάνδρα και έκτοτε υπό τη χρηστή διοίκησή της, οι προστριβές τους ασήμαντες, δεν άξιζαν να τις μνημονεύει, της όφειλε τόσα και τόσα και οπωσδήποτε και τις συχνές κυριακάτικες άδειες να βγαίνει ραντεβού με τις ανταγωνίστριές της βουνοκορφές, κουμαριές, ακονιζιές και αστοιβίδες.

Έπιασε το κινητό για μερικά σύντομα τηλεφωνήματα.

Γεράσιμος, Ελισαίος και Αργύρης, οι τρεις στο αμάξι του Ιταλού. Ινώ, στο αμάξι του γιου της. Οι υπόλοιποι τρεις της εφτάδας, Ευδοκία, Θεώνη και αυτός, παρόντες στο αμάξι της Αλεξάνδρας. Στα τρία αμάξια της αποστολής προστέθηκαν άλλα δύο, των γιων του, είχαν μόλις ξυπνήσει, θα τους έφταναν στο δρόμο, σωστή αυτοκινητοπομπή για το σημείο εκκίνησης της πεζοπορίας. Ποιο σημείο;

Τελικά ήρθε ο χρόνος και έλυσε μοναχός του τη σπαζοκεφαλιά, απλοποιώντας τα πράγματα και υποδεικνύοντας μία τριπλά σοφή λύση. Ασφεντιανό, πρώτον ό,τι πιο κατάλληλο για την παλιοσειρά τους, δεύτερον μια τιμή στα χώματα καταγωγής της μάνας τους και τρίτον, κατάληξη με επίσκεψη στον Κούτελο, να δουν αναστημένο το γκρεμίδι, έπρεπε να γίνει και αυτό, να λήξει με το καλό και οριστικά το θέμα.

Όλα στο μυαλό του σήμερα, μαζί και η ευχή να λάβουν τα αδέρφια του τη μεταλαβιά των Λευκών Ορέων, εν μέσω του πολεμικού σκηνικού των απόκρημνων βράχων να νιώσουν ένα ειρήνη ημίν.

Γι’ αυτό και έκανε το σταυρό του καθώς το αμάξι προσπερνούσε τη Μονή Χρυσοπηγής.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ειρήνης Ευφραιμίδη «Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» το οποίο κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Αυτό τελειώνει εδώ. Άλλο δεν θα πάρεις από μας». Το υποσχέ...

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού «Η φωνή στα χέρια της» το οποίο κυκλοφορεί στις 17 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ίκαρος. Στο τέλος της ανάρτησης η playlist του βιβλίου, από την Ντορίνα Παπαλιού.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο που παίχτηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του EuroPride 2024.

Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας

Τον Σεπτέμβριο του 2013 ο σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Αντώνης Μποσκοΐτης πήγε...

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

Σκέψεις για την Κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture) και την πατριαρχία στη λογοτεχνία, με αφορμή την έντονη συζήτηση για τον σεξισμό στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση. 

...

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Σκέψεις με αφορμή την έντονη συζήτηση που προκάλεσαν πρόσφατα οι νέες αναγνώσεις δύο πολυδιαβασμένων βιβλίων της νεοελληνικής πεζογραφίας, ενός παλιότερου, της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Μ. Καραγάτση, κι ενός νεότερου, της «Γραμμής του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου. Και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αλέξις Ραβέλο [Alexis Ravelo] «Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

...
«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ανί Ενρό [Annie Ernaux] «Η άλλη κόρη» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η σειρά των δύο αφηγήσεων, η δική μου και η δ...

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

10 βιβλία + 1 διήγημα τα οποία διερευνούν την παρουσία του κουίρ στην ελληνική πεζογραφία.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Ανεξάρτητα από το πόσο απαγορευμένο θέμα αποτελούσε, από το πόσο θα σκανδάλιζε τους αναγνώστες, από το πόσοι εκδότες θα αρνούνταν να το...

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων (20 Ιουνίου) επιλέγουμε έξι βιβλία που εξετάζουν το προσφυγικό ζήτημα με νηφάλιο και ουσιαστικό τρόπο.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

«Αν κάνω ένα βήμα θα βρεθώ αλλού» λέει ένας ήρωας της ...

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ