
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ευαγγελίας Γιάννου «Μόρα – Σκιές στο χιόνι», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 31 Μαρτίου από τις εκδόσεις Anubis.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Αμαλία...
Η Αμαλία πετάχτηκε από το κρεβάτι και έμεινε όρθια να τουρτουρίζει από το τσουχτερό κρύο. Το σώμα της ήταν κάθιδρο και μια κραυγή είχε σκαλώσει στο λαιμό της και την έπνιγε. Κοίταξε γύρω της ταραγμένη. Το κερί ήταν ακόμη αναμμένο και έκανε τις σκιές και τα αντικείμενα να τρεμουλιάζουν σαν να είχαν αποκτήσει ξαφνικά ζωή.
Αμαλία...
Το όνομά της χτύπησε στους τοίχους, δυνάμωσε τον ήχο, τον επέστρεψε εκκωφαντικό, κάνοντας το κορμί της να τρέμει και να δονείται. Βαθύς πόνος έβγαινε από μέσα της, λες και κάποιος της έμπηγε βελόνες στην κοιλιά και στο στήθος. Πήγε στο παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα. Το σκοτάδι ήταν ακόμη πυκνό και το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει στον έρημο δρόμο. Στάθηκε εκεί, να τρέμει από φόβο και να προσπαθεί να ξυπνήσει, μέχρι που συνειδητοποίησε πως αυτό που άκουγε δεν προερχόταν από μέσα της, μα ήταν ο ήχος της καμπάνας. Ξημέρωνε. Έκανε το σταυρό της κι αυτό καταλάγιασε κάπως την ανησυχία της. Τυλίχτηκε με το σάλι, μπήκε στην κουζίνα και άναψε τη φωτιά. Με το που ζεστάθηκε το νερό, γέμισε ένα κανάτι και πήγε να πλυθεί.
Όταν γδύθηκε, κατάλαβε και το λόγο που ξύπνησε τόσο άγρια και το σώμα της πονούσε ακόμη. Είχε τη μορφή μιας παχιάς κόκκινης γραμμής και κυλούσε στο εσωτερικό του μηρού της. Ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν. Ούτε αυτή τη φορά κατάφερε να κρατήσει το σπόρο του άντρα της. Το ίδιο το κορμί της τον έδιωχνε με βιάση από μέσα του.
Πρώτα σκούπισε τα μάτια της. Είναι μάταιο να κλαις για κάτι που χάθηκε. Μετά πλύθηκε κι άλλαξε ρούχα. Συνήθως πήγαινε στην εκκλησία όταν χτυπούσε η δεύτερη ή η τρίτη καμπάνα, όμως σήμερα δεν είχε τη δύναμη να βρεθεί ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους. Πάντα η απογοήτευση την ωθούσε στην απομόνωση. Αγρίευε το βλέμμα της, σκλήραινε τα λόγια της, την έκανε εριστική και απότομη.
Άναψε το θυμιατό και γύρισε όλο το σπίτι αφήνοντας το άρωμα του λιβανιού να γεμίσει τα άδεια δωμάτια και να διώξει μακριά κάθε κακό, κάθε άσχημη σκέψη. Σταύρωνε κάθε δωμάτιο και προχωρούσε στο επόμενο. Στη σάλα στάθηκε λίγο παραπάνω. Ακούμπησε το λιβανιστήρι στο τραπέζι και έπιασε την πορσελάνινη κούκλα. Έσφιξε το άψυχο, παγωμένο σώμα περιμένοντας παρηγοριά με την αυταπάτη πως κρατούσε κάτι στην αγκαλιά της.
Μαμά... Μάνα...
Η μάνα της άδειας αγκαλιάς – της άδειας ψυχής. Την άφησε στη θέση της και πήγε μπροστά στη φωτογραφία της πεθεράς της. Αυτή ήταν πραγματική μάνα. Δεν τρόμαξε μπροστά στη θωριά της ξένης νύφης, δε στάθηκε με δυσπιστία απέναντι σ’ αυτά που εκείνη όριζε ή την όριζαν. Όταν ο πατέρας της Αμαλίας, ο Δαμιανός και δυο τρεις άλλοι συγγενείς πήγαν στο σπίτι της για να γυρέψουν την κλεμμένη νύφη, η πεθερά της τους έδιωξε χωρίς να νοιαστεί για τίποτε. Πήρε στα χέρια της το τουφέκι του μακαρίτη του άντρα της και το όπλισε μπροστά τους χωρίς να βλεφαρίσει καν.
«Δεν έχω να χάσω τίποτε» τους αποκρίθηκε κρατώντας σταθερό το βλέμμα και το χέρι της. «Κι αν η γυναίκα που ζητάτε θέλει να έρθει μαζί σας, εγώ η ίδια θα την οδηγήσω σ’ εσάς. Αν όμως ορίσει πως αυτό είναι το σπίτι της κι ο γιος μου άντρας της, τότε είναι δικό μου παιδί. Και κανένας δεν έχει λόγο και δικαίωμα πάνω στα παιδιά μου. Αν πιστέψει το αντίθετο, τότε τον σκοτώνω ευθύς. Μακριά από τα παιδιά μου και το σπίτι μου!»
Έσφιξε την Αμαλία στα χέρια της και έδειξε σε όλους πως την τιμή και την αξιοπρέπεια δεν την καθορίζουν κούφια λόγια και περιττοί κανόνες, αλλά η ψυχή και οι πράξεις του καθενός. Και η Αμαλία δε βρήκε μόνο έναν άντρα που είχε το θάρρος, την αποφασιστικότητα και το πάθος να τη διεκδικήσει, μα και μια άλλη μάνα που την αγαπούσε πιότερο κι από το αν την είχε γεννήσει.
Σταύρωσε τη φωτογραφία της συχωρεμένης και γύρισε στην κουζίνα. Τις Κυριακές το μαγαζί άνοιγε μετά την εκκλησία. Όμως εκείνη κατέβηκε, άναψε τη σόμπα, ξεκλείδωσε κι έβαλε να ζεστάνει νερό για τσάι. Αυτές οι μηχανικές κινήσεις δεν κατάφεραν να καταλαγιάσουν την ανησυχία της. Όταν ήχησε το κουδουνάκι της πόρτας, πετάχτηκε τρομαγμένη.
Ο μπαρμπα-Γιάννης στάθηκε διστακτικά στο κατώφλι. «Αμαλία, είναι ανοιχτό το μαγαζί;»
Του χαμογέλασε με δυσκολία. «Έλα μέσα, κυρ Γιάννη, να ζεσταθείς. Ο Έκτορας δε γύρισε ακόμη κι εγώ ψάχνω τρόπο για να περάσει η ώρα μου».
«Δε θα πας στην εκκλησία, κόρη μου;»
Η Αμαλία δυνάμωσε το φως της λάμπας. Δεν είχε ξημερώσει ακόμη ολότελα, κι ο βαρύς ουρανός σκοτείνιαζε περισσότερο τη μέρα που χάραζε. «Εσύ;» του αντιγύρισε. «Τέτοια ώρα δε θα έπρεπε να βρίσκεσαι εκεί και να ψέλνεις;»
«Ο παπάς μ’ έστειλε να πάρω κρασί για τη μετάληψη. Του σώθηκε, είπε».
Η Αμαλία πήγε κοντά του χαμογελώντας. Πάντα ο παπα-Γεράσιμος προσπαθούσε να βρει τρόπους για να κρατήσει τον μπαρμπα-Γιάννη μακριά από το ψαλτήρι. Μα εκείνη σήμερα με προθυμία θα τον άκουγε να ψέλνει, να απαγγέλλει ή να κάνει ό,τι άλλο ήθελε, αρκεί να έμενε η σκέψη της μακριά από την ανησυχία που, αντί να καταλαγιάζει με την ώρα, δυνάμωνε περισσότερο.
Η Αμαλία πήγε κοντά του χαμογελώντας. Πάντα ο παπα-Γεράσιμος προσπαθούσε να βρει τρόπους για να κρατήσει τον μπαρμπα-Γιάννη μακριά από το ψαλτήρι. Μα εκείνη σήμερα με προθυμία θα τον άκουγε να ψέλνει, να απαγγέλλει ή να κάνει ό,τι άλλο ήθελε, αρκεί να έμενε η σκέψη της μακριά από την ανησυχία που, αντί να καταλαγιάζει με την ώρα, δυνάμωνε περισσότερο.
«Πέρνα μέσα».
«Είναι λερωμένα τα παπούτσια μου» είπε διστακτικά ο μπαρμπα-Γιάννης. «Θα σου γεμίσω χιόνι και λάσπες το πάτωμα».
«Αυτός είναι ο σκοπός του πατώματος. Να δέχεται καθετί, λάσπη, νερό, χώμα, αίμα...»
Ο γέρος έκλεισε την πόρτα και τίναξε το χιόνι από το πανωφόρι του. «Αίμα; Τι λόγια είναι αυτά, μέρα που ξημερώνει! Έφτιαξες τσάι;»
Η Αμαλία γέμισε ένα φλιτζάνι και του το έδωσε. Μετά κάθισε στο σκαμνί και του έδειξε το άλλο. «Μακάρι οι γιορτινές μέρες που έρχονται να μπορούσαν να κρατήσουν μακριά τις άσχημες σκέψεις και τα λόγια που πληγώνουν. Μα εκείνα θαρρείς πως τέτοιες μέρες διαλέγουν να μπουν μέσα μας».
Ο γέρος έσφιξε το φλιτζάνι ανάμεσα στα γόνατά του και άπλωσε τα χέρια του στη φωτιά. «Είναι ο εξαποδώ, που ψάχνει τρόπους να μας στενοχωρήσει. Όμως εμείς με την προσευχή και τους ψαλμούς καταφέρνουμε να τον κρατήσουμε μακριά μας».
Η Αμαλία χαμογέλασε. Ο μπαρμπα-Γιάννης είχε ακόμη επιβλητικό παράστημα και πρόσωπο αργασμένο από τον ήλιο και τον αέρα των βουνών, αλλά κάτι στη μορφή του τον έκανε να φαντάζει σαν ντροπαλό παιδί.
«Ψάλε μου τότε κάτι...»
Ο μπαρμπα-Γιάννης κόντεψε να πνιγεί από την έκπληξη. Κατάπιε με βιάση το τσάι του και άρχισε να βήχει. Πρώτη φορά του ζητούσαν κάτι τέτοιο.
«Το εννοείς;» τη ρώτησε διστακτικά.
Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Ναι. Σήμερα δεν έχω διάθεση να πάω στην εκκλησία. Ίσως ο παπάς να πιστεύει πως δε θα του φτάσει το κρασί, όμως αργεί ακόμη η στιγμή που θα το χρειαστεί. Μείνε μαζί μου και ψάλε μου όλη τη λειτουργία. Θέλεις; Θέλω να πω, θυμάσαι τα λόγια απέξω, έτσι δεν είναι;»
Ο γέρος χαμογέλασε με περηφάνια. «Θυμάμαι όλα τα ευαγγέλια και τους ψαλμούς απέξω. Θέλεις το σημερινό ή κάποιο άλλο;»
«Όποιο σου αρέσει περισσότερο. Διάλεξε εσύ».
Ο μπαρμπα-Γιάννης στέναξε. «Εμένα μου αρέσει η εξόδιος ακολουθία. Μα ποτέ δε μ’ αφήνουν να την πω. Πάντα με βάζουν να στέκομαι με τον Μήτσο στο λάκκο. Λένε πως έτσι είμαι περισσότερο χρήσιμος». Χαμήλωσε το κεφάλι του και πρόσθεσε με παράπονο: «Αναρωτιέμαι τι φοβούνται περισσότερο. Πως θα ξυπνήσω τον πεθαμένο ή πως θα ταράξω τους ζωντανούς;»
Αμαλία απόρησε με την επιλογή του. «Και γιατί ειδικά αυτήν;»
«Είναι όμορφα και παρήγορα τα λόγια. Κι όταν τα έχεις ακούσει τόσες φορές, τότε μάλλον δε θα τρομάξεις όταν τα λένε οι άλλοι αποπάνω σου».
«Και πιστεύεις πως εσύ θα μπορείς να τα ακούσεις εκείνη την ώρα;»
Ο γέρος κούνησε με έμφαση το κεφάλι του. «Φυσικά. Η ψυχή του αποθαμένου κάθεται σαράντα μέρες στη γη. Γυρνά στο σπίτι του, περνάει από το καφενείο για ν’ ακούσει τι λένε οι φίλοι του για εκείνον, αν τον θυμούνται, αν λυπούνται, αν έχει ξεχάσει κάποιο παλιό χρέος που τους είχε...»
«Και μετά;»
«Μετά θαρρώ πως θα βαριέσαι. Στην αρχή μιλάνε συνεχώς για σένα, σιγά σιγά όμως σε ξεχνάνε. Έτσι, έρχεται η ώρα που καταλαβαίνεις πως είσαι μόνο μια σκιά και η θέση σου είναι στον ουρανό, με τις άλλες σκιές. Οι ζωντανοί συνεχίζουν, εσύ πρέπει να ανταμώσεις τον Θεό. Να κριθείς, να δικαστείς, να μετανιώσεις. Δεν έχεις καμιά θέση ανάμεσά τους».
«Παράξενοι συλλογισμοί, κυρ Γιάννη. Και τι θαρρείς πως γίνεται μετά;»
«Αρχίζεις να τους ξεχνάς, παιδί μου. Όπως σε ξεχνάνε κι εκείνοι. Γίνεστε ξένοι. Τότε πια είναι ώρα να φύγεις».
«Κι αν δε σε ξεχάσουν; Γυρνάς ανάμεσά τους σαν φάντασμα;»
Ο γέρος άφησε ένα στεναγμό και κοίταξε έξω από το παραθύρι τη μέρα που είχε σκαλώσει ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως.
«Εμείς οι ίδιοι κάνουμε τους νεκρούς μας φαντάσματα, τους φυλακίζουμε, μέχρι να πάρουν τρομακτική όψη μέσα μας. Κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να μας φωνάξουν πως τίποτε που δημιουργείται μόνο από την επιθυμία και στη σκέψη μας δεν μπορεί να είναι καλό. Κι ότι είναι ώρα πια να τους αφήσουμε να ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Εμείς να συνεχίσουμε να ζούμε κι εκείνοι να γαληνέψουν».
Τα λόγια του ηλικιωμένου άντρα τής έφεραν μια παράξενη ταραχή. Δεν ήθελε να ακούσει πια ψαλμούς και νόμους του Θεού, έτσι όπως οι άνθρωποι τα στρίμωξαν μέσα σε βιβλία. Η πίστη δε χωρούσε σε σχήματα και δε δεχόταν ερμηνείες. Ήταν κάτι βαθύτερο και ιδιαίτερο για τον καθένα, φτιαγμένο με τα βιώματα και τις εμπειρίες του.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Υπάρχουν τόποι που δεν ανήκουν ούτε στους ζωντανούς ούτε στους νεκρούς. Πλάι στο ποτάμι στέκει σιωπηλά το Λιοχώρι, ένα ξεχασμένο ορεινό χωριό. Για τους κατοίκους του όμως είναι ολόκληρος ο κόσμος. Εκεί, η ζωή κυλά ήσυχα. Οι άνθρωποι ζουν ταπεινά, κουβαλούν κρυφές επιθυμίες, δε μιλούν ποτέ για εκείνους που έφυγαν και μαθαίνουν να ζουν με την απώλειά τους. Ο Έκτορας και η Αμαλία λαχταρούν ένα παιδί που δεν έρχεται ποτέ. Ο Λεωνίδας ζει κυνηγημένος από το θάνατο της αγαπημένης του. Η Άννα μεγαλώνει ολομόναχη τα τέσσερα παιδιά της. Κι ο παπάς κρατά την πίστη του σαν φανάρι, φωτίζοντας μόνο ό,τι πρέπει να φαίνεται.
Εκείνον το Δεκέμβρη, ένα τραγικό δυστύχημα στην πλαγιά του βουνού κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας θα έχει ως αποτέλεσμα τη μοιραία συνάντηση και τη σιωπηλή συμμαχία τριών αντρών, διαταράσσοντας τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου. Έκτοτε, πάντα κάτι θα κινείται ανάμεσά τους παίρνοντας για καθέναν τη μορφή του μεγαλύτερου φόβου του. Στο ήσυχο Λιοχώρι, η ζωή κι ο θάνατος παύουν να είναι δυνάμεις αντίθετες· γίνονται αλληλένδετες και διεκδικούν ίσο μερίδιο...
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ευαγγελία Γιάννου ζει και εργάζεται στην πόλη της Καβάλας, μοιράζοντας το χρόνο της ανάμεσα στη δουλειά της και την αγάπη της για τη συγγραφή. Στα έργα της εστιάζει στους χαρακτήρες και στις εσωτερικές τους συγκρούσεις, διερευνώντας τη μνήμη, την ενοχή, αλλά και τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας. Τη συγγραφή την αντιμετωπίζει ως τρόπο παρατήρησης και κατανόησης των ανθρώπινων επιλογών και των συνεπειών τους. Άλλα έργα της είναι τα Κλεμμένος Κόσμος και Άγριες Ανεμώνες (Εκδόσεις Λιβάνη). Το βιβλίο Μόρα είναι το τρίτο της μυθιστόρημα.



















