michael-jackson360

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη, Η ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον, που θα κυκλοφορήσει εντός των προσεχών ημερών από τις εκδόσεις Κέδρος.

[...]

Η επόμενη μέρα στη δουλειά ήταν, παραδόξως, πολύ διασκεδαστική. Ένας από τους υπαλλήλους είχε γενέθλια και η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική απ' ό,τι συνήθως· το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς είχε βγει από την προηγούμενη μέρα, άρα υπήρχε λίγος χρόνος για χαλάρωση. Ο εορτάζων είχε την ιδέα να παραγγείλει φαγητό, και έτσι επί μία ώρα τρώγαμε και λέγαμε σαχλαμάρες χωρίς να δουλεύουμε, κάτι σπάνιο. Κάποιος άνοιξε και το ραδιόφωνο για να έχουμε μουσική, ο διευθυντής δεν ενοχλήθηκε καθόλου – ήρθε μάλιστα και εκείνος στην παρέα να ευχηθεί στον συνάδελφό μας. Κάποια στιγμή το ραδιόφωνο έπαιξε και ένα τραγούδι του Μάικλ και αισθάνθηκα μεγάλη υπερηφάνεια. Γύρισα στο σπίτι ανανεωμένος. Ο Μάικλ ασχολιόταν, ως συνήθως, με την ποίησή του. Όταν μπήκα, κατάλαβε τη διαφορά στην ψυχολογία μου.
«Τι έγινε και είσαι χαρούμενος;» με ρώτησε, αφού πρώτα σηκώθηκε σαν ελατήριο απ' τη θέση του. Δεν είχα συγκεκριμένη απάντηση.
«Μερικές μέρες», είπα, «για έναν ασαφή λόγο, όλα φαίνονται ευκολότερα· η ζωή δε φαντάζει τόσο εφιαλτική...»
«Νομίζω ότι υπερβάλλεις», έκανε ο Μάικλ. «Η ζωή μπορεί να μην είναι κάτι το ιδιαίτερο, αλλά δεν είναι εφιαλτική».
Χαμογέλασα και πήγα στην κουζίνα για να φτιάξω τους καφέδες μας. Τον ρώτησα αν πεινούσε, αλλά μου είπε ότι ήταν εντάξει, θα έτρωγε αργότερα, όταν θα έπεφτε λίγο η ζέστη. Ο Μάικλ ήταν, το δίχως άλλο, ένας υπέροχος άνθρωπος. Δε δημιουργούσε κανένα πρόβλημα, είχε την τάση να κάνει τα πάντα να φαίνονται εύκολα, μια ομολογουμένως χαρισματική προδιάθεση για ζωή που με γέμιζε με γαλήνη και ανακούφιση.

altΑυτές τις δύο μέρες δε σταμάτησε να γράφει. Ήθελα, από ευγένεια πρώτα πρώτα, να τον ρωτήσω αν ήθελε να μου διαβάσει κάτι ή αν, τέλος πάντων, ήταν ευχαριστημένος με όσα είχε γράψει ως εκείνη τη στιγμή, αλλά δίσταζα, δεν ήξερα αν αισθανόταν άνετα. Τελικά, εκείνο το απόγευμα βρήκα το θάρρος να του το αναφέρω και μου είπε ότι κάποια στιγμή θα μου διάβαζε – ήταν νωρίς ακόμα.
«Αυτό που προέχει είναι να μου βρεις εκδότη!» είπε.
«Βλέπω γεμάτη τη βιβλιοθήκη σου. Σίγουρα θα έχεις κάποιες επαφές, κάνε κάτι!»
«Θα τα δούμε αυτά, Μάικλ», είπα και έτρεξα να ανοίξω την πόρτα. Αυτή τη φορά ήταν ο Τζο· ήταν μοιραίο να παρελάσουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι απ' το σπίτι μου – δεν μπορούσα να ακυρώσω την προηγούμενη ζωή μου επειδή ζούσα πλέον με τον Μάικλ Τζάκσον.
«Πάμε για μπίρα;» είπε ο Τζο μόλις άνοιξα. Φαινόταν ευδιάθετος.
«Έλα μέσα και βλέπουμε», του είπα και φώναξα τον Μάικλ.
Έκανα για άλλη μια φορά τις συστάσεις. Ο Τζο τον αναγνώρισε πολύ ευκολότερα απ' ό,τι οι άλλοι.
«Μα αυτός είναι ο Μάικλ Τζάκσον!» μου είπε και μου τον έδειχνε, μια αγενής χειρονομία εκ μέρους του – φερόταν λες και ο Μάικλ ήταν απών ή ήταν για εκείνον μια πλαστική κούκλα.
«Ναι, Τζο, αυτός είναι, χαιρέτησέ τον και ηρέμησε», του είπα και τον κοίταξα με μια επιτηδευμένη αυστηρότητα.
Φυσικά, εκείνος δεν έλεγε να ησυχάσει.
«Μα αυτό είναι απίστευτο! Είναι ο αληθινός; Δεν πέθανε; Ω Θεέ μου!» είπε ξανά και με κοίταξε με έκπληξη.
Έριξα ένα απολογητικό βλέμμα στον Μάικλ, σαν να ζητούσα συγγνώμη για λογαριασμό του Τζο. Το πρόσωπό του παρέμενε χωρίς ένταση, δεν έδειχνε να τον έχει επηρεάσει η αντίδραση του νεαρού μας γείτονα· μάλιστα, ο ίδιος πήρε την πρωτοβουλία και δέχτηκε την πρότασή του να βγούμε για μια μπίρα.

Φτάσαμε στο μπαρ και παραγγείλαμε μπίρες. Μερικοί – ο κατάλαβα γιατί το έκαναν απροκάλυπτα και με μεγάλη αγένεια– κοιτούσαν τον Μάικλ πολύ έντονα και γελούσαν· ένας μάλιστα γέλασε τόσο δυνατά, που τον άκουσαν όλοι

Στο δρόμο, οι δυο τους αντάλλαξαν μερικές κουβέντες και ο Τζο τώρα, παρ' όλη την έκπληξή του, είχε σταματήσει να φέρεται σαν ηλίθιος και συζητούσε με τον Μάικλ. Συγκεκριμένα, ρωτούσε να μάθει κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με τα γυρίσματα ενός βιντεοκλίπ για ένα από τα τραγούδια του. Ο Μάικλ του απαντούσε χωρίς πρόβλημα· φαινόταν χαρούμενος και σίγουρος για τον εαυτό του. Φτάσαμε στο μπαρ και παραγγείλαμε μπίρες. Μερικοί – το κατάλαβα γιατί το έκαναν απροκάλυπτα και με μεγάλη αγένεια – κοιτούσαν τον Μάικλ πολύ έντονα και γελούσαν· ένας μάλιστα γέλασε τόσο δυνατά, που τον άκουσαν όλοι – μου ερχόταν να σηκωθώ και να τον χτυπήσω, κι αυτόν και τους υπόλοιπους. Ο Μάικλ το κατάλαβε. Μου έκανε εντύπωση που κατάφερνε να δείχνει τόσο ισορροπημένος.
«Είσαι καλά;» μου είπε και ήπιε μια γουλιά από την μπίρα του.
Ο Τζο –που και εκείνος είχε αντιληφθεί τι γινόταν γύρω μας– το διασκέδαζε πολύ περισσότερο από μένα.
«Μα γιατί νευριάζεις; Είναι ο Μάικλ Τζάκσον, λογικό είναι να τον κοιτάζουν όλοι!» φώναξε δυνατά, για να ακουστεί πάνω απ' τη δυνατή μουσική.
«Τέλος πάντων!» είπα και προσπάθησα να χαμογελάσω·δεν είχα σκοπό να χαλάσω εγώ τη διάθεση της παρέας.

Αν και δε με ενδιέφεραν αυτές οι παρατηρήσεις, όσα δηλαδή τον ρωτούσε ο Τζο για τη μουσική του, τις συναυλίες, τους δίσκους, για όλη την καριέρα του, έκανα μια προσπάθεια να εναρμονιστώ κι εγώ με αυτή την κουβέντα για τη ζωή του, περισσότερο με το να κουνάω το κεφάλι μου εντυπωσιασμένος όταν ο Τζο έδειχνε εκστασιασμένος με μια απάντηση του Μάικλ. Έτσι πέρασε η βραδιά. Ευτυχώς τα γέλια εκείνων των ηλίθιων είχαν σχεδόν πάψει· κάποιοι μας κοιτούσαν απλώς λίγο αδιάκριτα, αλλά δε με ένοιαζε πια. Φύγαμε απ' το μπαρ σχεδόν μεθυσμένοι, εγώ κι ο Τζο δηλαδή, ο Μάικλ φαινόταν εντάξει. Όταν ήρθε η ώρα να πούμε καληνύχτα, ο Τζο τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά, που νόμιζα πως θα τον σκάσει. Ο Μάικλ και πάλι δεν αντέδρασε· μόνο κοκκίνισε ολόκληρος απ' την πίεση.

Την ώρα του ύπνου, η κατάστασή μου επιδεινώθηκε. Η ψυχική ισορροπία που είχα καταφέρει να κερδίσω και η ιδέα περί ομαλής συμβίωσης με τον Μάικλ εξαφανίστηκαν με το που ακούμπησα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι. Τι θα έκανα μαζί του; Ο χρόνος ήταν εχθρός – σίγουρα θα έτριβε τα χέρια του βλέποντάς μας να διασκεδάζουμε. Το αύριο, σαν ένα δυνατό κύμα απογοήτευσης, μας περίμενε με ανοιχτή τη μοχθηρή αγκαλιά του. Μέσα στην ησυχία της νύχτας όλα φάνταζαν ακατόρθωτα. Τι θα μπορούσα να κάνω με τον Μάικλ; Τίποτα, απολύτως τίποτα. Όσο κι αν εκείνος ήταν τόσο άνετος σχετικά με όλα τα ζητήματα της καθημερινότητας, υπήρχε μια παράλληλη πραγματικότητα αόρατη σ' αυτόν, ορατή ωστόσο σ' εμένα, μια πραγματικότητα που ούρλιαζε ότι δεν είχε καμία θέση εδώ μέσα, ότι δεν ανήκε στον κόσμο μου. Γιατί να ξεγελάω τον εαυτό μου; Πρώτα απ' όλα, ήδη είχα αρχίσει να αγχώνομαι για την επόμενη μέρα. Δεν μπορούσα να επινοώ συνεχώς ένα πρόγραμμα· αισθανόμουν ότι οι δυνάμεις μου σύντομα θα με εγκατέλειπαν. Εγώ ήθελα σκοτάδι και σήψη, ο Μάικλ ήθελε φως και ζωή. Πώς να συναντηθούν δύο άνθρωποι κάτω από αυτές τις συνθήκες; Τι θα έκανα αύριο μαζί του; Αύριο, αύριο... Και μόνο που ερχόταν στο μυαλό μου η λέξη, έτρεμα σαν ψάρι· είχα ιδρώσει ολόκληρος.

altΤο επόμενο πρωί στο γραφείο δεν είχα διάθεση να μιλήσω σε άνθρωπο. Σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στον γιατρό μου και να του μιλήσω για το νέο μου πρόβλημα, αλλά το μετάνιωσα· έπρεπε να βρω μια λύση μόνος μου. Επιστρέφοντας, αργά το μεσημέρι, την ώρα που ξεκλείδωνα την εξώπορτα άκουσα ομιλίες από μέσα. Δε μου πήρε και πολύ για να καταλάβω: ήταν ο Μάικλ με τον κύριο Μιν. Μπαίνοντας, τους διέκοψα. Ο κύριος Μιν είχε απλώσει μια ντουζίνα σελίδες πάνω στο τραπεζάκι του καθιστικού και ο Μάικλ είχε σκύψει από πάνω με φοβερό ενδιαφέρον. Ο κύριος Μιν διάβαζε τα εξής: «Να σημειωθεί εδώ ότι η τρύπα έπρεπε να έχει ανοιχτεί με μεγαλύτερη ακρίβεια. Όταν η σύζυγός μου έπεσε μέσα, ουδείς μπόρεσε να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις σχετικά με τη θέση της, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι εργάτες του συνεργείου έσκαβαν όπου τους κάπνιζε. Συνεπώς, δεν...»
«Μα τι γίνεται εδώ;» τους διέκοψα κάπως αυστηρά.
Με κοίταξαν έκπληκτοι.
«Βοηθούσα τον κύριο Μιν να συντάξει τη μήνυσή του...» απολογήθηκε ο Μάικλ.
Όσο για τον κύριο Μιν, χαμήλωσε το βλέμμα του σαν ένα κουτάβι που είχε κάνει αταξία.
«Μα δεν καταλαβαίνω. Δεν μπορούσατε να με περιμένετε; Έρχεστε ενώ είμαι απών;»
«Απλώς έκανα μια βόλτα. Προθυμοποιήθηκε ο φίλος σου να με βοηθήσει και...»
Έφτιαξα καφέ. Δεν ήμουν καλά. Πήρα τα φάρμακά μου και άρχισα να καπνίζω σαν τρελός. Ο Μάικλ με κοιτούσε παραξενεμένος, σχεδόν φοβισμένος. Τον φώναξα στην κουζίνα.
«Μάικλ, όταν είσαι εδώ μόνος, δε θέλω να έρχεται κανείς».
«Μου χτύπησε την πόρτα, τι να έκανα; Του είπα ότι είσαι στη δουλειά...» προσπάθησε να δώσει εξηγήσεις, αλλά δεν είχε μεγάλη σημασία το γεγονός.
Εμένα με απασχολούσε το γενικότερο θέμα του Μάικλ. Του μίλησα χωρίς να μασάω τα λόγια μου.
«Νομίζω ότι πρέπει να φύγεις».
Το είπα και ένιωσα στην καρδιά μου ένα τσίμπημα, όμως είχα καρφώσει το βλέμμα μου πάνω του σαν να ήθελα έτσι να γίνω σαφέστερος.
«Μα γιατί;» είπε αυτός διστακτικά.
«Δεν μπορώ, δεν μπορώ... Δεν έχω συνηθίσει να ζω με κάποιον άλλο, είσαι αξιαγάπητος, δεν έχω κανένα παράπονο, αλλά... Δεν ξέρω πώς να σ' το εξηγήσω καλύτερα...»
«Και πού θα πάω;» είπε και πρόσθεσε ένα ακόμα βέλος στην καρδιά μου.
«Θα δούμε, Μάικλ, θα δούμε... Θα το σκεφτούμε», του είπα και προσπάθησα να γελάσω με μια δόση επιτηδευμένου ενθουσιασμού, σαν να ήθελα να αποδείξω ότι όλα θα πάνε καλά.

Καθόμασταν στο σαλόνι και πίναμε τον καφέ μας. Ο κύριος Μιν ήταν κι αυτός λίγο ενοχλημένος απ' το προηγούμενο περιστατικό, και για να τον κάνω να νιώσει καλύτερα, εφόσον ήδη είχα μετανιώσει για τον αυστηρό μου τόνο, τον ρώτησα με ελαφρώς προσποιητό ενδιαφέρον:
«Γράψατε τίποτα καλό; Για τη μήνυση λέω...»
«Δώσαμε έμφαση στο μέγεθος της τρύπας...» είπε δειλά και ρούφηξε δυνατά το ωραίο του καφεδάκι.
Η ατμόσφαιρα δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη. Όταν, αργότερα, μείναμε και πάλι μόνοι μας με τον Μάικλ, εκμεταλλευτήκαμε την ευκαιρία και συζητήσαμε διεξοδικότερα για την όλη υπόθεση.
«Ξέρω ότι μπορεί να σου προκαλεί έκπληξη αυτή η απόφασή μου... Δε θέλω να με παρεξηγήσεις», του είπα. Φαινόταν συγκαταβατικός, κάτι ήθελε να πει, αλλά δίσταζε. «Θα βρεις το δρόμο σου, μην ανησυχείς. Έχεις μεγάλη πείρα στη ζωή, εμένα δε με χρειάζεσαι καν. Πρέπει να συνεχίσεις μόνος σου... Ανεξάρτητα απ' το αν έχεις ήδη πεθάνει, δε θα το αναλύσουμε τώρα αυτό... Μου είσαι πολύ ευχάριστος, πίστεψέ με. Όμως εγώ είμαι μισότρελος – θα σου έλεγα τρελός για δέσιμο, αλλά με σώζουν κάπως τα φάρμακα. Δε θα σε πετάξω στο δρόμο, βέβαια, θα φροντίσουμε για το καλύτερο. Και να ξέρεις ότι δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Εσύ... τι έχεις να πεις για όλα αυτά;» τον ρώτησα και τον χτύπησα φιλικά στον ώμο.
«Μου αρέσει πολύ ο καφές σου... Θα μου λείψει», είπε.
Φαινόταν πολύ στενοχωρημένος.

[...]

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση για το έργο του Τζάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), μια από τις πιο σημαντικές και βαθιές φωνές της ιταλικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών. 

Επιμέλεια: Book Press

Το ...

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

Για τη μελέτη του Έριχ Άουερμπαχ (Erich Auerbach, 1892-1957) «Μίμησις – Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία» (μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. ΜΙΕΤ). Εικόνα: Ο Άουερμπαχ περίπου το 1930. ©Wikimedia

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ