alt

Προδημοσίευση από το νέο μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα Ο θησαυρός του χρόνου, που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρώτη έξοδος. Η ζωή με τη Λιλή

Δεν ξέρω αν αυτό το κουδούνι που χτυπά μες στ' αυτί μου είναι ξυπνητήρι –το ίδιο παλιό ξυπνητήρι όταν δούλευα στα Γραφεία– ή αν είναι το κουδούνι της εξώπορτας και μου φέρνουν μια λαχταριστή πίτσα. Δεν ξέρω αν είναι βράδυ ή πρωί, παρόν ή παρελθόν. Καθώς σηκώνομαι με κόπο, δεν ξέρω ποιον θ' αντικρίσω. Τον Πισπιρίγκο συνωμότη στην παραχάραξη της ώρας προσέλευσης στο βιβλίο παρουσιών, έτοιμο να μου πει κάποιο ανέκδοτο τελευταίας εσοδείας; Ή τον Καμικάζι με το τριγωνικό του πρόσωπο και την μπλούζα του με το κόκκινο αστέρι, κάτι ανάμεσα σε λογότυπο της πιτσαρίας και σήμα κάποιας επαναστατικής σέχτας; Ή μήπως είναι η Λιλή, που περιμένει να την πάω σινεμά φορώντας την ολοκαίνουργια γαλαζοπράσινη μουσελίνα της κι εγώ έχω αργήσει; Γυρνώ και στριφογυρνώ στα τσαλακωμένα σεντόνια, παλιέ συνάδελφε και αδελφέ μου, χωρίς να ξέρω ούτε πού βρίσκομαι ούτε γιατί τα γράφω όλ' αυτά.

Μου φαίνεται πως είναι ακόμα εχθές που μόλις συμφωνήσαμε με τη Λιλή να πάμε σινεμά. Είναι το πρώτο μας ραντεβού εκτός γραφείου –όλες τις άλλες φορές τη συνόδευα με το ταξί ως ένα σημείο φεύγοντας από τα Γραφεία– και είναι φυσικό να έχω τρακ. Δεν ξέρω τι να φορέσω, το άσπρο πουκάμισο ή το ροζ μακρυμάνικο με γυρισμένα τα μανίκια ή κάποιο μπλουζάκι ανοιξιάτικο με ριχτό στους ώμους ένα πουλόβερ ή μήπως ένα ελαφρύ μονόπετο σακάκι; Μήπως είμαι πολύ σπορ ή μήπως επίσημος κάπως; Το ραντεβού μας είναι στην Αχαρνών έξω από ένα σινεμά που έπαψε στο μεταξύ να υπάρχει, όπως πολλά σημεία αναφοράς έχουν χαθεί από την πόλη.

Κατά το απαίσιο συνήθιο μου έχω πάλι αργήσει κι εκείνη κόβει βόλτες πάνω κάτω, με τη μουσελίνα της να ανεμίζει σαν πανί φρεγάτας. Της ζητώ συγγνώμη κι εκείνη με ανταμείβει με το ίδιο γλυκό χαμόγελο που καμιά φορά μού στέλνει την ώρα της δουλειάς. Ίσως μόνο να περιέχει μια μικρή δόση μομφής, σαν να μου λέει: «Δεν είναι εδώ γραφείο για ν' αργείς».
«Καλύτερα να μην πάμε σινεμά», της λέω. «Τι θα 'λεγες να καθίσουμε κάπου και να κουβεντιάσουμε;»
Άλλο που δεν θέλει.

Κουβεντιάζουμε μέσα στην ευεργετική ησυχία, ενώ συγχρόνως παρατηρούμε την παρέλαση των περαστικών, κάτι που ποτέ δεν με κουράζει, πλάθοντας υποθετικά σενάρια και αποδίδοντας στα άγνωστα πρόσωπα ιδιότητες που τα ίδια ούτε τις φαντάζονται.

Ο καιρός είναι αρκετά ζεστός παρ' όλες τις κάποιες ριπές, ανοιξιάτικες όμως κι αυτές. Καθόμαστε στην κοντινότερη πλατεία, προφυλαγμένοι κάτω από μια ριγέ τέντα ζαχαροπλαστείου. Αυτά τα παλιά ζαχαροπλαστεία με τις βιτρίνες τους γεμάτες λαγουδάκια, κόκκινα αυγά που έχουν ξεμείνει από το Πάσχα και πάστες λαχταριστές. Πάστες που είχαν πότε το όνομα της Ροζίτας Σεράνο, μιας ξένης τραγουδίστριας της μόδας, κι άλλοτε το όνομα μιας πόλης του βορρά –Κοπεγχάγη–, μέρος όπου ποτέ δεν θα βρει κανείς τέτοια πάστα. Το κατάστημα, βέβαια, δεν έχει μουσική, πράγμα αδιανόητο σήμερα, όπου ακόμα και τα τυροπιτάδικα διαθέτουν ηχογραφημένο θόρυβο από λαϊκά, αρχοντορεμπέτικα και ροκάδικα της συμφοράς, φύρδην μίγδην όλα. Κουβεντιάζουμε μέσα στην ευεργετική ησυχία, ενώ συγχρόνως παρατηρούμε την παρέλαση των περαστικών, κάτι που ποτέ δεν με κουράζει, πλάθοντας υποθετικά σενάρια και αποδίδοντας στα άγνωστα πρόσωπα ιδιότητες που τα ίδια ούτε τις φαντάζονται. Κάτι που στη συνέχεια των συναντήσεών μας κουράζει τη Λιλή, που δεν έχει το ίδιο μυθιστορηματικό ενδιαφέρον όπως εγώ. Μα και τότε ακόμα η Λιλή με ακολουθεί πειθήνια. Είναι άνοιξη, είναι τα πρώτα μας βήματα στη ζωή μαζί, κι έχει όλη τη διάθεση να μάθει για μένα, όπως κι εγώ για κείνη.
«Άκουσα πως γράφεις», την ακούω να μου λέει, «και πως παίζεις πιάνο, είναι αλήθεια;»
«Μισή αλήθεια, Λιλή. Δεν ξέρω σε ποιο απ' τα δύο είμαι καλύτερος, κι αν είμαι καλός σε ένα απ' αυτά».
Χαμόγελο.
«Θα το καταλάβεις μόνος σου. Θα φανεί. Εγώ από πιάνο δεν ξέρω πολλά, αλλά βιβλία διαβάζω».
Μου αποκαλύπτει ότι διαβάζει Παπαδιαμάντη και Μυριβήλη αλλά και Ντοστογιέφσκι και Τσέχωφ.
Μιλήσαμε για τις οικογένειές μας. Ο πατέρας μου στέλεχος κάποιας οικονομικής υπηρεσίας σε υπουργείο, η μητέρα μου νοικοκυρά.
«Ζείτε μαζί;» με ρωτά. «Πότε ναι και πότε όχι».
«Δηλαδή;»
«Όταν είμαστε μαλωμένοι, μένω σ' έναν θείο μου». «Παράξενο. Εγώ ζω τόσο καλά με τους δικούς μου!
Ο πατέρας μου έμπορος, όπου να 'ναι, παίρνει σύνταξη, η μητέρα μου νοικοκυρά. Χρυσός άνθρωπος. Έχω και δυο αδελφές, τη Νίνα και τη Δόμνα, η μία σπούδασε αρχιτέκτων, η άλλη Διακοσμητική. Έχω και πολλά ξαδέλφια. Με όλους πολύ αγαπημένοι».
Νίνα και Δόμνα: άκουγα για πρώτη φορά τα ονόματά τους. Έμελλε να γίνω αδελφός τους κι εγώ.
«Πώς έτυχε να έρθεις στα Γραφεία;» τη ρωτώ.
«Δουλεύω από τα είκοσι. Σε συμβολαιογραφεία. Δουλειά πολύ κουραστική, έπειτα σε ασφαλιστικές εταιρείες, όπου εκεί τα καταφέρνω καλύτερα. Η επιθυμία μου ήταν να γίνω αεροσυνοδός ή δασκάλα, λατρεύω τα παιδιά, μα ο πατέρας μου με απέτρεψε κι απ' τα δυο. Στα Γραφεία με έστειλε από την τελευταία μου δουλειά ένας προϊστάμενος».
«Κι εμένα ο πατέρας μου μου απαγόρευσε να βγω στο θέατρο ή να κάνω μια δουλειά που να έχει σχέση με τη μουσική, εφόσον από μικρός έπαιρνα μαθήματα πιάνου. "Θα πεθάνεις στην ψάθα", συνήθιζε να μου λέει. Έκτοτε οι ψάθες που έχουν οι είσοδοι σ' ένα σπίτι ή σε μια κάμαρη φαντάζουν στα μάτια μου μικρά φέρετρα».
Εδώ η Λιλή γελά.
«Αργότερα», συνέχισα, «τα πράγματα χόντρυναν, οι απόψεις μας για τη ζωή, την τέχνη, την πολιτική ήσαν εκ διαμέτρου αντίθετες. Δέχτηκα να προσληφθώ σε αυτή τη δουλειά μόνο και μόνο για να πάψει να γκρινιάζει και, βέβαια, να 'χω κι ένα χαρτζιλίκι κι εγώ».
«Κατάλαβα. Πάντως, σ' εμάς δεν μοιάζεις και πολύ ευτυχής. Αλήθεια όμως, δεν μου είπες, με τη μουσική τι θα έκανες;»
«Θα πήγαινα να σπουδάσω κανονικά σε ωδείο. Θα γινόμουν πιανίστας, διευθυντής ορχήστρας, συνθέτης, οτιδήποτε».
«Και τα γραψίματά σου;»
«Γι' αυτά δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σπουδή και δίπλωμα. Κανένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να σε μάθει να γράφεις».
«Κάτι χρειάζεται όμως – τι;» είχε ρωτήσει αθώα όσο και σοφά η Λιλή.
«Χρειάζεται να διαβάζεις βιβλία και τους ανθρώπους. Να ζεις παρατηρώντας με τα μάτια της φαντασίας, προπαντός να ζεις εντατικά. Να έχεις καθαρή ψυχή».
Με κοίταξε στα μάτια.
«Και οι δικοί σου τι λένε γι' αυτά;»
«Αυτοί κι ας διαβάζουν, όμως μισούν τα γραψίματα.
"Μόνο αν γινόσουν ένας Ξενόπουλος ή ένας Μυριβήλης", μου είπε ο πατέρας μου, "μα εσύ δεν μπορείς να τους μοιάσεις. Είσαι φυγόπονος"».
«Αλήθεια, έτσι σε είπε; Φυγόπονο! Εσύ τι λες γι' αυτό;»
«Εγώ το μόνο που θέλω είναι να φύγω. Όσο για το δεύτερο συνθετικό, τον πόνο, τον αισθάνομαι αδελφό. Αυτόν που δεν έχω».
«Καημένο παιδί», και μου έπιασε το χέρι. Η παλάμη της έκαιγε. Λες και η λέξη «πόνος» να της είχε ξυπνήσει μέσα της μια κρυφή πληγή, κάτι σαν προαίσθηση.

Πόσο διαφορετικό είναι το άγγιγμα του γυναικείου χεριού! Τα αντρικά χέρια είναι μόνο για χειραψίες, για γροθιές και για χαστούκια. Ακόμα κι όταν κάνεις έρωτα μ' έναν αρσενικό, είναι σαν να παλεύεις. Ενώ το γυναικείο χέρι είναι σκέτο βάλσαμο. Το μόνο αξιόπιστο για χάδια.
Το μόνο πάντως για το οποίο δεν μιλήσαμε με τη Λιλή εκείνη την πρώτη μέρα εξόδου μακριά από τα Γραφεία ήταν τα ερωτικά μας. Σαν να ήταν κάτι άβολο και άβατο, κάτι για το οποίο δεν έπρεπε, τουλάχιστον ακόμα, να γίνει λόγος. Όμως, επειδή η Λιλή είναι έξυπνη, θέλω να πω βαθιά και ουσιαστικά έξυπνη, κι επειδή είναι οπλισμένη με ένστικτο, είμαι σίγουρος πως από τότε κάτι καταλάβαινε για μένα και ψυχανεμιζόταν.
Ψυχανεμίζομαι, να μια λέξη ξεχασμένη στο σημερινό λεξιλόγιο, μα που τότε, τα χρόνια εκείνα, την έλεγαν ακόμα, την πρόφεραν με στοργή, είτε οι καλλιεργημένοι είτε ο απλός λαός. Σήμερα όσοι τύχει να την πούμε την προφέρουμε με μια κρυφή ενοχή, χωρίς απόλαυση.
Στα χρόνια εκείνα η απόλαυση –μιας και ειπώθηκε κι αυτή η λέξη– δεν είχε να κάνει με το σημερινό «περνάμε καλά», «το ευχαριστιόμαστε», και τα παρόμοια. Τότε είχε ένα ειδικό βάρος, είτε επρόκειτο για ένα βιβλίο, μια μουσική είτε για την απόλαυση που δίνει μια συντροφιά ερωτική ή φιλική. Οι λέξεις τότε είχαν ένα ειδικό βάθος και βάρος, όχι ότι μιλούσαμε για φιλοσοφία, αλλά εξαιτίας του ότι η ίδια η ζωή ήταν μια φιλοσοφία από μόνη της. Ο πόλεμος, οι στερήσεις και ό,τι αδελφοκτόνο επακολούθησε μας είχαν σφυρηλατήσει στο αμόνι τους. Νομίζω ότι αυτό που διέφθειρε τον σημερινό κόσμο, κι ας ακούγεται κοινότοπο, είναι η τυφλή πίστη στο χρήμα, η εύκολη προσέγγιση των αγαθών, η επιδερμική άποψη περί ευδαιμονίας.
Μπορεί και άλλα, για τα οποία δεν έχω άποψη. Όπως ακόμα και η σεξουαλική απελευθέρωση οδήγησε την ερωτική απόλαυση –πάλι η ίδια λέξη– σε μια μηχανιστική, αν όχι και προσβλητική, εικόνα του ανθρώπινου σώματος.

alt«Έτσι δεν είναι;» ρωτούσα τη Λιλή αργότερα. «Συμφωνείς;»
Χωρίς να μπαίνουμε σε βαθυστόχαστες συζητήσεις, αυτά τα κάπως αυτονόητα, μα που απαιτούσαν λεπτούς χειρισμούς, τα συζητούσα μαζί της χωρίς φιοριτούρες και πολλές επεξηγήσεις. Με κάποιον σεβασμό. Σιγά σιγά μια πρόταση, μια λέξη, ένας υπαινιγμός αρκούσε. Ακόμα και σήμερα, από την αρρώστια της και μετά, αυτές οι συζητήσεις γίνονται περισσότερο με τα μάτια. Τα πράσινα μάτια που με την ομορφιά τους θα μπορούσαν ν' αρκούνται σ' ένα καθρέφτισμα, έναν στείρο ναρκισσισμό, ενώ είναι μάτια στο βάθος σοβαρά, καμιά φορά και αυστηρά. Μάτια που ζυγίζουν τον κόσμο ακριβοδίκαια. Σπάνια υπάρχει μια τάση προκατάληψης. Μάτια που σήμερα είναι κουρασμένα. Τα βλέφαρα βαραίνουν. Όμως υπάρχει μια γενναιότης. Θα μπορούσε να είχε γλιστρήσει στην αρρώστια της ηδονικά και να μην έλεγε να βγει απ' αυτήν. Ο πόνος είναι ύπουλος σύντροφος. Λειτουργεί σαν ναρκωτικό. Άρχοντας είν' ο πόνος που ντύθηκε φτωχός, όπως άκουσα κάποτε να λέγεται. Μα εκείνη αντιδρά, γελάει, σαρκάζει, μιλά για την αρρώστια της σαν να είναι μια απλή γρίπη.
Ό,τι κι αν μεσολάβησε όλα αυτά τα χρόνια, η πρώτη έξοδος με τη Λιλή μένει στη μνήμη μου ανεξίτηλα. Η ίδια η σχέση που αναπτύξαμε μοιάζει με εξιλέωση ή γιατρικό για όλα εκείνα τα χρόνια στα Γραφεία. Τα χρόνια στα οποία, εγώ τουλάχιστον, δάνεισα τη νιότη μου ασυλλόγιστα.
«Ευτυχώς που έμεινε και κάτι καλό απ' όλα αυτά τα χρόνια», της λέω καμιά φορά, «κι αυτό είναι που σε γνώρισα».
«Δεν είμαι μόνο εγώ», μου είπε πρόσφατα η Λιλή, «είναι και όλος ο κόσμος της εργασίας με τον οποίο ήρθες σε επαφή, κι ας μην είχες εσύ την ίδια οικονομική ανάγκη να δουλεύεις όπως αυτοί. Το γεγονός ότι έζησες σε ίση μοίρα μαζί τους, και πέρασες από την ίδια σκλαβιά, αυτό σε γλίτωσε από κάποια από τα ελαττώματά σου».
«Σαν ποια δηλαδή;» τη ρωτώ.
«Την υπεροψία της τάξης σου, την καλοπέραση, την άγνοια του κοινωνικού περίγυρου. Το πιστεύεις ότι, αν και δυο χρόνια μικρότερή σου, θυμάμαι από την Κατοχή πολύ περισσότερα από εσένα;»
Το είχαμε και άλλοτε συζητήσει και το είχα παραδεχτεί.
«Άλλα ελαττώματα;» τη ρωτώ παίζοντας με τη φωτιά.
«Αυτά δεν μπορεί να σ' τα βγάλει κανείς. Δεν είναι ελαττώματα, να πεις, είναι σύμφυτα με τον χαρακτήρα σου και που στις καλύτερες των περιπτώσεων τα έχεις γυρίσει σε προτερήματα. Τα έχεις κάνει δημιουργικά. Άλλο αν εσύ υπερβάλλεις καμιά φορά και το παραξηλώνεις, και μάλιστα όσο είμαστε μαζί».
Ήταν αλήθεια.
«Όμως δεν σου είπα ποτέ ψέματα», της θυμίζω.
«Σε αυτό το συγκεκριμένο, όχι», μου λέει και το βλέμμα της τριγυρίζει στο δωμάτιο ερευνητικά, «αλλά για όσους γνώρισες και έκανες παρέα μου είπες πολλά ψέματα, με αποκοίμισες. Τελικά, δεν ξέρω τι ρόλο έπαιξα στη ζωή σου».

Καμιά φορά μ' αρέσει να ζω σαν να είμαι ακόμα νέος ή σαν εργένης, να αυταπατώμαι ότι στο πρόσωπο κάποιου νεαρού θα βρω ένα κομμάτι που μου λείπει. Κάτι από νιάτα, ομορφιά, συνωμοσία με το ίδιο φύλο.

Προφανώς αναφέρεται στην υπόθεση με τον Νουάρ. Θα φτάσω κι εκεί. Δεν είναι η προτεραιότητά μου. Ξέρει και πολύ καλά τι ρόλο έπαιξε. Απλώς, ανησυχεί, αμύνεται όπως κάθε γυναίκα που υπερασπίζει το φύλο της. Της αρέσει, ακόμα, ν' ανασκαλεύει γεγονότα –δεν ξεχνά ποτέ–, να προκαλεί συζητήσεις. Νομίζει ότι αναμοχλεύοντας τα παλιά θα με φέρει πιο κοντά σ' εκείνη. Μα είμαι κοντά της. Ποτέ δεν έφυγα. Απλώς, καμιά φορά μ' αρέσει να ζω σαν να είμαι ακόμα νέος ή σαν εργένης, να αυταπατώμαι ότι στο πρόσωπο κάποιου νεαρού θα βρω ένα κομμάτι που μου λείπει. Κάτι από νιάτα, ομορφιά, συνωμοσία με το ίδιο φύλο. Κάτι που στο κάτω κάτω της γραφής δεν μ' αρέσει να το αναλύω. Δεν αναλύει κανείς ό,τι ζει. Αυτό μπορεί και να σε καταστρέψει.
Ακόμα θυμάμαι τους καβγάδες μας. Κι ας ήταν οδυνηροί και για τους δυο μας, κι ας ξοδεύαμε έτσι εύκολα τα νεύρα και τις ανασφάλειές μας, οι καβγάδες εκείνοι είχαν μια ορμή, ένα νεύρο, αλίμονο και μια νεανικότητα. Ξύναμε τα νύχια μας σαν ζωάκια της ζούγκλας. Ίσως και να καμαρώναμε γι' αυτό. Ποιος ξέρει, ίσως έτσι να ξορκίζαμε, με κάποιο κόστος εννοείται, τον ήρεμο βάλτο της τρίτης ηλικίας. Την κοιτάζω έτσι ξαπλωμένη κι ανυπεράσπιστη, με τις ρυτίδες της στο μέτωπο, που τις είχε από πολύ νέα και της δίνανε έναν τύπο, να έχουνε, αλίμονο, βαθύνει ακόμα περισσότερο.
«Κοιμήσου», λέω της Λιλής. «Τα φάρμακά σου τα πήρες;»
Με κοιτάζει ειρωνικά.
«Δεν έχω ανάγκη από κηδεμόνα. Ξέρω πότε πρέπει να τα πάρω».
Με τόσα χάπια και ποιος στη θέση της δεν θα τα μπέρδευε;
«Μπορείς να βγεις», μου λέει, «δεν σε έχω ανάγκη. Θα κοιμηθώ».
Ξέρει ότι τα βράδια δύσκολα μένω μέσα.
«Και μην αργήσεις πολύ».
Στο βάθος ανησυχεί. Και έχει δίκιο. Οι γυναίκες έχουν πάντα δίκιο. Αυτή η ιδέα είναι που τρελαίνει τους άντρες. Τους κάνει έξαλλους, τσαλακώνει τον ανδρισμό τους. Κι όσο γερνούν, τόσο δεν μπορούν να το παραδεχτούν. Πολλά από όσα έμαθα τα οφείλω σ' εκείνη. Μου δίδαξε τη ζωή σαν δεύτερη μητέρα. Αδύναμοι άντρες, κι ας ερωτοτροπούμε με άλλους άντρες, στο βάθος έχουμε ανάγκη τη γυναικεία παρουσία και προστασία. Το ξέρω πια τόσο καλά. Το τι οφείλω σ' εκείνη και το τι χρωστώ στις νυχτερινές περιπολίες, νόμιμες και μη. Θα μπορούσα να γράψω διατριβή. Όχι βεβαίως σαν μία από τις εκατομμυριοστές διατριβές που τα σοφά ιδρύματα έχουν εθίσει σε αυτές τους σπουδαστές τους. Τι θα έκαναν όλοι αυτοί αν εμείς, εγώ και οι όμοιοί μου, δεν είχαμε την τρέλα να γράφουμε ιστορίες; Σε ρωτώ, παλιέ συνάδελφε και αδελφέ μου. Ίσως, αν ήμουν καλύτερος στη μουσική, να έγραφα σονάτες ή συμφωνίες. Μήπως όμως μια καλή ιστορία δεν είναι σαν μια ωραία σονάτα!

Καημένο μου παλιό Bösendorfer. Έχω καιρό ν' ανοίξω το καπάκι σου, σαν το καπάκι ενός μπαούλου που κρύβει μέσα του έναν θησαυρό, και να χαϊδέψω τα άσπρα και τα μαύρα σου πλήκτρα, τα λα, τα μι μπεμόλ, τα ντο μινόρε σου. Να κάνω τις νότες να ηχήσουν σαν σάλπιγγες ή σαν κρουστά, να κελαρύσουν, να ψιθυρίσουν, να κλάψουν. Μου έχει μείνει ο καημός. Όμως πάντα μένει ένας καημός στη ζωή. Κι ας ακούγεται λίγο μελό. Και τι πειράζει! «Eri tu» –«ήσουν εσύ»–, που τραγουδούσε, ποιος ξέρει γιατί, κι ο κύριος Αναγνωστόπουλος ή Αναγνώστου.

Κι όλο γυρίζω και στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου. Κι αυτό το διαρκές κουδούνισμα στ' αυτιά μου, είτε είναι ξυπνητήρι είτε το κουδούνι της εξώπορτας, είτε η σειρήνα ενός ασθενοφόρου, στο βάθος είναι ένας συναγερμός που με κρατάει σε εγρήγορση.
Ευτυχώς, ακόμα δεν λησμόνησα την κραυγή των γλάρων, το φούσκωμα του βαθιού πελάγους, το κέρδος και τη ζημιά. Τα στάδια των γηρατειών και της νιότης. Ας όψεται ο Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος, που ήταν κάποτε όμορφος κι αψηλός σαν εσένα, παλιέ συνάδελφε και αδελφέ μου.

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ειρήνης Ευφραιμίδη «Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» το οποίο κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Αυτό τελειώνει εδώ. Άλλο δεν θα πάρεις από μας». Το υποσχέ...

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού «Η φωνή στα χέρια της» το οποίο κυκλοφορεί στις 17 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ίκαρος. Στο τέλος της ανάρτησης η playlist του βιβλίου, από την Ντορίνα Παπαλιού.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο που παίχτηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του EuroPride 2024.

Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας

Τον Σεπτέμβριο του 2013 ο σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Αντώνης Μποσκοΐτης πήγε...

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

Σκέψεις για την Κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture) και την πατριαρχία στη λογοτεχνία, με αφορμή την έντονη συζήτηση για τον σεξισμό στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση. 

...

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Σκέψεις με αφορμή την έντονη συζήτηση που προκάλεσαν πρόσφατα οι νέες αναγνώσεις δύο πολυδιαβασμένων βιβλίων της νεοελληνικής πεζογραφίας, ενός παλιότερου, της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Μ. Καραγάτση, κι ενός νεότερου, της «Γραμμής του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου. Και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αλέξις Ραβέλο [Alexis Ravelo] «Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

...
«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ανί Ενρό [Annie Ernaux] «Η άλλη κόρη» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η σειρά των δύο αφηγήσεων, η δική μου και η δ...

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

10 βιβλία + 1 διήγημα τα οποία διερευνούν την παρουσία του κουίρ στην ελληνική πεζογραφία.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Ανεξάρτητα από το πόσο απαγορευμένο θέμα αποτελούσε, από το πόσο θα σκανδάλιζε τους αναγνώστες, από το πόσοι εκδότες θα αρνούνταν να το...

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων (20 Ιουνίου) επιλέγουμε έξι βιβλία που εξετάζουν το προσφυγικό ζήτημα με νηφάλιο και ουσιαστικό τρόπο.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

«Αν κάνω ένα βήμα θα βρεθώ αλλού» λέει ένας ήρωας της ...

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ