
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ
Την αντιλήφθηκα στο μεγαλύτερο από τα τρία σουπερμάρκετ της συνοικίας να γλιστράει εκεί μπροστά μου στον διάδρομο με τα απορρυπαντικά πλυντηρίου, να προσπερνάει το τμήμα με τα υγρά πιάτων και τα διάφορα άλλα καθαριστικά και να στέκεται στα ράφια με τις γατοτροφές. Την παρακολούθησα να ανασηκώνει τα γυαλιά ηλίου για να διαβάσει τις ετικέτες στις κονσέρβες με τις φάτσες των γάτων, να γεμίζει σχεδόν το άδειο μέχρι τότε καλάθι της και να κατευθύνεται στα ταμεία για να πληρώσει και να φύγει. Μ’ ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο που θα της προστάτευε την επιδερμίδα από την υπεριώδη ακτινοβολία του αυγουστιάτικου ήλιου, μ’ ένα φουστάνι γεμάτο κίτρινα και ροζ μοβ ανθάκια, δεμένο στη μέση με μια εξεζητημένη, άσπρη και πολύ φαρδιά ζώνη, και μ’ ένα χαμόγελο συγκατάβασης για τους υπόλοιπους στην ουρά και τα κοινά και αδιάφορα ψώνια μας.
Την ξαναείδα μια μέρα αργότερα –Κυριακή αργά το βράδυ αυτή τη δεύτερη φορά– να κάθεται σταυροπόδι και να καπνίζει σ’ ένα παγκάκι στην κατηφόρα του προαύλιου της Αγίας Αικατερίνης.
Τα νεαρά αγόρια, οι σχεδόν έφηβοι που μέχρι πριν λίγο κλοτσούσαν μια μπάλα, άλλη όρεξη τώρα δεν είχαν: έγερναν με μισόκλειστα από τον κάματο μάτια στα σκαλοπάτια του ναού και κατόπτευαν το προαύλιο από ψηλά, χωρίς να της δίνουν σημασία.
Εκείνη πάντως είχε συνείδηση της εμφάνισής της. Φρόντιζε να κρατάει επιδεικτικά το τσιγάρο μπροστά αλλά και μακριά από το πρόσωπο, να το φέρνει αραιά και πού στα χείλη και να εισπνέει ελάχιστα ή ίσως και καθόλου από τον καπνό του.
Σαν βγαλμένη από ασπρόμαυρη γαλλική ταινία ήταν η γοητεία της. Με τη μόδα στα ψαγμένα ρούχα της να έχει περάσει, τα μακριά δαχτυλιδένια μαλλιά της γκρίζα, τα μάτια να βαραίνουν υπογραμμισμένα, αλλά με το βλέμμα ακόμη ζωντανό και με τα απομεινάρια μιας σπουδαίας ομορφιάς η οποία, όπως κι η κινηματογραφική ταινία, πάλιωσε και που εκείνη την προχωρημένη ώρα δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί γύρω για να την εκτιμήσει.
Σαν βγαλμένη από ασπρόμαυρη γαλλική ταινία ήταν η γοητεία της. Με τη μόδα στα ψαγμένα ρούχα της να έχει περάσει, τα μακριά δαχτυλιδένια μαλλιά της γκρίζα, τα μάτια να βαραίνουν υπογραμμισμένα, αλλά με το βλέμμα ακόμη ζωντανό και με τα απομεινάρια μιας σπουδαίας ομορφιάς...
Περαστικός ήμουν, στην οδό Ηούς, τον χαμηλό δρόμο όπου καταλήγει το υπερυψωμένο και κυρτό προαύλιο του ναού περπατούσα όταν την αναγνώρισα και κοντοστάθηκα.
Εκείνη δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την αδιάκριτη παρουσία τού ενός όλου κι όλου θαυμαστή της, αμφιβάλλω κι αν με είδε και γι’ αυτό της έδωσα το όνομα Κάλλη.
Από μία δεύτερη ξαδέλφη μου, κατά οκτώ τουλάχιστον χρόνια μεγαλύτερή μου και ακατάδεκτη, δανείστηκα το όνομα. Είχε μια γεμάτη και βραχνή φωνή αυτή η ξαδέλφη, που έκλεινες τα μάτια όταν μιλούσε και ταξίδευες, και που εκτός από τον Σωκράτη της, έναν νεαρό αξιωματικό του Πυροβολικού με τον οποίο τη θυμάμαι να είναι τότε πολύ ερωτευμένη, δεν γύριζε να κοιτάξει άλλον άντρα και πολύ περισσότερο έναν δεκαπεντάχρονο έφηβο σαν κι εμένα… «Κάλλη» τόλμησα και της είπα μια μέρα που δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου «πόσο όμορφη είσαι!» «Εγώ; Και σαν τι όμορφο μου βρίσκεις;» απάντησε η ξαδέλφη κι έδειξε με μια χαριτωμένη κίνηση των χεριών από πάνω μέχρι κάτω το κορμί της. «Τη φωνή» βρήκα να πω κι επειδή την είδα που συννέφιασε «κι έχεις ωραία μύτη» –μύτη προσωπικότητας, αδρή, θα πρόσθετα σήμερα– και το έκανα χειρότερο.
Πίσω από ένα βαν, λίγο πιο κάτω, στάθηκα κι από την κρυψώνα μου πρόβαλλα κάθε τόσο το κεφάλι –προσεκτικά, δήθεν αδιάφορα– και δεν χόρταινα να τη βλέπω.
Κάτι την είδα να λέει στους νεαρούς – απευθυνόμενη στον αρχηγό τους, πιστεύω, αφού αυτός, ο πιο σχηματισμένος έφηβος σηκώθηκε και την πλησίασε, αλλά τι του είπε και τι της απάντησε δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω, κι εν πάση περιπτώσει αμέσως μετά, σαν να είχαν πάρει εντολή από τη γυναίκα που της έδωσα το όνομα Κάλλη, κι ακόμα σαν να είχαν ξαφνικά ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις τους, ξανάρχισαν το παιχνίδι και τον βίαιο χορό τους με την μπάλα.
Αεικίνητα τα μάτια εκείνης στα πόδια τους και στην μπάλα που ο καθένας τους διεκδικούσε για λογαριασμό του.
Στη σφαλισμένη κεντρική πύλη του ναού στόχευαν, επάνω της τερμάτιζαν κάθε που υπερνικούσαν την ανηφορική κλίση του προαύλιου. Τις περισσότερες φορές όμως, έτσι όπως όλοι μαζί μάρκαραν εκείνον που είχε το κοντρόλ, οι προσπάθειές τους αποτύγχαναν κι η μπάλα ξεστράτιζε κατρακυλώντας στον δρόμο. Αποκεί έτρεξε και την περιμάζεψε κάποια στιγμή ο αρχηγός των παιδιών. Με την μπάλα στα χέρια και τα χέρια στην ανάταση, κοίταξε ύστερα αναποφάσιστος έναν προς έναν τους συμπαίκτες του και στο τέλος διάλεξε να τη στείλει σ’ ένα ευρύστερνο αγόρι με κοντά αλλά δεμένα ποδάρια που στεκόταν στα πλάγια και πάνω απ’ το παγκάκι της Κάλλης.
Από αυτόν τον μικρομέγαλο σβόμπο πήρε το παιχνίδι την τροπή που ανάγκασε τελικά τη γυναίκα να σηκωθεί και να φύγει· από την κεφαλιά και τη μανία με την οποία κάρφωσε την μπάλα στο παγκάκι, ανάμεσα στα σκέλια της· κι από τα άλλα αγόρια που το βρήκαν πολύ αστείο και το συνέχισαν τριγυρίζοντας το παγκάκι σαν μελισσόπουλα και κλοτσώντας την μπάλα καταπάνω της.
Την ακολούθησα.
Βαδίζοντας όσο κι εκείνη αργά, κράτησα την απόσταση που μας χώριζε σταθερή. Σταματούσε η Κάλλη, σταματούσα κι εγώ. Κοίταζε τα κτίρια των πολυκατοικιών εξεταστικά, όπως θα έκανε μια επισκέπτρια στη συνοικία, κι ακολουθώντας το βλέμμα της, τα κοίταζα κι εγώ. Από πάνω μέχρι κάτω, από τις σκοτεινές εκείνη την ώρα βεράντες τους, τις ορθογώνιες και τις οβάλ, με τις κατάφορτες ζαρντινιέρες τους, μέχρι τις πιλοτές με το τόσο όσο φως και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Και δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο καλό τους βρίσκει.
Έτσι την έχασα από τα μάτια μου ένα λεπτό αργότερα, χαζεύοντας μια νεόδμητη οικοδομή με κάτι στρόγγυλα μπαλκόνια. Καινούργια μόδα κι αυτή, σκεφτόμουνα για τα μπαλκόνια, ενώ η Κάλλη έστριβε, στα δεξιά υποθέτω, αφού στο δεξί πεζοδρόμιο βαδίζαμε, κι εξαφανιζόταν. Σε μια πολυκατοικία κάπου εκεί κοντά ή μήπως στον επόμενο κάθετο δρόμο; Και προς ποια κατεύθυνση; Και ποιος μου έλεγε ότι δεν είχε στρίψει αριστερά;
Ξεποδαριάστηκα αναζητώντας τη στην περιοχή, μούσκεμα από τον ιδρώτα κατέληξα στο σπίτι, και το μόνο μου κέρδος ότι κατάφερα και κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ, χωρίς να πάρω δεύτερο χαπάκι.
℘
ΤΟ ΑΛΛΟ ΠΡΩΙ, καθ’ οδόν για το ταχυδρομείο, μπήκα στον πειρασμό να παρεκκλίνω από την πορεία μου και να επαναλάβω τη νυχτερινή διαδρομή. Το απόφυγα λόγω της ζέστης. Ήδη από νωρίς, από τις εννιά, ο υδράργυρος είχε σκαρφαλώσει στους τριάντα βαθμούς και τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα στη συνέχεια. Ολημερίς στο μέτωπό μου μια λιπαρή λίγδα και στην μπροστινή βεράντα του διαμερίσματος, σαν βγήκα να ανασάνω κάποια στιγμή που σκοτείνιασε, ένας αέρας λίβας. Τριάντα τρεις βαθμούς έδειχνε το θερμόμετρο όταν ξεπόρτισα λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ακριβώς όσο και το προηγούμενο βράδυ.
Ίδια ώρα και ίδιο μέρος, ο προαύλιος χώρος του ναού της Αγίας Αικατερίνης, όπου και πάλι τα πόδια μου με πήγαιναν από μόνα τους. Χωρίς να το έχω προσχεδιάσει, εννοώ – αν και σε περίπτωση που συναντιόμαστε για τρίτη φορά, σχεδίαζα να της πω κατ’ αρχάς μια καλησπέρα, να συστηθώ εν πάση περιπτώσει, κι εφόσον θα μου το επέτρεπε, ν’ αρχίσω μαζί της μια κουβέντα στη διάρκεια της οποίας θα έβρισκα και τι θα της έλεγα.
Το παγκάκι της άδειο, άδειο και το διπλανό, και στα άλλα δυο τα αντικριστά παγκάκια άνθρωπος κανείς. Και όμως, όπως συμβαίνει στις μαγικές εικόνες όπου στην αρχή δεν διακρίνεις εκείνο που αν επιμείνεις πρόκειται στο τέλος να δεις, εκείνη ήταν εκεί. Ψηλά πολύ, επάνω στα σκαλιά όπου έγερνε κι ανάπαυε το κορμί της, έχοντας τριγύρω τα χθεσινά παιδιά με τα οποία τώρα ήρεμα συνομιλούσε.
«Μανάδες δεν έχουν αυτά τα παιδιά να τα μαζέψουν; Και δεν φοβούνται που τα αμολάνε τέτοια ώρα στους πέντε δρόμους;» μουρμούριζα. Και καλά αυτές, ως αγορομάνες, πες ότι κάνουν τη δουλειά τους, η ίδια η Κάλλη πώς έφτασε να κυλιέται μαζί τους στα σκαλιά; Έτσι εύκολα τον ξέχασε κι εκείνη τον όποιον –τον κάποιον, ήμουν βέβαιος– Σωκράτη της; αναρωτιόμουν καθώς προσπερνούσα.
℘
ΟΤΑΝ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙΣ με το ασανσέρ στον πέμπτο όροφο –όχι μόνον στον πέμπτο, σ’ έναν οποιοδήποτε όροφο της πολυκατοικίας– και βγαίνεις από την καμπίνα, ο διάδρομος μπλοκάρει. Για να δεις τι γίνεται στα δεξιά σου, πρέπει να περιμένεις να κλείσει πρώτα η πόρτα του ασανσέρ, κι αν τυχόν στρίψεις αριστερά, δίχως να περιμένεις, γιατί προς τα εκεί είναι το δικό σου διαμέρισμα και δεν έχεις την περιέργεια να δεις ποιος βρίσκεται ή έρχεται από την άλλη μεριά, τότε δεν θα δεις ούτε και την Κάλλη.
Την οποία όμως εγώ, σαν έφτασα μπροστά στην πόρτα μου κι ετοιμαζόμουνα να ξεκλειδώσω, είδα. Ως επισκέπτρια, τη στιγμή που χτυπούσε ή ξαναχτυπούσε το κουδούνι του διαμερίσματος στο βάθος του διαδρόμου δεξιά.
«Μα, ναι, την ξέρω» μου είπε ο κύριος Ασπρογέρακας, ο μόνιμος και πολύ υποχρεωτικός διαχειριστής μας, όταν τον ρώτησα την ίδια μέρα στο τηλέφωνο.
Ήταν βέβαιος;
Απολύτως. Την είχε συναντήσει κι εκείνος στην είσοδο να μπαίνει στην πολυκατοικία –όχι σήμερα, τις προάλλες– κι επιπλέον την είχε δει στη γειτονιά και στο σουπερμάρκετ, κι έτσι περίεργα που ντυνόταν, κι όπως αλλιώς και να ντυνόταν, ήταν αδύνατον να την περάσεις γι’ άλλη. Ρώτησε ύστερα για ελόγου της κι έμαθε. Όμως τι γύρευε στον πέμπτο όροφο δεν γνώριζε.
Τουλάχιστον να μου έλεγε πού έμενε, ήξερε; Εδώ κοντά, μακριά; Πού;
«Σε δρόμο κάτω από τις γραμμές του Ηλεκτρικού, σ’ ένα δυάρι».
«Δηλαδή είναι σαν να λέμε παλιά στην περιοχή».
«Καινούργια, τεσσάρων μηνών το πολύ – μία απ’ αυτές που μετακομίζουν για ψύλλου πήδημα είναι, που το ένα διαμέρισμα τους μυρίζει και το άλλο τους βρομάει, να τι πιστεύω εγώ ότι είναι… και που όταν τα μαζεύουν και φεύγουν από τη γειτονιά, γιατί ούτε κι αυτή τους κάνει, σου αφήνουν αμανάτι τα κοινόχρηστα και μετά άντε βρες τες εσύ. Αχ, κύριέ μου, τι νομίζετε; Ότι όλα τα δάχτυλα του χεριού είναι ίδια κι όλοι οι άνθρωποι καλοί;»
Έτσι το πήγαινε κι έτσι θα το συνέχιζε ο διαχειριστής μας, αν δεν τον διέκοπτα. «Εγώ πάντως» του είπα «για καθωσπρέπει την κόβω, για μια κυρία καλή».
«Καλή;»
«Ακριβώς».
Στην άλλη άκρη του διαδρόμου, εκεί όπου προ ολίγου είχε χτυπήσει η Κάλλη το κουδούνι, έμενε μια φυσικοθεραπεύτρια. Νέα ως ένοικος, νέα και στην ηλικία αλλά ασχημούλα. Πελάτες δεν δεχόταν – σε μια γκαρσονιέρα τριάντα τετραγωνικών με θέα στον ακάλυπτο, πού να τους δεχτεί; Πήγαινε εκείνη στον χώρο τους, ενώ και στην εξόφληση των κοινοχρήστων του κυρίου Ασπρογέρακα ήταν κατά κανόνα τακτική.
Βλεπόμασταν με την κοπέλα αραιά και πού τον χειμώνα εκείνου του χρόνου, στη λαϊκή αγορά της Παρασκευής. Μοναχούλα την έβλεπα με τις τσαντούλες της των λίγων λαχανικών και των άλλων τόσων φρούτων στο χέρι, κι ενώ την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, χαιρετηθήκαμε, έκτοτε αποφεύγαμε να ’ρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο, στρέφοντας αλλού το κεφάλι. Το ίδιο εύκολα παραλείπαμε τον χαιρετισμό κι απ’ τα μπαλκονάκια μας του ακάλυπτου τα απογεύματα του καλοκαιριού, όταν εκείνη έπινε τον καφέ της με την πλάτη γυρισμένη σ’ εμένα κι εγώ έβγαινα για να απλώσω στα γρήγορα τα ρούχα του πλυντηρίου.
Μέχρι την ημέρα εκείνη τη σημαδιακή που είδα την Κάλλη να της χτυπάει το κουδούνι, καλύτερα να πω, μέχρι αργότερα, κατά το σούρουπο της ίδιας ημέρας, με την ανυπόφορη κουφόβραση, που αντί για την μπροστινή βεράντα προτίμησα να βγω στο μπαλκονάκι του ακάλυπτου με τον βόρειο προσανατολισμό, προσδοκώντας μια δροσερή, ει δυνατόν, πνοή, και τις αντίκρισα να κάθονται και να τα λένε σαν δυο καλές φιλενάδες, η μια στο πλάι της άλλης, που αντίκρισα την Κάλλη να της κρατάει το χέρι και να κοιτάζει τη μεγάλη της παλάμη –παλάμη και χέρι φυσικοθεραπεύτριας– να την κοιτάζει επίμονα και προσεκτικά ως εάν να μελετούσε τις γραμμές της ζωής και της καρδιάς της, μέχρι τότε μάτια είχα αλλά όχι για πάρτη της. Σαν αόρατη μέχρι τότε για μένα η φυσικοθεραπεύτρια, όπως αναμφίβολα κι εγώ για εκείνη.
Έμεινα στο μπαλκονάκι μέχρι αργά, πίνοντας κι εγώ καφέ (καφέδες, ας πω καλύτερα) και ατελείωτα ποτήρια νερό, στριμωγμένος ανάμεσα στη συρταρωτή μπαλκονόπορτα της κρεβατοκάμαρας και την απλώστρα, κρυπτόμενος, όσο ήταν δυνατόν, πίσω από τα ρούχα που στέγνωναν από νωρίς το πρωί κι είχαν πια κοκαλώσει στην απλώστρα.
Να ακούσω τι έλεγαν δεν ήταν εύκολο, γιατί εκείνες γνώριζαν για την παρουσία μου και μιλούσαν ψιθυριστά. Εκτός από τα επίμονα νιαουρίσματα μιας διαρκώς παρούσας κι απαιτητικής γάτας, λέξεις σκόρπιες έπιανα και ονόματα, νομίζω γυναικεία.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Το ντύσιμό της μιας μόδας περασμένης κι η γοητεία της σαν βγαλμένη από ασπρόμαυρη γαλλική ταινία. Οι τέσσερις νύχτες των συναντήσεών τους, οι ιστορίες της ζωής της μέσα από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ, και η αμφισβήτηση των αισθημάτων του αφηγητή από ένα πρόσωπο που έρχεται από το παρελθόν.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Συμπάρδης γεννήθηκε το 1945 στην Ελευσίνα και ζει στην Αθήνα. Έχει γράψει πέντε μυθιστορήματα, δύο νουβέλες και ένα βιβλίο με δοκίμια. Το μυθιστόρημά του Υπόσχεση γάμου τιμήθηκε το 2012 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη) και με το Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Το 2013 τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη. Το μυθιστόρημά του Αδέλφια έλαβε το 2019 το Βραβείο Μυθιστορήματος του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο αναγνώστης. Το τελευταίο του μυθιστόρημα Πλατεία Κλαυθμώνος τιμήθηκε με το Βραβείο Ελληνικού Μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature 2023.




















