alt

Προδημοσίευση ενός αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ευγενίας Μπογιάνου «Φανή», που κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Αθήνα, Φεβρουάριος 2012

Χθες το πρωί, όταν ξύπνησα, κατάλαβα πως δεν ήμουν στο σπίτι. Το φως στον χώρο γύρω μου ήταν διαφορετικό. Όχι τόσο οξύ όσο συνήθως, πιο διάχυτο, με μια κρύα, μπλε απόχρωση. Εχθρική. Στην αρχή είπα: Εντάξει, δεν έγινε τίποτα. Θα γυρίσω από την άλλη και θα ξυπνήσω ύστερα από δύο, τρεις, πέντε ώρες και όλα θα έχουν μπει ξανά στη θέση τους. Το προσπάθησα. Η ζαλάδα όμως και κάτι σαν αγωνία δεν μ' άφηναν. Το κεφάλι μου σαν ξένο, σαν πρόσθετο. Στην παραμικρή μου κίνηση κάτι μετακινούνταν στο εσωτερικό του, τ' αυτιά μου βούιζαν, με πονούσαν. Κάτι δεν πάει καθόλου καλά εδώ, σκέφτηκα. Όταν είδα κι εκείνον τον κόκκινο ζελέ απέναντί μου, φρίκαρα εντελώς. Πάνω σ' ένα κρεβάτι με βρόμικα κιτρινισμένα σεντόνια υπήρχε κάτι ακόμα πιο βρόμικο. Ένα πράγμα σαν ζελέ, αλλά σκούρο κόκκινο, σχεδόν μαύρο και γυαλιστερό σαν συκώτι. Μου θύμισε τα συκώτια που αγοράζαμε μισοτιμής από το Lidl, τα βάζαμε στο τηγάνι και τα τρώγαμε σαν να ήταν φιλέτα. Έκλεισα τα μάτια και τ' άνοιξα πάλι. Αυτό εκεί. Αναλλοίωτο μπροστά μου, σαν παραφωνία, σαν στρίγκλισμα μέσα στη νύχτα. Σαν σκατά.
Σηκώθηκα ή μάλλον πήγα να σηκωθώ, αλλά ζαλίστηκα. Κατάφερα όμως να δω πως ήμουν πάνω σε κάτι που έμοιαζε με κρεβάτι, φορείο ίσως, στο τέλος ενός στενού διαδρόμου με πόρτες στη σειρά και από τις δύο πλευρές, που ήταν όλες κλειστές. Αν μία από αυτές ήταν μισάνοιχτη, ίσως και να μη σφιγγόμουνα τόσο. Θα μου έδινε άλλη προοπτική μια μισάνοιχτη πόρτα. Όμως όχι, ήταν όλες θεόκλειστες και το γαλαζωπό φως ερχόταν από κάτι μακρόστενους λαμπτήρες ψηλά στο ταβάνι. Παράθυρο δεν είδα πουθενά. Κάποιος με δουλεύει, σκέφτηκα. Θα είναι εδώ γύρω τα κωλόπαιδα, θα με τραβάνε βίντεο για να το «ανεβάσουν» μετά και να σπάσουν πλάκα. Με παρηγόρησε για λίγο η σκέψη, αλλά μετά μου φάνηκε τραβηγμένη. Το σκηνικό δεν μου κολλούσε, κάτι άλλο συνέβαινε. Έπρεπε να θυμηθώ. Το μυαλό μου όμως κενό. Ακόμα χειρότερα: ήταν άδειο. Η προηγούμενη νύχτα είχε σβηστεί, μάλλον ολοσχερώς, είχα κάνει delete, τα είχα πετάξει όλα και έμεινα με έναν στυγνό πονοκέφαλο στην άκρη ενός διαδρόμου, με την κόκκινη παραφωνία απέναντι να μου ανακατεύει το στομάχι κι ένα τρέμουλο που προστέθηκε αμέσως μετά και που έκανε τα χέρια μου να φτερουγίζουν πάνω κάτω και να είναι παγωμένα. Κρύωνα, γαμώτο, πόσο κρύωνα.
Και να πεις ότι έκανε κρύο έξω; Όχι. Το θυμάμαι αυτό. Προχθές το πρωί, ή ένα από τα τελευταία πρωινά, είχε ήλιο· έναν ήλιο τόσο δυνατό, που σου τσουρούφλιζε τα βλέφαρα.
Μπορεί να ήταν σκονισμένη, θλιβερή και άστεγη η σκατόπολη, αλλά λουζόταν στον ήλιο.

Ο αέρας στα πνευμόνια μου τέλειωσε με τη μία. Πνιγόμουνα, έβηχα, τα πόδια μου έτρεμαν. Νόμιζα πως θα σωριαστώ, ίδρωνα και κρύωνα μαζί, έβριζα και μαζί κατάπινα τα λόγια μου, τα είδα όλα. Έβγαλα τα σωθικά μου στο πεζοδρόμιο. Και οι άλλοι γύρω μου το ίδιο. Έβλεπα κόσμο να ξερνάει και να φεύγει τρέχοντας, στα τυφλά.

Στον στενό και μακρύ διάδρομο όμως δεν έφτανε ο ήλιος. Ούτε κανένας ήχος έφτανε. Ησυχία παντού. Εκτός κι αν είχα εγώ κουφαθεί από τους κρότους.
Και τότε θυμήθηκα τους κρότους. Μολότοφ που έσκαγαν μέσα στο κεφάλι μου. Στην αρχή ήταν ήρεμα. Μια διαδήλωση σαν όλες τις άλλες. Ύστερα από λίγο όμως, ξαφνικά, κάτι άλλαξε. Είχε κόσμο πολύ και παλμό. Φωνάζαμε συνθήματα, ουρλιάζαμε σαν μέσα σε μαστούρα –μπορεί και να ήμασταν μαστουρωμένοι, σε μαστουρώνει το πλήθος κάποιες φορές–, φτύναμε, μουντζώναμε, δείχναμε τα νύχια μας, τα δόντια μας, τους κώλους μας, όλα τα κάναμε. «Η Χούντα δεν τελείωσε το '73». «Προσοχή, προσοχή, δολοφόνοι με στολή». Και οι μούντζες έπεφταν βροχή στη Βουλή. Κάτι σαν μαζικό παραλήρημα. Μια κραυγή, που χτυπούσε στους τσιμεντένιους τοίχους και γυρνούσε πάλι πίσω, αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια μας. Θα δείχναμε απειλητικοί σίγουρα. Γι' αυτό ρίξανε τις κρότου λάμψης πρώτα και μετά τα δακρυγόνα και... Ο αέρας στα πνευμόνια μου τέλειωσε με τη μία. Πνιγόμουνα, έβηχα, τα πόδια μου έτρεμαν. Νόμιζα πως θα σωριαστώ, ίδρωνα και κρύωνα μαζί, έβριζα και μαζί κατάπινα τα λόγια μου, τα είδα όλα. Έβγαλα τα σωθικά μου στο πεζοδρόμιο. Και οι άλλοι γύρω μου το ίδιο. Έβλεπα κόσμο να ξερνάει και να φεύγει τρέχοντας, στα τυφλά. Ένας άντρας έπεσε στο πεζοδρόμιο και τον περικύκλωσαν τα ΜΑΤ. Τον χτυπούσαν όλοι μαζί, αυτός κουλουριάστηκε, έβαλε τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι του. Αυτοί, σαν να ερεθίστηκαν από τη στάση του, άρχισαν να τον χτυπάνε ακόμα πιο δυνατά. Απ' το απέναντι πεζοδρόμιο κάποιοι ούρλιαζαν να τον αφήσουν: «Ρε δολοφόνοι, φασίστες, σκατόμπατσοι, αφήστε τον κάτω, ρε!». Μάταια όμως. Τον έλιωσαν.
Τι να απέγινε άραγε; Πού να βρίσκεται τώρα;
Κι αυτός και όλοι οι άλλοι; Πού βρίσκονται; Τι απέγιναν;
Κι εγώ;
Πού σκατά βρίσκομαι;
Σε νοσοκομείο;
Σε νεκροτομείο μήπως;
Μετά, το μόνο που θυμάμαι είναι το ρόπαλο. Έναν τύπο ψηλό, με μάσκα και δερμάτινη στολή, που κρατούσε το ρόπαλο. Το ύψωσε, το ζύγιασε, με κοίταξε μία στα μάτια –το θυμάμαι το βλέμμα του, αυτό το θυμάμαι, όσο φευγαλέο κι αν ήταν, με διαπέρασε, σχεδόν με άνοιξε στα δύο– και μετά το κατέβασε... Μάλλον πάνω μου. Γιατί αποκεί και μετά κενό, τίποτα, μαυρίλα.
Σκέφτηκα πως αυτή η τελευταία εικόνα, το ρόπαλο, ο ψηλός τύπος που το σήκωσε, το ζύγιασε και το κατέβασε, πρέπει κάπως να συνδέεται με την τωρινή μου κατάσταση. Δηλαδή με το φορείο και τον στενό διάδρομο. Ψαχούλεψα το κεφάλι και το σώμα μου από πάνω μέχρι κάτω, μήπως και έβρισκα καμία πληγή. Πάνω κάτω, ψαχουλευτά, σαν να ήταν το σώμα κάποιου άλλου. Μια πληγή, εκείνη τη στιγμή, λίγο αίμα, μερικά ράμματα, θα με καθησύχαζαν. Θα μου έδιναν την απάντηση που ζητούσα. Αυτό είναι, είμαι εδώ, σε αυτό το κάτι που μοιάζει με νοσοκομείο, γιατί μου άνοιξαν το πόδι, το μέτωπο, τον αυχένα τα μαύρα σκυλιά με τα ρόπαλα, και μετά εδώ οι άγγελοι με τις λευκές μπλούζες με έραψαν και με καλλώπισαν, και να με τώρα σαν μην έγινε τίποτα.
Όμως δεν υπήρχε πληγή.

Βέβαια, υπάρχουν και άλλες πληγές, απ' αυτές που δεν φαίνονται.
Έτσι δεν είναι;
Μπορεί να φρόντισαν γι' αυτές τις πληγές. Οι καλοί άνθρωποι, με σύριγγες, ορούς και σωληνάκια, μπήκαν μέσα στο σώμα μου, με στόχο την ψυχή μου, και έκαναν θαύματα. Να, κοίτα με τώρα. Δεν εκπέμπω γαλήνη, πληρότητα και υγεία; Σαν καινούργια δεν έγινα;
Είμαι μια καινούργια.
Μια καινούργια Φανή.
Α, ναι, πρέπει να σου συστηθώ. Μεγάλη παράλειψη αυτή μέχρι τώρα. Θα έπρεπε να το είχα κάνει ήδη από τις πρώτες γραμμές. Δεν μπορεί να σου απευθύνεται με τόση οικειότητα μια άγνωστη χωρίς όνομα.
Με λένε Φανή.
Ευτυχώς ο μπαμπάς μου δεν είχε τη φαεινή ιδέα, πριν από είκοσι χρόνια που γεννήθηκα, να με βγάλει Νεφέλη, Λήδα ή Δανάη. Έτσι, δεν με μπερδεύουν ποτέ. Δηλαδή δεν είμαι η Νεφέλη ένα, η Δανάη η ξανθιά και λοιπά. Με αυτό το λίγο παλαιικό, πεζό όνομα κατάφερα να είμαι σχεδόν μοναδική. Δεν ξέρω με τι κριτήριο το διάλεξε, δεν τον ρώτησα ποτέ. Μπορεί να υπήρχε καμιά μακρινή γιαγιά του που να τη λέγαν κι εκείνη έτσι, ή προγιαγιά του ή θεία του, ή δεν ξέρω τι άλλο, αν και δεν τον έχω για τόσο κολλημένο τον μπαμπά μου. Πρέπει να του το αναγνωρίσω αυτό. Μάλλον ήταν μια έμπνευση της στιγμής. Φανή, θα σκέφτηκε, γιατί όχι; Μπορεί να είχε στο μυαλό του κανέναν παλιό του έρωτα. Από εκείνους τους ανεκπλήρωτους που σου αφήνουν απωθημένα.
Και ιδού. Να με.
Ίσως κάτι να σου θυμίζει το όνομά μου. Κάποια μνήμη να σου ξυπνά, κάποιο καμπανάκι να βγάζει έναν ήχο σε μια καλά προφυλαγμένη πτυχή του μυαλού σου.
Μπορεί, πάλι, να μη σου λέει τίποτα.
Όλα παίζουν.
Έχω μάθει από μικρή να μην εκπλήσσομαι από τις εκπλήξεις.
Σου λέει δεν σου λέει κάτι το όνομά μου, αυτή είμαι. Η Φανή. Ετών είκοσι. Και αποφάσισα να σου γράψω. Δεν είναι μια παρόρμηση της στιγμής, είναι κάτι που σκεφτόμουν καιρό. Δεν θέλω να μιλάω άλλο χωρίς να απευθύνομαι.
Τι είναι τα λόγια χωρίς την απεύθυνση;
Όχι πως δεν μπορούν κι έτσι να χαθούν τελικά. Λόγια είναι, αέρας δηλαδή. Μπορεί να χαθούν και να πάνε στον διάβολο. Αλλά αυτή είναι η απόδρασή μου. Η απόφασή μου, ήθελα να πω.
Σ' εσένα απευθύνομαι.

Αγαπώ τα κρουασάν βουτύρου και τις σοκολάτες αμυγδάλου. Λατρεύω τα μακαρόνια με άσπρη σάλτσα, αλλά τα τρώω και με κόκκινη. Στις τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου, ακόμα κι αν μου αρέσει πολύ, σκέφτομαι πάντα το επόμενο. Άραγε μετράει για απιστία αυτό; Όταν ήμουνα δεκάξι, πήγα μ' έναν κολλητό του φίλου μου. Δεν μ' έχουν απασχολήσει ποτέ μέχρι τώρα ζητήματα ηθικής. Στο σχολείο με φώναζαν «ακρίδα», γιατί είχα μακριά και αδύνατα και λίγο στραβά πόδια. Τελικά μου έμεινε ως παρατσούκλι, αλλά δεν με πειράζει, υπάρχουν πολύ χειρότερα. Μ' αρέσουν τα ταξίδια με μηχανή. Ειδικά όταν φυσάει. Δεν νομίζω πως έχω πραγματική κλίση κάπου, αν και δεν ξέρω τι περιεχόμενο δίνω ακριβώς στην έκφραση «πραγματική κλίση». Προτιμώ τη ζέστη παρά το κρύο. Απεχθάνομαι τις τέντες και τα ερ κοντίσιον. Μ' αρέσει να κάθομαι απέναντι από έναν ανεμιστήρα και να περιμένω να γυρίσει προς το μέρος μου για να με δροσίσει και μετά να τον βλέπω να απομακρύνεται. Και πάλι απ' την αρχή το ίδιο. Προτιμώ τους μεγάλους χώρους, άδειους και σκοτεινούς.

altΑρκετά με το όνομα όμως. Αρκετά με τις συστάσεις. Προς το παρόν δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε άλλο. Η κατάσταση της υγείας μου μας νοιάζει τώρα. Μόνο αυτή και το
πώς θα βγω από τον γαλαζωπό λαβύρινθο με τις κλειστές πόρτες.
Ακριβώς τη στιγμή που αρχίζω να απελπίζομαι ακούω μια γνώριμη φωνή.
«Μαλάκα, επιτέλους, νόμιζα πως δεν θα ξυπνούσες ποτέ» μου λέει.
Βλέπω τον Μιχάλη τον Μέθανο να έρχεται προς το μέρος μου. Κανονικά, όλα είναι κανονικά, αυτό σκέφτηκα. Ανακούφιση. Μαζί και μια μικρή απογοήτευση. Οκέι, τίποτα δεν άλλαξε, όλα είναι ξανά στη θέση τους.
Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να έχει γίνει, τι ακριβώς περίμενα. Είναι όμως η στιγμή που ξέρω πως κάτι περίμενα. Κάτι αλλιώτικο, κάτι που δεν θα ήταν ακριβώς όπως πριν, όχι γιατί το πριν ήταν κάπως, αλλά έτσι, για να δικαιωθεί η κρυάδα που ένιωσα όταν ξύπνησα και δεν αναγνώρισα τίποτα γύρω μου. Μην πάει χαμένη μια τέτοια αγωνία. Θα μπορούσα να έχω μπει στο σκηνικό μιας ταινίας. Κάπου σ' ένα μέλλον σουρεαλιστικό, αισθησιακό και λίγο ζοφερό στο βάθος, κάτι σε Ντέιβιντ Λιντς ίσως. Είμαι η πρωταγωνίστρια, αναδεικνύω έναν ρόλο απαιτητικό, δύσκολο, το κάνω αναθεματισμένα καλά. Στο τέλος φεύγω παίρνοντας αγκαλιά τον σκηνοθέτη, έναν τύπο με ονειροπόλο βλέμμα, αρρενωπό βάδισμα και ένα σέξι ανεπαίσθητο τσέβδισμα. Ναι, γιατί όχι;
Όχι. Γιατί έτσι.
Ο Μέθανος έρχεται δίπλα μου και μόνο που δεν με αγκαλιάζει. Τι έπαθε αυτός, που δεν εκδηλώνεται ποτέ; σκέφτομαι. Σκύβει από πάνω μου με ύφος προστατευτικό, που όχι μόνο μου τη δίνει στα νεύρα, αλλά μου επιβεβαιώνει και το γεγονός πως έχω λόγους ν' ανησυχώ.
«Κάνε πιο κει, ρε» του λέω, αλλά ούτε που με ακούει.
Ο Μέθανος είναι αυτός που ήρθε από τα Μέθανα – και με μια έννοια «έρχεται συνεχώς αποκεί», που θα έλεγε και ο Σινόπουλος. Ένα θλιβερό μέρος κάπου στην Πελοπόννησο, μ' ένα ηφαίστειο και κάτι λουτρά. Ο Μιχάλης δεν πολυμιλάει γι' αυτά. Ίσως λόγω των γονιών του, που είναι αγροίκοι και δεξιοί. Μια φορά μόνο τους έχω συναντήσει, αλλά ήταν τόσο σάπιοι μαζί μου, που ακόμη θυμάμαι την απέχθεια που μου προκάλεσαν. Τους αντιπάθησα με το καλημέρα. Ο Μιχάλης είχε καταλάβει τη δυσφορία μου και κάπως πήγε να τα μπαλώσει, αλλά στο τέλος έκανε μια απαξιωτική χειρονομία, κάτι σαν «δεν γαμιέται», και τα παράτησε. Και ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει.
Η ανάσα του τώρα μυρίζει αλκοόλ και αντισηπτικό. Τα μάτια του είναι κόκκινα σαν κλαμένα ή σαν να μην έχει κοιμηθεί εδώ και καιρό, με έντονους σκούρους κύκλους από κάτω, τα μαλλιά του πρέπει να έχουν μέρες να λουστούν. Με αυτό το γαλαζωπό φως μοιάζει ακόμα πιο μελαχρινός απ' ό,τι συνήθως.
«Πώς είσαι έτσι, ρε;» μου έρχεται να του πω, αλλά δεν λέω τίποτα, περιμένω απ' αυτόν να μιλήσει.
«Είσαι εντάξει;» με ρωτάει.
«Ξέρω γω, εντάξει θα είμαι. Τι δουλειά έχω εδώ, μου λες;»
«Μετά το ξύλο χθες το βράδυ, σε μαζέψαμε από το πεζοδρόμιο. Μαλάκα, είχαν γυρίσει τα μάτια σου ανάποδα και δεν έβγαζες άχνα. Νόμιζα πως θα πέθαινες. Σε φέραμε άρον άρον εδώ, μαζί με τον Αντίφα. Οι γιατροί είπαν πως μπορεί να έχεις πάθει διάσειση και σε κράτησαν μέσα για σιγουριά».
Σηκώνω τα χέρια και ψάχνω το κεφάλι μου. Ο Μιχάλης με κοιτάζει με απορία. Βγάζει από την τσέπη του το σακουλάκι με τον καπνό. Νομίζω πως θα στρίψει τσιγάρο και θα μου το δώσει, όμως δεν το κάνει. Κρατάει μόνο το σακουλάκι σαν να είναι κάτι πολύτιμο.
«Οι άλλοι πού είναι;» του λέω.
«Την κοπάνησαν όλοι, μόνο εγώ έμεινα να σε περιμένω».
«Ποιοι όλοι δηλαδή;»
«Όλοι, ρε. Δεν θυμάσαι ποιοι ήμασταν χθες το βράδυ;»
Θυμάμαι;
Κάτι θυμάμαι.
Η χθεσινοβραδινή μου μνήμη αρχίζει να ξυπνά και να μου στέλνει μηνύματα, κομμάτια μιας θρυμματισμένης εικόνας που λίγο λίγο συμπληρώνεται.

[Όταν την είδα χθες το βράδυ με τα αίματα στο πεζοδρόμιο, λέω: Αυτό ήταν, τελείωσε. Έδιωξα τον καπνό με τα χέρια, στερέωσα καλύτερα το μαντίλι στο στόμα μου και έτρεξα να τη μαζέψω. Είδα εκείνα τα ανοιχτά σαν γυάλινα μάτια της και έπαθα αμόκ. «Εδώ, εδώ!» άρχισα να φωνάζω. Τρέξανε πέντ' έξι και τη μαζέψαμε. Ο Αντίφας πρώτος απ' όλους, με κόκκινα μάτια, που δεν ξέρω αν ήταν από τα δακρυγόνα ή αν είχε βάλει τα κλάματα. Την είχα δει εγώ πώς έπεφτε πάνω στους μπάτσους. Λες και πήγαινε γυρεύοντας. «Ρε Φανή!» της φώναζα, αλλά πού ν' ακούσει... Είχε κάτι το φευγάτο πάνω της. Έτσι όπως πήγαινε ακάλυπτη. Δίχως ίχνος φόβου, δίχως συναίσθηση της κατάστασης. Την είδα και σκέφτηκα: Γαμώτο, πετσί και κόκαλο είναι. Έμοιαζε τόσο ανίσχυρη, που ήθελα να τρέξω δίπλα της και να την τραβήξω κοντά μου. Δέθηκε το στομάχι μου κόμπος, γιατί την έβλεπα τη φάση. Και τη μαλακία που ερχόταν έβλεπα. Ευτυχώς, τώρα ξύπνησε. Κοιτάζει γύρω της σαν να μη θυμάται τίποτα και έχει ένα ύφος δύστροπο λες και φταίω εγώ για κάτι. Αλλά, εντάξει, αυτή είναι η Φανή. Ξέρω, θ' αρχίσει τις ερωτήσεις τώρα. Αλλά χαλάλι. Εγώ το μόνο που θέλω είναι ένα τσιγάρο. Αλλά πώς να την αφήσω εδώ μέσα; Όχι, δεν την αφήνω ούτε στιγμή. Εδώ θα κάτσω. Να την κοιτάζω μέχρι να τη δω όπως την ξέρω. Κι όταν θα φύγουμε αποδώ, θα τον ξεσκίσω τον καπνό, δεν θα μείνει ψίχουλο. Μόνο να φύγουμε αποδώ μέσα.]

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Άνοιξη όλο το χρόνο»: Ξεκινά η νέα καλλιτεχνική περίοδος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών – Τι θα παρακολουθήσουμε

«Άνοιξη όλο το χρόνο»: Ξεκινά η νέα καλλιτεχνική περίοδος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών – Τι θα παρακολουθήσουμε

Με μότο το μήνυμα «Άνοιξη όλο το χρόνο» η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υποδέχεται την καλλιτεχνική περίοδο 2026-2027. Τι θα παρακολουθήσουμε. Εικόνα: Ο Λουκάς Καρυτινός, Διευθυντής της ΚΟΑ. 

Γράφει η Έλενα Χουζούρη 

Με ιδιαίτερο...

«Λογοτεχνικές διαδρομές» της Αγάθης Γεωργιάδου (κριτική) – Πώς διαβάζεται, ερμηνεύεται και διδάσκεται η λογοτεχνία

«Λογοτεχνικές διαδρομές» της Αγάθης Γεωργιάδου (κριτική) – Πώς διαβάζεται, ερμηνεύεται και διδάσκεται η λογοτεχνία

Για το βιβλίο της Αγάθης Γεωργιάδου «Λογοτεχνικές διαδρομές – Μελέτες για τη θεωρία, την ερμηνεία και τη διδακτική της Λογοτεχνίας» (εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Ο πίνακας «Κωπηλατώντας» του Θανάση Παναγιώτου από το εξώφυλλο του βιβλίου.

...

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ