alepoudes

Προδημοσίευση από το νέο μυθιστόρημα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη Αλεπούδες στην πλαγιά, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου.

Γ΄

ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟ ΗΤΑΝ ΚΡΥΦΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ με τον Γιάννη Κόλια. Είχε μαλλιά καρφάκια, σκουλαρίκι στο αριστερό αυτί και μια πάπια ενενηντάρα με τέσσερις ταχύτητες. Μετά από λίγα χρόνια τον συνάντησε τυχαία. Αν και δεν είχαν μιλήσει ποτέ, αυτός την αναγνώρισε. Απογοητεύτηκε όταν τον είδε. Δεν ήταν τόσο η κοιλίτσα ή το καρό πουκάμισο όσο η πάνινη τσάντα που είχε περάσει διαγώνια στον ώμο. Πάνω είχε ξεθωριασμένα γράμματα από ένα μαγαζί με κλειδαριές. Την παρθενιά της τελικά την έχασε ένα απόγευμα Φεβρουαρίου στον καναπέ του Νίκου. Η σχέση τους κράτησε σχεδόν έναν χρόνο. Δοκίμασαν στάσεις που είχαν δει σε ταινίες. Δεν ήταν άσχημα. Ένιωθε μια ζεστασιά να ξεκινάει από χαμηλά μέσα της. Αλλά κανέναν λόγο για να ουρλιάξει. Χώρισαν χωρίς να τσακωθούν. Αραίωσαν οι συναντήσεις τους και μετά σταμάτησαν εντελώς. Έβλεπε καμιά φορά τυχαία ο ένας τον άλλον στα μαθήματα και τη βιβλιοθήκη και χαιρετιόνταν εγκάρδια, ίσως με περισσότερη ζεστασιά από όταν ήταν ζευγάρι.

Αποφοίτησε στα τέσσερα χρόνια και ξεκίνησε αμέσως διδακτορικό. Κι εγώ μαζί της. Το επόμενο καλοκαίρι πήγε με υποτροφία στη Γερμανία να μελετήσει τα ημερολόγια του Τόμας Μαν. Όταν γύρισε, είχε έτοιμο ένα εκτενές άρθρο στο οποίο ανέλυε τον γέρο συνθέτη του Θάνατος στη Βενετία σαν να είχε γράψει εκείνος τα ημερολόγια του Μαν. Δημοσιεύτηκε σε μια μεγάλη αμερικάνικη επιθεώρηση για τη λογοτεχνία. Με εξαίρεση κάποιες μεθοδολογικές ακροβασίες, ήταν ένα συναρπαστικό κείμενο. Δεν τη ζήλευα για τις επιδόσεις της. Περισσότερο από το να την ανταγωνίζομαι, έβλεπα στη Γεωργία κάποια που έδειχνε ποια ήταν τα όρια του εφικτού για έναν μελετητή της Γερμανικής Λογοτεχνίας. Όταν έφτασε το τεύχος στο σπουδαστήριο, της το έδειξα γεμάτος περηφάνια, σαν να είχε και το δικό μου όνομα πάνω. Το φυλλομέτρησε και μου το έδωσε πίσω.

Όλα τα φοιτητικά χρόνια τα πέρασε παρέα με τη Βίκυ. Τις ένωνε το ότι και οι δύο κατάγονταν από μικρά χωριά της περιφέρειας. Η Βίκυ ήταν από ένα χωριό έξω από την Καλαμάτα. Από δεκάξι χρονών είχε σχέση με έναν συμμαθητή της. Όταν τελείωσαν το λύκειο και εκείνη πέρασε στη Γερμανική Φιλολογία, αυτός πήγε στρατό. Τελειώνοντας γύρισε στο χωριό τους. Έπιασε δουλειά κρεοπώλης. Ερχόταν συχνά στην Αθήνα να τη δει. Τον ήξερα καλά. Βέβαια, όχι τόσο καλά όσο τη Βίκυ με την οποία κοιμόμουν τρεις φορές την εβδομάδα για τέσσερα χρόνια όσο ήμασταν στο πανεπιστήμιο.

Όταν πήρε το πτυχίο της, αποφάσισε να γυρίσει πίσω. Ήθελε να τον παντρευτεί. Δεν μου είπε τίποτα ιδιαίτερο εμένα. Ξενοίκιασε το σπίτι και ήρθαν οι δικοί της με ένα αγροτικό να πάρουν τα πράγματα. Πήγα κι εγώ με τη Γεωργία να βοηθήσουμε την τελευταία μέρα. Μετά μας έβγαλαν για φαγητό. Καθίσαμε σε μια τουριστική ταβέρνα στο Μοναστηράκι. Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή ο πατέρας της σήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε μακριά και είπε στη Γεωργία και σε εμένα, «Ώστε αυτό είναι λοιπόν ο Παρθενώνας σας;». Δεν θα έπρεπε να μου κάνει εντύπωση που η Βίκυ γυρνούσε στην Καλαμάτα για να γεννήσει τα παιδιά ενός χασάπη. Δεν θα έπρεπε να θέλω κάτι διαφορετικό. Μετά από λίγους μήνες μας ήρθαν τα προσκλητήρια για τον γάμο της. Μόνοι εμείς να θυμίζουμε ότι για πέντε χρόνια ζούσε μακριά από το σπίτι της.

Πήγα χωρίς να σκέφτομαι την ειρωνεία που θα την παρακολουθούσα να παντρεύεται τον κρετίνο. Την είχα κρατήσει γυμνή πολλαπλάσιες φορές από αυτόν. Ακόμα και τότε, όμως, δεν είχα διανοηθεί ότι θα μπορούσαν να είναι αλλιώς τα πράγματα. Ένιωθα μόνο έναν πόνο κάτω από το στομάχι όποτε σκεφτόμουν το μικρό στίγμα που είχε εκ γενετής στο αριστερό στήθος που στην αρχή με ενοχλούσε αλλά μετά μου άρεσε να ακουμπάω το αυτί μου επάνω. Και ντροπή που ήταν η μοναδική γυναίκα με την οποία είχα κοιμηθεί, είκοσι τεσσάρων χρονών γομάρι πια.

 

***

Ήταν καλοκαίρι αλλά έβρεχε τη μέρα που φύγαμε για Καλαμάτα. Σάββατο πρωί, αρχές Ιούνη. Σκαστοί μέσα στην εξεταστική. Υποψήφιοι διδάκτορες, είχαμε με χίλια ζόρια καταφέρει να φτιάξουμε έτσι το πρόγραμμα των επιτηρήσεων και των διορθώσεων ώστε να ξεκλέψουμε δυο μέρες για τον γάμο. Τρέχαμε να μπούμε στο 051 για τον Κηφισό. Μόνοι μας ανάμεσα σε άστεγους, ναρκομανείς και νεαρές πόρνες που έφευγαν από τα «σπίτια» τους κουρασμένες.

Στον σταθμό η βροχή χτυπούσε την τσίγκινη οροφή και ο βρόντος κάλυπτε κάθε άλλο θόρυβο. Πήγαμε κοντά στο ΚΤΕΛ Μεσσηνίας. Το λεωφορείο δεν είχε έρθει και καθίσαμε πάνω στις βαλίτσες περιμένοντας. Ήταν από τις λίγες φορές που η Γεωργία είχε ξεφύγει από την άνεση των τζιν παντελονιών και τώρα κρύωνε μέσα στο βρεγμένο φουστάνι της. Προσπαθούσε να μην αναφερθεί στον γάμο, τον ελέφαντα στο δωμάτιο που βαριανάσαινε ανάμεσά μας. Τριγύρω άρχισε να μαζεύεται κι άλλος κόσμος. Τραβήχτηκα στην άκρη για να ανοίξω χώρο στις ηλικιωμένες γυναίκες με τις πρόχειρες πλαστικές τσάντες.

Απέναντι, έξω από το λεωφορείο για τις Σέρρες ήταν μαζεμένη μια ομάδα φαντάρων, αγοριών περισσότερο παρά αντρών. Έβγαζαν όση ένταση ήταν παγιδευμένη μέσα τους από τον καταναγκασμό της θητείας. Αφηρημένη η Γεωργία είχε στραφεί προς το μέρος τους. Κάθε φορά που περνούσε δίπλα τους γυναίκα, έστρεφαν τα κεφάλια όλοι μαζί σαν ηλιοτρόπια. Έκαναν χυδαίες πλάκες. Αν κάποια ήταν έστω λίγο όμορφη της φώναζαν δυνατά, ελπίζοντας μάταια να κοιτάξει προς το μέρος τους. Έπεφτε ο ένας πάνω στον άλλο. Να αγγίξουν ένα σώμα κι ας τους προκαλούσε αηδία.

Γύρισα την πλάτη μου στους φαντάρους. Κοίταξα τη Γεωργία. Καθόταν στη βαλίτσα και όπως είχε ξεχάσει λίγο ανοιχτά τα πόδια της, η φούστα είχε σηκωθεί ψηλά, αποκάλυπτε τους δυο απρόσεχτα ξυρισμένους μηρούς κι αν είχες τη διάθεση να κοιτάξεις, θα έβλεπες τη σκιά από το εσώρουχό της. Οι φαντάροι δεν την είχαν προσέξει. Μετακινήθηκα δίπλα για να κρύψω το εκτεθειμένο κομμάτι της. Θα μπορούσα να της πω να τραβήξει λίγο πιο χαμηλά τη φούστα της για να μην προκαλεί αλλά η Γεωργία, με το αφηρημένο ύφος που θύμιζε παπί, τις χοντρές γάμπες και το άγαρμπο χαμόγελο ήταν τόσο προκλητική όσο τα κοριτσάκια στις παιδικές χαρές που σηκώνεται η φούστα τους ψηλά και αποκαλύπτεται το παιδικό βρακάκι ή η πάνα.

Όταν ήρθε το λεωφορείο, βρήκαμε θέση πίσω. Η Γεωργία δίπλα στο παράθυρο, εγώ στον διάδρομο με ένα βιβλίο στο χέρι. Σκόρπιοι αριστερά-δεξιά οι συνταξιδιώτες μας. Το λεωφορείο έκανε μανούβρες για να βγει από τον σταθμό και το προσωπάκι της Γεωρ-γίας ακουμπούσε στο τζάμι κοιτάζοντας μελαγχολικά. Οι φαντάροι συνέχιζαν τα πρόστυχα αστεία τους. Το λεωφορείο τραντάχτηκε όπως άλλαζε ταχύτητα ο οδηγός και μετά με ένα παρατεταμένο τράβηγμα ξεκίνησε και βγήκε από τον σταθμό.

Η βροχή είχε πια στεγνώσει και ο δρόμος γύρω μας ήταν πλυμένος, καθαρός. Το μέταλλο των αυτοκινήτων άστραφτε στον πρωινό ήλιο. Ήταν μια λαμπρή μέρα για μια γιορτή. Η Γεωργία έκλεισε τα μάτια της κι αποκοιμήθηκε. Τριακόσια χιλιόμετρα νοτιότερα, η Βίκυ θα έχει ήδη αρχίσει να ετοιμάζεται για τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής της. Χάζεψα το τοπίο έξω από το λεωφορείο που έτρεχε με ταχύτητα προς την τελετή της Βίκυς. Εργοστάσια, διυλιστήρια, ξερά τοπία, μετά οι στροφές της Κακιάς Σκάλας και πιάσαμε γρήγορα Πελοπόννησο. Σήκωσα το βιβλίο από τα πόδια μου και άνοιξα μια σελίδα. Μαντάμ Μποβαρύ. Δεν το είχα διαλέξει τυχαία. Θα μπορούσα να το δείξω στη Βίκυ, αλλά δεν νομίζω να το έχει διαβάσει ποτέ για να καταλάβει. Η Γεωργία όταν το είδε στο χέρι μου χαμογέλασε με έναν τρόπο που δεν κατάλαβα αν περιείχε μομφή για τη Βίκυ ή για μένα που ζήλευα ακόμα τη Βίκυ. Κανείς ποτέ δεν θα καταλάβει τη Γεωργία, και δυστυχώς πολύ λίγοι θα προσπαθήσουν. Έπεσα πάνω στις σελίδες που η Έμμα Μποβαρύ διάβαζε αισθηματικά μυθιστορήματα και ονειρευόταν τον πρίγκιπά της. Πάντα κάτι διαβάζουμε και κάτι άλλο ονειρευόμαστε. Συνέχισα παρακάτω και έβλεπα πάντα το πρόσωπο της Βίκυς στη Μαντάμ Μποβαρύ, αν κι εγώ δεν έπαιζα κανέναν από τους εραστές της. Εξακολουθούσα να μη νιώθω πόνο για την κοπέλα που έχασα, μόνο λίγη θλίψη για όσα την περίμεναν από εδώ και πέρα. Θα ήθελα να την αγκαλιάσω, όχι όμως για να τη φιλήσω, αλλά για να την παρηγορήσω για το μέλλον που ερχόταν. Φύλαξα το βιβλίο μέσα στην τσάντα και άρχισα να κοιτάω πάλι από το παράθυρο της Γεωργίας. Έξι χρόνια που την ήξερα δεν την είχα δει ποτέ κουρασμένη και να τώρα, η Γεωργία, ντυμένη με φούστα, να κοιμάται κουλουριασμένη στο κάθισμα του λεωφορείου. Είχαμε διασχίσει γρήγορα την Κορινθία και την Αχαΐα και πλησιάζαμε στην Ηλεία. Θα μπορούσα να την ξυπνήσω γιατί θα φτάναμε σε λίγο, αλλά τα μάτια της πετάριζαν, έβλεπε κάποιο έντονο όνειρο. Όχι πολύ έντονο όνειρο, γιατί ήταν η Γεωργία. Κουνούσε τα χείλη της σαν να ήθελε να μιλήσει, αλλά τα κουνούσε απαλά, σαν να διψούσε και να έπινε νερό. Ο δρόμος μας συνέχιζε στη σκιά ενός βουνού. Με ανακούφισε μετά από τόσες ώρες ήλιου. Η Γεωργία πετάχτηκε ξαφνικά. Ξύπνησε βγάζοντας έναν μικρό αναστεναγμό. Μόνο εγώ τον άκουσα. Κοίταξε περίεργη γύρω της, κατάλαβε πού βρισκόταν και κάθισε πίσω στο κάθισμα. «Όλα καλά;» τη ρώτησα. «Ναι» μου έγνεψε και έψαξε μέσα στην τσάντα της. Έβγαλε ένα μικρό μπουκάλι νερό, το έφερε στο στόμα και άρχισε να πίνει μέχρι που άδειασε σχεδόν. Σκούπισε το κεφάλι της, είχε ιδρώσει.

«Πού βρισκόμαστε;»
«Σε λίγο φτάνουμε».
«Ωραία» είπε ανακουφισμένη και γύρισε πάλι προς το παράθυρο χαϊδεύοντας την κοιλιά της. Πεινούσε.
«Αν θέλεις, μπορούμε να τσιμπήσουμε κάτι μόλις φτάσουμε» της είπα.

Έγνεψε ναι, χωρίς να πάρει το βλέμμα από το ξερό τοπίο δίπλα μας.

 

***

Τελικά πήγαμε αμέσως στο ξενοδοχείο. Εκτός από εμάς, ήταν εκεί και αρκετοί άλλοι καλεσμένοι της Βίκυς, συνεργάτες του μελλοντικού άντρα της και φίλοι των γονιών της. Μπήκα στο δωμάτιο, άδειασα τα πράγματά μου στην ντουλάπα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Δεν θα κοιμόμουν. Δεν νύσταζα. Σηκώθηκα και κοίταξα από το παράθυρο τη θέα της πόλης. Δεν φαίνονταν πολλά αλλά ήταν αρκετά. Από δω και πέρα, και για όλη την υπόλοιπη ζωή της, αυτό μόνο θα έβλεπε η Βίκυ. Φόρεσα τα ρούχα μου γρήγορα και χτύπησα την πόρτα της Γεωργίας δίπλα. Δεν πήρα απάντηση και σκέφτηκα ότι κοιμόταν, έφυγα και είχα φτάσει στο τέλος του διαδρόμου σχεδόν όταν άκουσα την πόρτα να ανοίγει. Φορούσε ακόμα το ίδιο φουστάνι αλλά ήταν ξυπόλυτη. «Θα πάω στη θάλασσα» της είπα. «Θα ’ρθεις;» Το σκέφτηκε για μια στιγμή, μετά μου έγνεψε θετικά. Γύρισε στο δωμάτιο χωρίς να κλείσει την πόρτα. Έβγαλε από τη βαλίτσα της ένα λευκό μαγιό, το άπλωσε στο κρεβάτι και τότε θυμήθηκε ότι εγώ στεκόμουν ακόμη απέξω. «Θες να μου χτυπήσεις σε πέντε λεπτά;» πρότεινε.

alepoudes_exofylloΒρήκαμε μια μικρή παραλία κοντά στο ξενοδοχείο. Σάββατο μεσημέρι, δεν είχε ακόμα πολύ κόσμο. Είδα τη Γεωργία να βγάζει τα ρούχα της και να μένει με το άσπρο μαγιό και θυμήθηκα εκείνο το σώμα που έβλεπα συχνά όταν πηγαίναμε στη θάλασσα οι τρεις μας με τη Βίκυ, ή οι τέσσερίς μας, τότε που υπήρχε και ο Νίκος. Στα είκοσι τέσσερά της, ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και το πατρικό της σπίτι, δεν είχε μάθει ακόμα να είναι γυναίκα, αυτή τη μαγεία που τόσες άλλες, και η Βίκυ πρώτη ανάμεσά τους, την είχαν έμφυτη. Έτρεξε προς τη θάλασσα σαν παιδί, κουνώντας τα χέρια της αριστερά-δεξιά, όταν έφτασε εκεί, σταμάτησε, το νερό ήταν κρύο, με αργά φοβισμένα βήματα μπήκε μέσα και άρχισε να κολυμπάει. Σε αντίθεση με εμένα, είχε μεγαλώσει σε ένα χωριό μισό χιλιόμετρο από τη θάλασσα, το κολύμπι της ήταν τόσο φυσικό όσο ήταν για μένα το να κάθομαι στην παραλία με τη Μαντάμ Μποβαρύ στο χέρι. Μόλις ξεφύλλισα το βιβλίο, θυμήθηκα την άλλη Μποβαρύ που λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα θα προσπαθούσε να μπει στο νυφικό της. Έκρυψα το βιβλίο στην τσάντα μου και μπήκα στη θάλασσα. Έψαξα να βρω τη Γεωργία. Είχε ήδη εξαφανιστεί μακριά. Σαν ξασπρισμένος φοιτητής φιλολογίας, δεν είχα την αυτοπεποίθηση να την ακολουθήσω. Έμεινα στα ρηχά κουνώντας νευρικά χέρια και πόδια για να παραμείνω στην επιφάνια. Κοίταξα γύρω μου εκείνους που με ταχύτητα έσκιζαν τη θάλασσα, κολυμπώντας με άνεση μακριά από την ακτή. Όταν απομακρύνονταν τόσο που γίνονταν μικρές κουκκίδες, έψαχνα ανάμεσά τους τη Γεωργία. Μετά γυρνούσαν, η κουκκίδα μεγάλωνε, αποκτούσε χέρια, κεφάλι, στο τέλος ένα γεροδεμένο σώμα. Πλησίαζαν και κάθε απλωτή τους ήταν ίδια με την προηγούμενη, σηκώνονταν έξω από το νερό, έβγαιναν και ξάπλωναν σε πετσέτες ανάμεσα σε φίλους και φίλες τους.

 

anifantakis2Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1983. Ζει στην Αθήνα. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με αντικείμενο τη μνήμη του ελληνικού Εμφυλίου και γράφει κριτική βιβλίου στην Εφημερίδα των Συντακτών. Διηγήματά του έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (Hotel Μετανάστευση, B΄ Διαγωνισμός Δημήτρης Βικέλας), έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά (Εντευκτήριο, Πλανόδιον, The Books’ Journal) καθώς και στον συλλογικό τόμο Είμαστε όλοι μετανάστες (Εκδόσεις Πατάκη, 2007).

 

 

 

 

 

 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

«Ν. Φιλαδέλφεια, Τα άγουρα χρόνια» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

«Ν. Φιλαδέλφεια, Τα άγουρα χρόνια» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Θόδωρου Σούμα «Ν. Φιλαδέλφεια, Τα άγουρα χρόνια – Χρονικό της εφηβείας σε μια μικρασιατική συνοικία της Αθήνας», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
«Το σύμπαν που έγερνε λίγο» του Δημήτρη Τζιβελέκη (προδημοσίευση)

«Το σύμπαν που έγερνε λίγο» του Δημήτρη Τζιβελέκη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Τζιβελέκη «Το σύμπαν που έγερνε λίγο – Ένα βήμα από τον Παράδεισο», η οποία θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Αγαπητό μου τσιγάρο...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Διεθνές Βραβείο Médicis στην Καταλανή Εύα Μπαλταζάρ

Διεθνές Βραβείο Médicis στην Καταλανή Εύα Μπαλταζάρ

Εγκαινιάζοντας τη σεζόν των γαλλικών λογοτεχνικών βραβείων, η κριτική επιτροπή του βραβείου Médicis ανακοίνωσε τους βραβευθέντες στις τρεις κατηγορίες: πεζογραφίας, μεταφρασμένης πεζογραφίας και δοκιμίου, καθώς και το μεγάλο βραβείο. 

Επιμέλεια: Book Press

...
«Το φευγιό»: Εκδήλωση για το μυθιστόρημα της Μαρίας Θεοδοσάκη στη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος

«Το φευγιό»: Εκδήλωση για το μυθιστόρημα της Μαρίας Θεοδοσάκη στη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος

Εκδήλωση για το μυθιστόρημα της Μαρίας Θεοδοσάκη «Το φευγιό» (εκδ. Αρμός) στη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος στη Σητεία.

Επιμέλεια: Book Press

Την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026, στις 20:30, οι εκδόσεις Αρμός διοργανώνουν εκδήλωση γ...

Η Λατινική Αμερική, το ποδόσφαιρο, οι γυναίκες: Μεγάλη εκδήλωση για το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο

Η Λατινική Αμερική, το ποδόσφαιρο, οι γυναίκες: Μεγάλη εκδήλωση για το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο

Την Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2026, στις 7 μ.μ., οι εκδόσεις Μεταίχμιο και η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο Book Press διοργανώνουν εκδήλωση αφιερωμένη στον σπουδαίο συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο. © Mariela De Marchi Moyano / Flickr

Επιμέλεια: Book Press ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ζακ Λε Γκοφ [Jacques Le Goff] «Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» (μτφρ. Ελευθερία Ζέη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Νοεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόλη και δημοκρατία;

...
«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη «αλλά|ΖΩ – από την λέξη στην πράξη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Key Books.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόσες φορές έχεις πει στον εαυτό σου ότι θέλε...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 7 Οκτωβρίου 1849, πέθανε στη Βαλτιμόρη ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe). Γιατί, περισσότερα από εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά, συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του και τρία καλά βιβλία του που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωρ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ