Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα της Ούρσουλας Φωσκόλου «Ήσυχα να πας», που θα κυκλοφορήσει στις 28 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Κίχλη.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Η ΠΟΛΗ
[...]
«Πᾶμε;» πρότεινε στὸν Θάνο. «Εἴμαστε τόσες μέρες ἐδῶ καὶ δὲν ἔχουμε δεῖ τὴν πόλη».
Χρειάστηκε νὰ περπατήσουν μόνο λίγα μέτρα γιὰ νὰ φτάσουν στὴ στάση τοῦ λεωφορείου ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν πρωτεύουσα. Ἕνα λευκὸ ὄχημα, ποὺ περισσότερο ἔμοιαζε μὲ βαγόνι τρένου, κατέφθασε ἀθόρυβα καὶ σταμάτησε ξεφυσώντας ζεστὸ ἀέρα. Μαζί τους περίμεναν ἄλλοι δύο ἔνοικοι τοῦ θηριώδους κτιρίου, δύο ἄντρες πού, καθὼς ἀποδείχτηκε, δὲν εἶχαν καμία ὄρεξη γιὰ γνωριμίες. Ἡ Ὀλίβια καὶ ὁ Θάνος ἐπιβιβάστηκαν ἀγκαλιασμένοι καὶ κάθισαν σὲ μιὰ τετράδα θέσεων κοντὰ στὴν πόρτα. Ἁπαλὴ μουσικὴ πλημμύριζε τὸν χῶρο, ποὺ ἦταν δροσερὸς σὰν ἐσωτερικὸ ψυγείου κι ἔδινε τὴν ἐντύπωση πὼς ἦταν ἀχανής.
Ἀπέναντί τους δύο ἀνθρωποειδῆ μὲ ἀσημένιο φινίρισμα στὸ μπράτσο κάθονταν ἐντελῶς ἀκίνητα. Τὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ φοροῦσε πορτοκαλὶ περιβραχιόνιο μὲ τὸ λογότυπο τοῦ Ἕσπερου. Τὸ ἄλλο εἶχε περασμένη στὸν ὦμο μιὰ πάνινη τσάντα, ὅπως αὐτὲς ποὺ ἔχουν οἱ νοικοκυρὲς γιὰ τὰ ψώνια.
«Λὲς νὰ εἶναι ζευγάρι;» Ὁ Θάνος προσπαθοῦσε νὰ πνίξει τὸ γέλιο του.
Λίγα λεπτὰ ἀργότερα, τὸ ἀκουστικὸ καὶ τῶν δύο δονήθηκε.
Ἑπόμενος σταθμός: Γκλίζε.
Κοιτάχτηκαν χασκογελώντας καὶ σηκώθηκαν ἀπὸ τὴ θέση τους. Θὰ ἔπαιρναν ὅρκο ὅτι τὸ ὄχημα δὲν εἶχε κινηθεῖ καθόλου. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, ὅταν οἱ πόρτες ἄνοιξαν καὶ πάτησαν τὸ πόδι τους στὸ ἔδαφος, ἀντίκρισαν τὴν πρωτεύουσα σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο. Τρόπος τοῦ λέγειν, γιατὶ τίποτα μεγαλειῶδες δὲν εἶχε ἐκείνη ἡ πόλη, ὡστόσο ἡ ἀλλαγὴ τοῦ σκηνικοῦ ἦταν οὐσιώδης: ἀνάμεσα στὴν ὀργιαστικὴ βλάστηση ξεφύτρωναν τώρα ποικίλα χαμηλὰ κτίσματα, μικρὰ μαγαζιά, πλακόστρωτα δρομάκια, κύβοι καὶ παραλληλόγραμμα μὲ τὸ σῆμα τοῦ Ἕσπερου σὲ κάθε πιθανὴ παραλλαγή. Πλῆθος κόσμου περπατοῦσε κατὰ μῆκος τῶν πεζοδρομίων, ζευγάρια πιασμένα ἀπὸ τὸ χέρι, οἰκογένειες, μικρὰ παιδιὰ ποὺ ἔτρεχαν καὶ γελοῦσαν, ἀνθρωποειδῆ κάθε εἴδους, ἡλικιωμένοι μὲ τὰ κατοικίδιά τους, σκυλιὰ καὶ γάτες καὶ ἄλλα πιὸ περίεργα ζῶα, ὅπως ἕνα ντόντο ποὺ βάδιζε ἥσυχο καὶ καμαρωτὸ δίπλα σὲ μιὰ καλοντυμένη κυρία.
«Ἀπίστευτο!» Γυρνοῦσαν τὸ κεφάλι δεξιὰ κι ἀριστερὰ προσπαθώντας ν’ ἀποτυπώσουν ὅσο περισσότερες εἰκόνες μποροῦσαν. Ὅσο προχωροῦσαν, βυθίζονταν ὅλο καὶ πιὸ βαθιὰ στὰ δαιδαλώδη σοκάκια αὐτῆς τῆς πόλης, ποὺ ἔμοιαζε νὰ μὴν ἔχει ὅρια. Ἦταν λὲς καὶ κάποιος τοὺς εἶχε ἀφήσει στὸ μέσον ἑνὸς τεράστιου λούνα πάρκ. Δὲν ὑπῆρχε σπιθαμὴ πεζοδρομίου ποὺ νὰ μὴν καταλαμβάνεται ἀπὸ ὁλογράμματα πλανόδιων πωλητῶν, μὲ τὴν πραμάτεια τους ἀραδιασμένη πάνω σὲ φωτιζόμενους πάγκους: φροῦτα, ἐξωτικὰ φαγητά, μικροσυσκευὲς κάθε λογῆς, ροῦχα, κεραμικὰ σκεύη καὶ φυτὰ σὲ βιοδιασπώμενα γλαστράκια ἀπὸ κοκοφοίνικα συνοδεύονταν τὸ καθένα ἀπὸ μιὰ μικρὴ ἠλεκτρονικὴ ἐτικέτα. Ὅταν πλησίαζαν σὲ κάποια ἀπὸ αὐτές, ὁ αὐτόματος διερμηνέας ἀποκάλυπτε τὴν τιμὴ ἢ ἐξηγοῦσε τὴ λειτουργία τοῦ ἀντικειμένου. Τὸ ὁλόγραμμα τοῦ πωλητῆ ἔκανε μιὰ μικρὴ ὑπόκλιση καὶ χαμογελοῦσε ἢ τοὺς ἔδινε κάποια εὐχή.
Μακάριοι καὶ εὐτυχεῖς νὰ εἶστε. Πῶς μπορῶ νὰ σᾶς βοηθήσω; Παρακαλῶ.
Ἂν τύχαινε ὁ πωλητὴς νὰ εἶναι παρὼν μὲ τὸ δικό του σῶμα, δὲν παρέλειπε νὰ δώσει τὸ χέρι του, πρῶτα στὴν Ὀλίβια καὶ μετὰ στὸν Θάνο. Ὑπῆρχε μιὰ ἔμφυτη εὐγένεια σὲ ὅσους συναντοῦσαν στὸ διάβα τους, μιὰ γαλήνια καὶ ἥσυχη χαρὰ στὸ βλέμμα καὶ στὶς ἀντιδράσεις τους. Ἡ Ὀλίβια παρατηροῦσε τοὺς κατοίκους τῆς Γκλίζε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα, μὲ ἔκπληξη ἀλλὰ καὶ λίγη ζήλια.
Τὸ γάβγισμα ἑνὸς σκυλιοῦ ἀκουγόταν ἀπὸ μακριά, μπλεγμένο μὲ τὶς ὁμιλίες καὶ τὰ γέλια τοῦ πλήθους στὴν ἀγορὰ τῆς Γκλίζε. Τόσο μακρινὸ καὶ χαμηλόφωνο ἦταν ἐκεῖνο τὸ γάβγισμα, ποὺ ἡ Ὀλίβια δὲν ἦταν σίγουρη ἂν πράγματι ὑπῆρχε κάποιος σκύλος ἐκεῖ κοντὰ ἢ ἂν τὸν ἄκουγε μόνο ἐκείνη στὸ μυαλό της.
«Ἀπίθανα πράγματα!» Ὁ Θάνος εἶχε ἐνθουσιαστεῖ κι ἔσκυβε πάνω ἀπὸ κάθε πάγκο ἀκούγοντας μὲ προσοχὴ τὶς πληροφορίες τοῦ διερμηνέα του καὶ νεύοντας μὲ νόημα στοὺς πωλητές. «Ἔλα, ἔλα ν’ ἀκούσεις τί κάνει αὐτό», ἔλεγε κάθε τρεῖς καὶ λίγο καὶ τὰ μάτια του ἔλαμπαν σὰν μικροῦ παιδιοῦ. «Αὐτόματος καθαριστὴς φρούτων μὲ ἀκτίνα λέιζερ. Τοποθετεῖς, λέει... ἄκου, ἄκου... στὸ πιατάκι καὶ σὲ δευτερόλεπτα ἡ φλούδα ἔχει ἐξαφανιστεῖ καί... Ὄλιβ, τὸ ἀκοῦς κι ἐσύ;... τί λὲς τώρα! Ἡ φλούδα μετατρέπεται αὐτόματα σὲ ἐνεργειακὸ ἀρωματικὸ χώρου...»
Ὅταν πέρασαν μπροστὰ ἀπὸ τοὺς πάγκους μὲ τὰ νεαρὰ φυτά, τὸ μυαλὸ τῆς Ὀλίβιας πῆγε στὸν Λευτέρη. Ἡ ἀνάμνηση τῆς ἤρεμης θλίψης στὸ βλέμμα του τῆς ἔκοψε τὴν ἀνάσα καὶ ἀπὸ ἔνστικτο ἀναζήτησε τὸ πρόσωπο τοῦ θείου της ἀνάμεσα στοὺς πλανόδιους πωλητές. Τὸ γάβγισμα ἑνὸς σκυλιοῦ ἀκουγόταν ἀπὸ μακριά, μπλεγμένο μὲ τὶς ὁμιλίες καὶ τὰ γέλια τοῦ πλήθους στὴν ἀγορὰ τῆς Γκλίζε. Τόσο μακρινὸ καὶ χαμηλόφωνο ἦταν ἐκεῖνο τὸ γάβγισμα, ποὺ ἡ Ὀλίβια δὲν ἦταν σίγουρη ἂν πράγματι ὑπῆρχε κάποιος σκύλος ἐκεῖ κοντὰ ἢ ἂν τὸν ἄκουγε μόνο ἐκείνη στὸ μυαλό της. Κανεὶς δὲν παρατήρησε τὴ σκοτεινιὰ στὴν ἔκφρασή της – μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τὸ παρελθὸν τοῦ Λευτέρη εἶχε ἀρχίσει νὰ τρυπώνει σιγὰ σιγὰ στὸ κεφάλι της. Ἦταν μιὰ ἱστορία γιὰ κεῖνον ποὺ κάποιος, κάποτε –ἦταν ἀδύνατο νὰ θυμηθεῖ ποιός– τῆς εἶχε πεῖ.
Ὁ Λευτέρης, μικρὸ παιδὶ ἀκόμη, εἶχε βρεῖ πεταμένο στὰ σκουπίδια ἕνα θηλυκὸ κουτάβι. Βρόμικο, πληγιασμένο, ἔκλαιγε, λέει, ὅλη νύχτα μέσα σ’ ἕναν κάδο. Ἡ Ὀλίβια ἔκλεισε στιγμιαῖα τὰ μάτια καὶ τὸν εἶδε μπροστά της. Ἔνιωθε τὸν ἱδρώτα νὰ κυλᾶ στοὺς κροτάφους της. Ἔτρεξε καὶ κόλλησε δίπλα στὸν Θάνο.
Ἐκείνη τὴν ὥρα ξεκινοῦσαν τὴν κάθοδό τους οἱ μικροὶ ἥλιοι τῆς Γκλίζε, χαρίζοντας στὴν πόλη ἕνα εἰδυλλιακὸ χρῶμα. Οἱ δύο λευκὲς σφαῖρες μόλις ποὺ ἀκουμποῦσαν στὶς κορυφὲς τῆς ὀροσειρᾶς, σὰν προβολεῖς ποὺ κάποιος εἶχε στερεώσει στὸ βουνὸ μὲ ὑπερμεγέθεις βραχίονες. Ἀκολουθοῦσε ὁ τρίτος καὶ μεγαλύτερος ἥλιος, τὸ «πορτοκάλι τῆς Γκλίζε», ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσαν οἱ ντόπιοι.
«Σκέψου, Ὄλιβ, ὅταν θὰ κάνουμε τὸ παιδάκι μας, θὰ τὸ φέρνουμε ἐδῶ. Θὰ τοῦ δείχνω ὅλες αὐτὲς τὶς συσκευές, θὰ τοῦ ἐξηγῶ τί κάνει καθεμία ἀπὸ αὐτές. Θὰ τοῦ τὰ λέω ἐγώ, ὄχι τὸ ἀκουστικό. Θὰ ἔχει ἀκουστικό; Λὲς νὰ τὸ δίνουν καὶ στὰ μωρά;» Ὁ Θάνος μιλοῦσε ἀκατάπαυστα καὶ ταυτόχρονα περιεργαζόταν ἕναν μίνι ἀποτυπωτὴ σκέψης καὶ διάθεσης Ἕσπερος, ποὺ μόλις εἶχε ἀγοράσει ἀπὸ τὸ ὁλόγραμμα μιᾶς παχουλῆς καὶ πολὺ χαρούμενης γυναίκας μὲ πλουμιστὸ φόρεμα.
Σκοτείνιαζε. Τὸ πορτοκάλι τῆς Γκλίζε ἐξαφανιζόταν γρήγορα πίσω ἀπὸ τὸ βουνό, κι ἡ πόλη καλυπτόταν μ’ ἕναν σκοτεινὸ μὸβ μανδύα. Ὅταν πλέον δὲν διακρινόταν παρὰ μιὰ ἰσχνὴ φλούδα ἥλιου πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα, μιὰ μεγάλη γιρλάντα ἀπὸ φωτεινὲς σφαῖρες ἐμφανίστηκε πάνω ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς πόλης. Κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀθόρυβα, διακριτικά, κι ἔμεινε ἐκεῖ, νὰ αἰωρεῖται λίγα μόλις μέτρα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν κατοίκων ποὺ ἔκαναν τὴ βόλτα τους. Οἱ σφαῖρες, ποὺ ἔμοιαζαν φτιαγμένες ἀπὸ χαρτί, σὰν τὰ κινέζικα φαναράκια τοῦ παλαιοῦ κόσμου, ἐξέπεμπαν ἕνα θερμὸ λευκὸ φῶς καὶ ταλαντεύονταν λίγο, τόσο λίγο, ποὺ θύμιζαν τὴν ἤρεμη ἀνάσα κοιμισμένου βρέφους.