
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γιώργου Λαμπράκου «Αίμα μηχανή», που κυκλοφορεί στις 20 Μαΐου από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Όπου ένα ακόμα ιμέιλ από τη Λ-60 αναγκάζει τον Ρεστ να μοιραστεί τις κρίσιμες εξελίξεις με τον Πίλαρ, ειδάλλως θα του έτρωγαν τα σωθικά και μετά τα μυαλά και μετά θα τρελαινόταν ή θα πέθαινε και μετά θα επερχόταν το άθλιο (και κυρίως πρόωρο) τέλος της ιστορίας μας και μετά η οριστική καταδίκη στη σιωπή.
«Ένα: ο άνδρας με τα φουντωτά μαλλιά και την παιγνιώδη γλώσσα, αφότου διατύπωσε τη θεωρία της σχετικότητας και μερικές αρχές της πυρηνικής ενέργειας, έστειλε επιστολή στον γενειοφόρο και πουρολάτρη ντιβανομανή για να τον ρωτήσει αν κατά τη γνώμη του θα τέλειωναν ποτέ οι ανθρώπινες συρράξεις. Το πούρο απάντησε εμφατικά “όχι” και συνέχισε να καπνίζει, ενώ ένα πικρό μειδίαμα αχνοφαινόταν μέσα από τα γένια του κυρίου που το βύζαινε.
O πατέρας της ατομικής βόμβας, όταν έγινε η πρώτη μεγάλη της έκρηξη, κι αφού πρώτα σκέφτηκε τον εύγλωττο ινδικό στίχο: “Έγινα θάνατος, ο χαλαστής κόσμων”, στη συνέχεια αναρωτήθηκε: “Γιατί ανησυχείτε τόσο για το μέλλον ενός καταδικασμένου κόσμου;”
Δύο: ο πατέρας της ατομικής βόμβας, όταν έγινε η πρώτη μεγάλη της έκρηξη, κι αφού πρώτα σκέφτηκε τον εύγλωττο ινδικό στίχο: “Έγινα θάνατος, ο χαλαστής κόσμων”, στη συνέχεια αναρωτήθηκε: “Γιατί ανησυχείτε τόσο για το μέλλον ενός καταδικασμένου κόσμου;”
Τρία: το παιδί-θαύμα της κυβερνητικής έφτιαξε πυραύλους που δεν μπορούσαν να κυβερνούν απόλυτα τον εαυτό τους, οπότε συμβούλεψε τους μελλοντικούς επιστήμονες να μην το επιχειρήσουν ποτέ ξανά (μετά από αυτόν)».
Πράγματι, μια ηλεκτρονική μύγα περιφερόταν μεταξύ σαλονιού και υπνοδωματίου τόσο αθόρυβα, ώστε ο Ρεστ, έτσι κι αλλιώς παγιδευμένος στις σκέψεις του, δεν την είχε πάρει χαμπάρι. Η μύγα απέφευγε συνετά κάθε χαμηλή επιφάνεια, όπως έπιπλα, τοίχους και οθόνες, επιλέγοντας κατά προτεραιότητα την οροφή του διαμερίσματος για να έχει και πιο ευρυγώνια λήψη των τεκταινόμενων.
«Δεν με νοιάζει. Βαρέθηκα να κυνηγώ όλα αυτά τα έντομα. Κι εσύ δώσε βάση σε ό,τι σου λέω. Τέσσερα: ένας πρωτεργάτης της τεχνητής νοημοσύνης επινόησε μια μηχανή που εντέλει αποδείχτηκε τόσο καθολική ώστε δεν άφησε κανένα τομέα του επιστητού ανέγγιχτο από τα άπειρα ηλεκτρονικά πλοκάμια της.
Πέντε: ο άνθρωπος που διέσπασε πρώτος το άτομο δήλωσε πως αν η επιστήμη δεν είναι η Φυσική τότε είναι συλλογή γραμματοσήμων, χωρίς να δώσει απάντηση στο αν η απλή συλλογή γραμματοσήμων είναι ένα καθαυτό φυσικό φαινόμενο.
Έξι: ο άνδρας με τα ζαχαρένια μάτια κατασκεύασε μια υδρογονοβόμβα και την αμόλησε για να δει αν η φύση θα ανταποκρινόταν στην προχωρημένη μαθηματική φυσική του, μια ανταπόκριση που έφτασε αστραπιαία.
Επτά: ένας αρχιερέας του ψηφιακού κόσμου έφτιαξε τους πρώτους φτηνούς υπολογιστές για να τους προσφέρει στα παιδιά του Τρίτου Κόσμου, μα η λιμοκτονία είχε αφαιρέσει κάθε κουράγιο να πατήσουν το κουμπί που θα τους άνοιγε».
Ο Ρεστ αναλογιζόταν όλους αυτούς τους μεγάλους επιστήμονες της Εποχής των Ανθρώπων που κατόρθωσαν να κάνουν όλη την ανθρωπότητα να υποκλίνεται (για να μην πούμε: να γονατίζει) μπροστά στον επερχόμενο χαμό της, επιβεβαιώνοντας τη ρήση ότι «ειδικός είναι αυτός που δεν κάνει ποτέ λαθάκια καθώς κινείται προς το μέγα σφάλμα». Απέναντί στον πραγματιστικό υλισμό τους δεν ένιωθε τίποτα, ούτε αγάπη, ούτε μίσος, ούτε συμπάθεια, ούτε πίκρα: ούτε τους κατηγορούσε, ούτε τους αθώωνε. Πίστευε ότι ο άνθρωπος ήταν το βιολογικό είδος με τη μεγαλύτερη Περιέργεια πάνω στον πλανήτη και ότι η αρχέγονη Περιέργεια ήταν το ένα κύριο χαρακτηριστικό που συνετέλεσε στην ταχύτερη, σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη, εξέλιξή του – το άλλο ήταν η Πλήξη, αλλά δεν θα μιλήσουμε τώρα και γι’ αυτήν. Οι επιζώντες της Δεύτερης Μεγάλης Αλλαγής, όπως κατέληξαν να ονομάζουν την ιστορική συνθήκη μετά τον Τέταρτο Παγκόσμιο Πόλεμο ή Πόλεμο της Υπερθέρμανσης, αφενός από μια τάση εξιδανίκευσης κι αφετέρου επειδή είχαν κουραστεί να μετρούν παγκοσμίους πολέμους, αποφάσισαν συνειδητά να διαχωριστούν από το προγενέστερο είδος και να γίνουν μηχάνθρωποι, διατηρώντας και προάγοντας τους περισσότερους τομείς της τεχνοεπιστήμης των ανθρώπων, καθώς και το πιο άρτιο τμήμα της κουλτούρας τους, τη μουσική. Αν κάποια στιγμή χανόμασταν κι εμείς σκέφτηκε ο Ρεστ μπορεί να γλίτωναν τα πρωτόζωα για να συνεχίσουν το παιχνίδι της ζωής και τι παράδοξο! να ξαναφτιάξουν πιθανόν τον άνθρωπο και τον μηχάνθρωπο ύστερα από εκατομμύρια χρόνια.
Ο Ρεστ ολοκλήρωσε το κείμενο περί τεχνοϋλισμού και το έστειλε στο περιοδικό μια ώρα αρχύτερα, για να ξεμπερδεύει. Όσο χάιδευε τον γαληνεμένο Μπιτ στη ράχη και το κεφάλι, αναλογιζόταν πως όλα κυλούσαν φυσιολογικά στη δουλειά του και πως δεν είχε σοβαρό παράπονο, με ενδεχόμενη εξαίρεση το οικονομικό – λίγα χρήματα παραπάνω δεν θα του ήταν διόλου περιττά, αντιθέτως θα τον βοηθούσαν να προεκτείνει τεχνολογικά τον εαυτό του, αγοράζοντας ένα από τα προσφάτως κατασκευασμένα μονοθέσια ηλιοκίνητα που ειδικεύονταν σε πτήσεις έξω από την Αδελφοσύνη, καθώς έκαιγαν υδρογόνο, χωρούσαν παντού και τώρα που το σκέφτομαι ναι κάποια πράγματα δεν έχουν αλλάξει αποτελούσαν την καλύτερη μόστρα για την προσέλκυση του άλλου βασικού φύλου. Η επαναλαμβανόμενη πρόταση των πλούσιων γονιών του να του το κάνουν δώρο έπεφτε στο κενό της –ενδεχομένως αχρείαστης– βούλησής του για οικονομική ανεξαρτησία.
Ωπ τι είναι αυτό! Τι έχουμε εδώ; Ένα ιμέιλ από τη μοναδική γυναίκα (πλην της μητέρας του) που του έστελνε κάτι. Εδώ και μέρες φαντασιωνόταν πως αυτή η υπέροχη γυναίκα –αν ήταν όντως γυναίκα και όντως υπέροχη, κι αν δεν ήταν κάποιο πρόγραμμα που του έστηνε την κλασική παγίδα για να εξαπλωθεί στον ψηφιακό ζωτικό χώρο– είχε εκτιμήσει τη φωτογραφία του στον ιστότοπο του περιοδικού (μια φωτογραφία που είναι αλήθεια πως δεν τον κολάκευε ιδιαίτερα, εάν και εφόσον θεωρήσουμε πως η εμφάνισή του διέθετε κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί «κολακευτικό») ή/και είχε θαυμάσει τα άρθρα του.
Ρεστ σε βρήκα! εσύ είσαι! πρέπει να με βοηθήσεις! είμαι κλεισμένη στο ινστιτούτο και δεν μπορώ να γλιτώσω από τους κανονικούς μηχανθρώπους! όχι μόνη μου! εδώ γίνονται πειράματα που πρέπει να τα μάθουν όλοι! πρέπει να φύγω όσο πιο σύντομα γίνεται! δεν υπάρχει άλλος χρόνος! Λ-
Όπως θα παρατηρούσε ακόμα και ο ελάχιστα παρατηρητικός –κι εύχομαι, αγαπητέ αναγνώστη, να μην ανήκεις σε αυτόν τον αχαρακτήριστο τύπο– το ιμέιλ δεν τελείωνε με ολοκληρωμένο τον ονομαριθμό της. Τι είχε συμβεί; Μήπως δεν είχε τον απαραίτητο χρόνο να το ολοκληρώσει; Και γιατί δεν υπήρχε άλλος χρόνος; πάντα υπάρχει άλλος χρόνος αρκεί… αρκεί… αρκεί… φυσικά να υπάρχει κι άλλη ζωή! σκέφτηκε ο Ρεστ και η καρδιά του σκίρτησε από αγωνία. Η Λ-60, αν ήταν πράγματι η ίδια που έστελνε τα ιμέιλ, κινδύνευε σοβαρά: αυτό το είχε διαισθανθεί ξεκάθαρα ο Ρεστ από την πρώτη στιγμή. Αλλά τώρα ήταν εξίσου ξεκάθαρη η ανάγκη του να πιει λίγο τζίνι για να συνέλθει.