
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα της Μαρίας Ξυλούρη «Υφάντρα», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 3 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Ολόγυρά της απλώνονταν λόφοι, κι άλλοι λόφοι, από πάνω ουρανός καταγάλανος, από κάτω οστά επί οστών που αργοσάλευαν μέσα στο χώμα, και μπροστά της στεκόταν και την περίμενε η οικονόμος κάτω από τη βουκαμβίλια της εισόδου του κυρίου Τέιλορ –ολάνθιστη αιχμηρό κόκκινο που της έτσουζε τα μάτια–, τα μαλλιά της πιασμένα σ’ έναν αυστηρό κότσο, τραβηγμένα με τόση δύναμη που οι κρόταφοί της τσίτωναν και το πρόσωπό της έπαιρνε μια έκφραση λεία, αφύσικη.
«Ήρθατε» είπε η οικονόμος, σχεδόν απορημένη, σαν να μην την παρακαλούσε επί εβδομάδες να έρθει· η θέση της ήταν απίθανη – μητέρα προς μητέρα, ήξερε αρκετά ώστε να ξέρει ότι θα μπορούσε, πράγματι, να έρθει αν την παρακαλούσες, κι ότι συχνά, τις περισσότερες φορές, θα κατέληγες να μην μπορείς να αποφασίσεις αν ήταν τελικά καλύτερα που ήρθε ή όχι. Λέγεται για τους κοινούς ανθρώπους ότι συνήθως δεν ξέρουν τι θέλουν· ακόμα χειρότερο όμως είναι όταν ξέρουν τι θέλουν, κι αυτό που θέλουν δεν είναι ό,τι στ’ αλήθεια χρειάζονται ή όταν ξέρουν τι θέλουν, αλλά δεν ξέρουν και πώς να το υπομείνουν όταν έρθει, κι η Επισκέπτρια ακόμη δεν ήξερε σε ποια κατηγορία θα κατέληγε η οικονόμος του κυρίου Τέιλορ.
Ψηλότερα, σ’ ένα γείσο πέρα από τη βουκαμβίλια, ένας τσαλαπετεινός παρακολουθούσε τις δυο τους μ’ ενδιαφέρον. Του αντιγύρισε το βλέμμα –μια, δυο στιγμές– κι έπειτα ξανακατέβασε τα μάτια στην οικονόμο. «Ήρθα, Μπιάνκα» της είπε· η οικονόμος έσκυψε το κεφάλι και έκανε στην άκρη να περάσει.
«Τι ξέρει ο κύριός σου;» τη ρώτησε.
«Τίποτα που να έχει σημασία» απάντησε η Μπιάνκα. «Ξέρω τι δεν πρέπει να μάθει· για ό,τι δεν είμαι σίγουρη, κρατώ το στόμα μου κλειστό».
Η Μπιάνκα αυτό που έλεγε το πίστευε, αλλά οι κοινοί άνθρωποι φανερώνουν πολύ περισσότερα από ό,τι αντιλαμβάνονται, παρά τις όποιες προθέσεις τους. Δεν ήταν ώρα, ωστόσο, να σταθούν σε τέτοιες λεπτομέρειες.
Διέσχισαν τον περιποιημένο κήπο προς έναν μικρό ξενώνα στα αριστερά της έπαυλης, άλλοτε το σπίτι του επιστάτη. Η Μπιάνκα διάλεξε ένα κλειδί από την αρμαθιά που είχε κρεμασμένη στη ζώνη της και άνοιξε την πόρτα· στο τρίξιμό της, η Επισκέπτρια γύρισε να κοιτάξει κατά τον τσαλαπετεινό και τον είδε να απογειώνεται.
Το σπίτι ήταν σκοτεινό, δροσερό· η Μπιάνκα της έκανε νόημα να καθίσει σ’ έναν καναπέ· η ίδια έμεινε όρθια να παίζει τα κλειδιά στα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Η Επισκέπτρια έμεινε για λίγο να παρατηρεί αυτό το χέρι: χέρι γυναίκας κουρασμένης, όπως περίμενε· χέρι γυναίκας που κανείς δεν θα περνούσε για κυρία της έπαυλης, κι ας ήξερε κάθε της γωνιά καλύτερα από την κυρία της έπαυλης, κι ας αγαπούσε την έπαυλη και τον κύριό της βαθύτερα από την κυρία της έπαυλης.
Η Επισκέπτρια έμεινε για λίγο να παρατηρεί αυτό το χέρι: χέρι γυναίκας κουρασμένης, όπως περίμενε· χέρι γυναίκας που κανείς δεν θα περνούσε για κυρία της έπαυλης, κι ας ήξερε κάθε της γωνιά καλύτερα από την κυρία της έπαυλης, κι ας αγαπούσε την έπαυλη και τον κύριό της βαθύτερα από την κυρία της έπαυλης.
Τα χέρια των περισσότερων γυναικών που την παρακαλούσαν να έρθει ήταν έτσι. Δάχτυλα που γραπώνονταν από το παραμικρό γιατί είχαν ελάχιστα πράγματα δικά τους· νύχια σπασμένα και λερωμένα από τον αγώνα της κάθε μέρας. Εκείνες με τα περιποιημένα δάχτυλα είχαν άλλους τρόπους να προσπαθούν να επιβάλλουν το θέλημά τους –είχαν την πολυτέλεια, συχνά, να επιβάλλουν πράγματι το θέλημά τους– κι οι τρόποι αυτοί, αναγκάστηκε για άλλη μια φορά να παραδεχτεί –τα χείλη της συσπάστηκαν, η Μπιάνκα το πρόσεξε και συνοφρυώθηκε– δεν ήταν απαραιτήτως λιγότερο επαρκείς από τους δικούς της.
Αλλά δεν ήταν οι δικοί της τρόποι, και άρα δεν ήταν και οι τρόποι της Μπιάνκας.
Η Μπιάνκα κρέμασε και πάλι τα κλειδιά στη ζώνη της και πήγε να μιλήσει. Έκλεισε όμως το στόμα της πριν καλά καλά το ανοίξει: συνέβαινε συχνά κι αυτό. Την παρακαλούσαν να έρθει κι όταν, τελικά, εμφανιζόταν, ανακάλυπταν ότι είχαν εξαντλήσει κάθε λέξη και κάθε ικεσία. Ήταν και μερικές που τότε μόνο συνειδητοποιούσαν τι ακριβώς είχαν κάνει, σε ποιαν ακριβώς είχαν ανοίξει την πόρτα: η δική τους σιωπή ήταν γεμάτη τρόμο, καθώς αντιλαμβάνονταν, αίφνης, ότι δεν ήταν προετοιμασμένες για το τίμημα, που ως τότε –μέχρι την άφιξή της– ήταν εξίσου θεωρητικό κι αμφισβητήσιμο με την ύπαρξή της.
Τα μάτια της Μπιάνκας γυάλιζαν στο μισοσκόταδο του σπιτιού· ίσως να είχε δακρύσει.
«Λοιπόν;» τη ρώτησε «πώς είναι η κυρία σου;» Σαν να υπήρχε περίπτωση στο μεταξύ η κυρία της να είχε αναρρώσει ή πεθάνει, χωρίς η ίδια να το ξέρει.
Το βλέμμα της Μπιάνκας μαρτυρούσε ότι αυτό ακριβώς σκεφτόταν κι εκείνη για την ερώτηση, ωστόσο πήρε ανάσα και απάντησε «Καμία αλλαγή, ούτε προς το καλύτερο ούτε προς το χειρότερο».
Ήταν μικρόσωμη, λιγνή σαν το κλαδί, μα είχε ριζώσει εδώ, το ήξερε η Επισκέπτρια, βαθιά σαν δέντρο· την κοίταξε όπως έφερε τα χέρια στους κροτάφους της –απέδιδε, ήξερε, τον σχεδόν μόνιμο πονοκέφαλό της στον σφιχτό της κότσο, απαίτηση του κυρίου Τέιλορ προς το προσωπικό του– και πρόσθεσε «Μη με ρωτάτε για πράγματα που ήδη ξέρετε, σας παρακαλώ».
«Μπορεί να ξέρεις κάτι και να μην το γνωρίζεις καθόλου» της απάντησε «γι’ αυτό καμία ερώτηση δεν έχει αυτονόητη απάντηση».
℘
Η Μπιάνκα ερχόταν από πολλές γενιές: Η πρώτη μητέρα δεν ήξερε να υφαίνει, την έμαθε μια γειτόνισσα στο σπίτι που μπήκε νύφη, καλή υφάντρα μα γυναίκα άχαρη και στριφνή· οι λέξεις της έδιωχναν τον κόσμο και τα υφαντά της δεν μπορούσαν να της τον ξαναφέρουν, οι άντρες απέφευγαν το μονίμως ζαρωμένο μέτωπο, τα μονίμως σφιγμένα χείλη, κι έμεινε άγαμη και άτεκνη, ώστε στο τέλος έδωσε τη δαχτυλήθρα και τον αργαλειό της και τα νήματά της στην ξενοφερμένη νύφη, κι εκείνη, που ούτε μονίμως ζαρωμένο μέτωπο ούτε μονίμως σφιγμένα χείλη είχε, είχε όμως έναν άντρα αυστηρό και κρύο και μια ζωή κλειστή και μικρή, τα δέχτηκε με ευγνωμοσύνη και προσπάθησε να βρει σε αυτά την παρηγοριά που δεν έβρισκε γύρω της, ούτε καν στα μάτια της κόρης της.
Αυτή η κόρη κληρονόμησε από τη μητέρα της τα υφαντά και τη δυστυχία, έτσι που αρχικά δεν ήθελε να μάθει στη δική της κόρη να υφαίνει, αναγκάστηκε όμως, από τα πράγματα και από μια υποψία που παρέμεινε άρρητη μέχρι τέλους ότι το να μην τη μάθει θα ήταν κάλεσμα σε χειρότερες συμφορές να έρθουν.
Η κόρη της δεν θα μπορούσε να φανταστεί συμφορά χειρότερη από τη ζωή της –ξεφτισμένη και ξηλωμένη, με τη μυρωδιά των κάστανων που σιγοψήνονταν επί μέρες το φθινόπωρο, την μπόχα της κοπριάς των προβάτων, και τα πνευμόνια της να γεμίζουν χνούδια από το μαλλί, ώστε όπου πήγαινε έφερνε μαζί της και τον βήχα της κι έτσι τη γνώριζαν οι περισσότεροι στα γύρω σπίτια, από τον βήχα– ούτε όμως και ζωή διαφορετική από τη δική της, έμαθε λοιπόν στις δικές της κόρες να υφαίνουν, κι όταν παντρεύτηκαν και πήγαν σε άλλα χωριά, ταξίδεψαν μαζί τους και οι δαχτυλήθρες τους. Η μεγάλη κόρη γρήγορα σταμάτησε να αφήνει το αίμα της στη δαχτυλήθρα τα βράδια του Σαββάτου – ίσως επειδή πάντοτε πίστευε ότι ήταν καλύτερη της μάνας της· «Εγώ δεν πιστεύω σε τέτοιες ανοησίες» της είχε πει μια φορά «τι καλό σου έδωσαν τα νήματα στο κάτω κάτω, τι καλό σου έδωσε το αίμα σου, μόνο που μας λοξοκοιτάνε επειδή το καταλαβαίνουν πως εμείς κάτι άλλο είμαστε» κι η μάνα της δεν αντιμίλησε, κούνησε το κεφάλι μόνο, απορημένη με το θράσος της κόρης της να νομίζει ότι μπορούσε να διαλέξει τι πίστευε κι ακόμα περισσότερο να αξιώσει κάτι καλύτερο – από πού κι ως πού; Η δαχτυλήθρα της κόρης έμεινε ξεχασμένη επί χρόνια σε ένα σεντούκι, όπου κανένας δεν μπορούσε να τη δει να φεγγοβολάει αχνά μερικές φορές όταν στεκόταν η καρακάξα στο περβάζι και το έβρισκε αδειανό. (Όταν πέθανε αυτή η κόρη, λιωμένη απ’ την κακιά αρρώστια, οι δικές της κόρες πήραν ό,τι χρήσιμο βρήκαν από το σεντούκι· τη δαχτυλήθρα την κράτησε η μικρότερη, και, ανίδεη, τη χρησιμοποιούσε σαν απλή δαχτυλήθρα, κι όταν προσπαθώντας να κόψει μια μερίδα κρέας έκοψε αντ’ αυτής το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού της χεριού δεν πήγε ο νους της στη δαχτυλήθρα – σκέφτηκε μόνο ότι όπως όλη της τη ζωή ήταν άτυχη, έτσι ήταν άτυχη και αυτή τη φορά).
Η μεγάλη κόρη γρήγορα σταμάτησε να αφήνει το αίμα της στη δαχτυλήθρα τα βράδια του Σαββάτου – ίσως επειδή πάντοτε πίστευε ότι ήταν καλύτερη της μάνας της· «Εγώ δεν πιστεύω σε τέτοιες ανοησίες» της είχε πει μια φορά «τι καλό σου έδωσαν τα νήματα στο κάτω κάτω, τι καλό σου έδωσε το αίμα σου, μόνο που μας λοξοκοιτάνε επειδή το καταλαβαίνουν πως εμείς κάτι άλλο είμαστε»...
Η μικρή κόρη συνέχισε να αφήνει το αίμα της στη δαχτυλήθρα τα βράδια του Σαββάτου – επειδή όταν ήταν επτά και είχε πρωτομάθει για τις αδελφές από τη μάνα της είχε παραμονέψει στο παράθυρο και είχε δει μια καρακάξα να προσγειώνεται στο περβάζι και να περιεργάζεται τη δαχτυλήθρα με το μεγάλο ράμφος της και ήταν σίγουρη ότι για αυτήν προοριζόταν το αίμα, κι ήταν κρίμα να αφήνεις ένα πουλί διψασμένο και νηστικό. Τις δικές της κόρες τις έφαγε ένας πυρετός που απλώθηκε βουβός και βιαστικός στο χωριό τους κι οι θεοί τον τίναξαν σαν κουβέρτα κι οι άνθρωποι έμειναν για λίγο να αιωρούνται στον αέρα σαν τη σκόνη πριν πέσουν κατάχαμα, πριν τους καταπιεί η γη.
Επέζησε μία μονάχα, η μεσαία, και συνέχισε να αφήνει το αίμα της στη δαχτυλήθρα σαββατόβραδο – επειδή από τους δικούς της της είχαν απομείνει ελάχιστα κι από αυτά τα ελάχιστα είχε γραπωθεί για να ζήσει. Ήταν γυναίκα άχρωμη και, αναμενόμενα, πικραμένη, ήταν όμως και καλή ράφτρα, ακόμα καλύτερη υφάντρα· «Είσαι προκομμένη εσύ» της έλεγαν, «κάτι καλό θα βρεθεί για σένα», περνούσαν όμως τα χρόνια και δεν βρισκόταν τίποτα, και η γυναίκα μια μέρα άρχισε να βάφει νήματα πολύχρωμα στα κρυφά, και σε ένα τελάρο που έφτιαξε μόνη της, άρχισε να υφαίνει μια σουσουράδα –ντρεπόταν να τη δείξει ακόμα και στην καλόκαρδη γειτόνισσα που τη βοηθούσε απ’ όταν έμεινε ολομόναχη, κάτι τόσο βαθιά άχρηστο, μια επίκληση στην ομορφιά παρά όμορφο το ίδιο– με την ελπίδα να τη λυπηθούν οι αδελφές και να της φέρουν κάτι καλό, κι ας μην ήξερε τι μπορεί να ήταν αυτό. Όταν τέλειωσε το υφαντό, ένας μακρινός θείος μεσολάβησε να παντρευτεί με έναν άντρα εξίσου άχρωμο κι ακόμα πιο πικραμένο, και οι γύρω της δεν ήξεραν αν έπρεπε να χαρούν ή όχι για την τύχη της: μόνη της δεν θα ήταν, αλλά μερικές φορές το να μην είσαι μόνη είναι χειρότερο. Ήξεραν εξάλλου ότι οι πικραμένοι άνθρωποι είναι μαχαίρια δίκοπα: είτε γραπώνονται από την παραμικρή γλύκα της ζωής για να σωθούν από το φαρμάκι της είτε γίνονται φαρμακεροί οι ίδιοι. Εκείνος ο άντρας ευτυχώς ανήκε στην πρώτη κατηγορία, και οι δύο αυτοί άχρωμοι και πικραμένοι κοινοί άνθρωποι έζησαν γλυκά και μαλακά και έκαναν μια χαριτωμένη κι ελαφρόμυαλη κόρη που τη θυμούνταν χρόνια στο χωριό – όπως πήγαινε χοροπηδώντας από αναβαθμίδα σε αναβαθμίδα τους θύμιζε πουλάκι που τινάζεται αποδώ κι αποκεί για να τσιμπολογήσει από το χώμα, κι έτσι τη φώναζαν, σουσουράδα, και μεγαλύτερη ακόμα, και παντρεμένη, και μητέρα, και η κόρη της, όταν μεγάλωσε, εκνευριζόταν που η μητέρα της ακόμη ανεχόταν να τη λένε σουσουράδα· ζήλευε ίσως.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
H Μπιάνκα, µια νεαρή υφάντρα, το σκάει από τον βάναυσο σύζυγό της χωρίς σχέδιο ή καταφύγιο. Ένας εκκεντρικός ξένος, ο κύριος Τέιλορ, τη βρίσκει να περιφέρεται µόνη της και της προσφέρει κάτι που µοιάζει µε σωτηρία· για κείνον είναι µια απλή χειρονοµία, για κείνην είναι τα πάντα. Όταν χρόνια αργότερα η γυναίκα του κυρίου Τέιλορ αρρωσταίνει βαριά, η Μπιάνκα, για να ανταποδώσει τη χάρη που της έγινε, θα επικαλεστεί για τη θεραπεία της έναν θρύλο που περνάει από µάνα σε κόρη και εγγονή εδώ και γενεές ολόκληρες — χωρίς να ξέρει ότι συχνά, χειρότερη από µια αναπάντητη προσευχή είναι η εκπλήρωσή της.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μαρία Ξυλούρη έχει γράψει τα μυθιστορήματα Rewind (2009), Πώς τελειώνει ο κόσμος (2012, Athens Prize for Literature 2013) και Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου (2015), τα οποία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καλέντη, και τη συλλογία διηγημάτων Πέτρινα πλοία (Μεταίχμιο, 2021). Έχει μεταφράσει David Mitchell, Hanya Yanagihara και Paul Auster.




















