
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα του Γιάννη Νικολούδη «Κόκκινο φαράγγι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 20 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
1
Ξυπνάει μπροστά από ένα δέντρο. Τινάζει το κεφάλι του, κάνει απότομες κινήσεις με το σώμα. Μοιάζει με άνθρωπο που θέλει να αποφύγει τις νωπές εικόνες ενός άσχημου ονείρου. Δεν περνάει όμως πολλή ώρα και ηρεμεί. Η πλάτη του ακουμπάει στον κορμό του δέντρου. Μένει ασάλευτος. Το φως διαπερνάει τις γύρω φυλλωσιές και, σαν μέσα από σχισμές, πέφτει στο πρόσωπό του και είναι επώδυνο. Το κεφάλι του γέρνει αργά προς το στήθος του, οι παλάμες του αγγίζουν το χώμα. Πιάνει το χορτάρι, τις πέτρες. Ψηλαφεί τις ρωγμές στο έδαφος. Προσπαθεί να συγκρατήσει αυτά που βλέπει, αλλά, με κάθε κίνηση των βλεφάρων, ο χώρος αλλάζει. Λες και όλα γύρω του μετατοπίζονται στα κρυφά. Οι ρίζες του δέντρου προβάλλουν από το κοκκινόχωμα με ανιχνευτικές απολήξεις σαν νεύρα. Μικρά έντομα σκαρφαλώνουν πάνω τους και μετά χάνονται μέσα στη γη. Ο άντρας, μην αντέχοντας το φως, κλείνει τα μάτια. Η πέτρα, η βλάστηση, τα έντομα αναδύονται πίσω από τα κατεβασμένα του βλέφαρα: αχνοί συνδυασμοί που ολοένα σβήνουν, ώσπου όλα χάνονται σε ένα ληθαργικό σκοτάδι.
Τώρα ακούει τα πουλιά από τις κορυφές των γύρω δέντρων και έναν ήχο που θυμίζει ανάσα καθώς ο αέρας βρίσκει αντίσταση σε κλαδιά και πέτρες. Ακούγονται άτακτα ξεσπάσματα από φτερά και σχεδόν αμέσως πέντε ή έξι πουλιά ξεπετάγονται από τα δέντρα, πετώντας ψηλά μέσα στο φαράγγι, κρώζοντας άγρια. Μια έκφραση διαγράφεται στιγμιαία στο πρόσωπό του, σχεδόν αντανακλαστικά, πριν χαθεί σε κάτι που μοιάζει με κουρασμένη ατονία: ένα χαμόγελο. Τα χέρια του αγγίζουν το χώμα ξανά – τώρα πιο αποφασιστικά.
Ανοίγει τα μάτια και πετυχαίνει τον τόπο να αλλάζει.
Ήταν πρωί, το πρώτο με καλό καιρό μετά τις βροχές του Δεκέμβρη, όταν είδαν το σπίτι πίσω από ένα παραπέτασμα πυκνοφυτεμένων δέντρων και θάμνων. Μια απότομη κίνηση με τα χέρια τους για να κάνουν πέρα τα κλαδιά ήταν αρκετή και, ορίστε, ίδιο με ένα κρυμμένο ζώο, το σπίτι βρισκόταν μπροστά τους.
Τις προηγούμενες μέρες είχαν μπουχτίσει κλεισμένοι μέσα, και τώρα, που επιτέλους είχε ξεπροβάλει λίγο ο ήλιος, είχαν αποφασίσει να τριγυρίσουν με τα ποδήλατα στην εξοχή, αν και, λόγω της διάβρωσης του εδάφους στον λόφο –πατούσαν πάνω σε μια τεράστια πηχτή τούρτα λάσπης–, δεν καβαλούσαν τα ποδήλατά τους αλλά τα έσπρωχναν. Η πορεία τους δεν ήταν εύκολη και, παρά την ψύχρα, είχαν ιδρώσει άσχημα κάτω από τις μπλούζες τους, κι έτσι, όταν είδαν το σπίτι, τους φάνηκε καλή η ευκαιρία να σταματήσουν και να πάρουν μια ανάσα.
Όμως, αμέσως κοκάλωσαν και έμειναν να το κοιτάζουν – τι δουλειά είχε εκεί πίσω από τα κλαδιά και τους κισσούς; Για λίγο νόμισαν ότι ήταν μια ξεχασμένη αποθήκη ή κάτι τέτοιο, μετά κατάλαβαν ότι μάλλον κάποιος έμενε εκεί ή τουλάχιστον κάποιος έμενε παλιά. Το κτίριο έμοιαζε σαν να πρόβαλλε μέσα από τα δέντρα και, εντυπωσιασμένοι, έβγαλαν από τις τσέπες τα κινητά και το τραβούσαν φωτογραφίες, λες και αν το έβλεπαν μέσα από τις οθόνες των κινητών θα επιβεβαίωναν ότι στ’ αλήθεια υπήρχε εκεί μπροστά τους. Η πρόσοψή του ίσα που ξεχώριζε πίσω από τα σκεβρωμένα και κάπως αλλόκοτα κλαδιά, και από τα αναρριχητικά που σκαρφάλωναν πάνω τους σαν πλεξούδες. Τα δέντρα ήταν κάτι πεύκα, κάτι μικρές χαρουπιές και ακακίες, και κυρίως κάμποσοι πανύψηλοι καμπουριασμένοι ευκάλυπτοι. Τα κλαδιά άγγιζαν τα παράθυρα και τη σκεπή και μερικά από αυτά γραπωνόντουσαν στα κεραμίδια μέχρι την πίσω πλευρά του σπιτιού. Η Foxyl@dy_22 και ο Snakesk!nAI νόμιζαν ότι είχαν πέσει τυχαία πάνω σε αυτό το σπίτι που ήταν σχεδόν βυθισμένο στη γη έτσι όπως έγερνε προς τα πίσω λόγω της περίεργης κλίσης του συγκεκριμένου σημείου (αν και ήταν ξεκάθαρα αναπαλαιωμένο σε έναν βαθμό· εδώ κι εκεί υπήρχαν μπαλώματα με στόκο, κάποια καινούρια αλουμίνια, στρώσεις μπογιάς – αλλά και πάλι, λίγο παραδίπλα, η μούχλα απλωνόταν στους τοίχους, και στα παράθυρα έχασκαν κάτι σάπια ξύλινα καφασωτά).
Το κτίριο έμοιαζε σαν να πρόβαλλε μέσα από τα δέντρα και, εντυπωσιασμένοι, έβγαλαν από τις τσέπες τα κινητά και το τραβούσαν φωτογραφίες, λες και αν το έβλεπαν μέσα από τις οθόνες των κινητών θα επιβεβαίωναν ότι στ’ αλήθεια υπήρχε εκεί μπροστά τους. Η πρόσοψή του ίσα που ξεχώριζε πίσω από τα σκεβρωμένα και κάπως αλλόκοτα κλαδιά, και από τα αναρριχητικά που σκαρφάλωναν πάνω τους σαν πλεξούδες.
Τότε, λοιπόν, νόμιζαν ότι είχαν βρεθεί τυχαία εκεί, ακολουθώντας ένα αχνό μονοπάτι στο δάσος. Όσο προχωρούσαν στα ριζά του λόφου, με τις φυλλωσιές των δέντρων φουντωμένες ολόγυρά τους, παρόλο που ήξεραν ότι δεν είχαν απομακρυνθεί πολύ από το χωριό, ένιωθαν κάπως σαν να είχαν χαθεί και ίσως ο λόγος που επέμειναν στην πορεία τους ήταν απλά για να αποφύγουν να γυρίσουν στα σπίτια τους τόσο νωρίς. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι ο Snakesk!nAI και η Foxyl@dy_22 δεν μπορούσαν τότε να ξέρουν ότι μόνο τυχαία δεν ήταν η διαδρομή τους, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν ότι ο D@rkking47, προσεκτικά και υπολογισμένα, τους παράσερνε μπροστά και αυτοί σαν μαλάκες τον ακολουθούσαν.
Αλλά, από την άλλη, πώς θα μπορούσαν τότε να ξέρουν τι σκοπούς είχε ο D@rkking47 αφού ο ίδιος δεν άνοιγε το στόμα του; Για την ακρίβεια, σαν μουγγός έκανε, το στόμα του ήταν πεισματικά κλειστό, μόνο η ανάσα του ακουγόταν και, πέρα από αυτό, έμοιαζε να τα είχε χαμένα έτσι όπως προπορευόταν στο μονοπάτι και χτυπούσε τα κλαδιά, σπάζοντας τους βλαστούς, κλοτσώντας τους κορμούς των δέντρων. Το νερό που είχε μαζευτεί στις φυλλωσιές έπεφτε πάνω του αλλά δεν τον ένοιαζε και συνέχιζε να σπρώχνει το ποδήλατό του τσαλαβουτώντας στη λάσπη ενώ οι άλλοι δυο πρόσεχαν πού πατούσαν στην προσπάθειά τους να αποφύγουν το νερό που λίμναζε κάτω από στρώσεις ενός ψιλού σαν χνούδι χορταριού, το νου σας ρε, μπήκε νερό στις μπότες μου.
Ναι, τότε δεν ήξεραν τι μυστικά έκρυβε ο D@rkking47 και όλο προχωρούσαν μέσα στη δροσερή βλάστηση και δώσ’ του χαχανητά και πειράγματα και δώσ’ του να κόβουν κουκουνάρια από τα χαμηλά κλαδιά και να τα πετάει ο ένας στον άλλο, φωνάζοντας δήθεν θυμωμένοι, ξεκόλλα, ρε μαλάκα, λίγο πριν σταματήσουν να μιλάνε και αρχίσουν να ελέγχουν τα κινητά τους, να τσεκάρουν ειδοποιήσεις. Οι μεταλλικοί και κάπως στριγκοί ήχοι των ειδοποιήσεων αρχικά ακούγονταν παράταιροι μέσα στους ήχους του δάσους –εκείνη τη σπασμωδική ανάσα από θροΐσματα φύλλων και κελαηδίσματα πουλιών, σουρσίματα ποντικών και βουίσματα εντόμων–, μετά όμως γίνονταν ένα με τη βουή της βλάστησης ή έστω συμβάδιζαν μαζί της. Όσο περισσότερο ανέβαιναν στον λόφο, το σήμα γινόταν όλο και πιο αδύναμο, μέχρι που κάποτε χάθηκε τελείως και οι τρεις τους άρχισαν να βρίζουν και να υψώνουν τα κινητά προς τον ουρανό μήπως και πιάσουν καμιά γραμμή – αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το χορτάρι τσακιζόταν στην παραμικρή πίεση από τα πόδια τους ή τους τροχούς των ποδηλάτων και αποκαλυπτόταν ξανά η λάσπη που είχε μαζευτεί όλες αυτές τις μέρες της βροχής, ένας καφετής πολτός σαν υγρό τσιμέντο, μια αηδία και μισή, έλεγαν, είμαστε ήδη σκατά, και σκέφτηκαν ότι πλησίαζαν προς μια καταστροφή που είχε προκαλέσει η βροχή, κάτι που κανείς άλλος στο χωριό δεν είχε πάρει χαμπάρι, ρε σεις, πάμε πίσω, έλεγαν, θα βουλιάξουμε εδώ μέσα.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ένα σπίτι που μοιάζει εγκαταλελειμμένο μέσα στην πυκνή βλάστηση γίνεται πόλος έλξης για τρεις εφήβους που είναι αποφασισμένοι να μη γυρίσουν νωρίς στα σπίτια τους. Ένας άντρας που προσπαθεί να αγνοήσει τις τραυματικές μνήμες της παιδικής του ηλικίας επιστρέφει ύστερα από δεκαετίες στον γενέθλιο τόπο του. Η βία που θα ξεσπάσει αρχίζει και τελειώνει σαν σε όνειρο μέσα σε ένα φαράγγι. Εκεί το σούρουπο μπορεί κανείς να δει περίεργες μορφές –άλλοτε πεσμένες στα τέσσερα, άλλοτε όρθιες– να προχωρούν με πείσμα ανάμεσα στα βράχια. Μια ιστορία για το Κακό και τις μεταμορφώσεις του, με φόντο μια πραγματικότητα που είναι τόσο ρευστή, ώστε τίποτα δεν είναι βέβαιο.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε το 1987 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Διηγήματά του έχουν διακριθεί σε διαγωνισμούς. Το 2016 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο (Άμοιρο παιδί, εκδόσεις Παράξενες μέρες). Ακολούθησε το Από χώμα και κόκαλα (εκδόσεις Σκαρίφημα, 2021), που ήταν υποψήφιο για το βραβείο νουβέλας του περιοδικού Ο Αναγνώστης. Ο Άδειος τόπος (Εκδόσεις Πατάκη, 2023) βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο 2024 για βιβλίο που προάγει σημαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά θέματα, με το Βραβείο Κλεψύδρα και το Βραβείο Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.





















