alt

Της Αδαμαντινής Καβαλλιεράτου

Σήμερα βγήκα στον δρόμο νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθιζα· ίσα που είχε αρχίσει να χαράζει. Οδήγησα για διακόσια μέτρα πάνω στον χωματόδρομο με κομμένη ανάσα, ώσπου βγήκα στον επαρχιακό Κυλλήνης-Πάτρας και προχώρησα. Τότε παρατήρησα ένα πηχτό σύννεφο πάνω απ’ το κεφάλι μας· όλα τα φρόντισα, όμως τον καιρό δεν τον κοίταξα.

Για έναν χρόνο έκανα ετούτη τη διαδρομή δυο φορές τη βδομάδα. Ξυπνούσα χαράματα, έπινα έναν καφέ στα γρήγορα κι άρχιζα να συγυρίζω όσο πιο ήσυχα μπορούσα, μην τύχαινε και τον ενοχλήσω ενώ κοιμόταν. Χοντρές δουλειές δεν έκανα· κοιτούσα να είναι εντάξει τα σημεία που θα περνούσε όταν σηκωνόταν. Το τασάκι πλάι στον καπνό του, το χειριστήριο της τηλεόρασης στο τραπεζάκι κοντά στην πολυθρόνα, ένα φαγητό στην κατσαρόλα. Έπειτα έτρεχα να ξυπνήσω το κορίτσι. Μόλις που την ακουμπούσα και πεταγόταν. Της έκανα νόημα και μ’ ακολουθούσε στην κουζίνα. Δεκαπέντε χρονών είχε φτάσει κι εγώ έκοβα μικρές μπουκιές ψωμί με μέλι και την τάιζα. Την κοίταζα που μασούσε κι αναρωτιόμουν, για πόσο ακόμα; Σε λίγους μήνες θα τελείωνε το γυμνάσιο και ο πατέρας της είπε: τέρμα. Κι αν συνέχιζε; τον ρώτησα. Όχι, απάντησε, θα πάρουν τα μυαλά της αέρα· θα θέλει να φύγει και τι θα απογίνει ο αδερφός της αργότερα; Μόλις την ξεπροβόδιζα για το σχολείο, έπαιρνα τον μικρό αγκαλιά, τον έβαζα στο αυτοκίνητο και για σαράντα λεπτά προσπερνούσαμε χωράφια με καρπούζια, κολοκύθες και καλαμπόκια.

Mε τους αγκώνες ακουμπισμένους στο ανοιχτό παράθυρο, κοιτούσα την πεδιάδα μέχρι εκεί που ενωνόταν με τον ορίζοντα. 

Θυμάμαι μικρή που πήγαινα με τον πατέρα να πουλήσουμε τη σοδειά. Καθόμουν πλάι του, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στο ανοιχτό παράθυρο και κοιτούσα την πεδιάδα μέχρι εκεί που ενωνόταν με τον ορίζοντα. Έπειτα από λίγο ζαλιζόμουν, έκλεινα τα μάτια κι ονειρευόμουν πως έφευγα για πάντα, μα σε δυο λεπτά τα ξανάνοιγα. Είχε κάτι άγριο το ονείρεμα αυτό και δεν το άντεχα. Λόγια για να το περιγράψω τότε δεν είχα. Τώρα λέω πως καμιά φορά η απλωσιά αντί να ανοίγει δρόμους βάζει αόρατα εμπόδια. Όμως πια ήξερα και δεν αφηνόμουν να κοιτάξω στα πλάγια. Ήταν κι ο δρόμος επικίνδυνος· μέρα δεν περνούσε που να μη γινόταν ατύχημα. Κάθε πενήντα μέτρα κι ένα εικονοστάσι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε χρειαστεί να σταματήσω. Καλούσα αμέσως ασθενοφόρο, μα ώσπου να έρθει, κι αν ήταν διαθέσιμο, περνούσε ένα εικοσάλεπτο. Τις περισσότερες φορές δεν ήταν σοβαρό. Υπήρξαν όμως κάποιες που σαν τις σκέφτομαι, ακόμα θέλω να ουρλιάξω. Κάπου κάπου, όταν ήμασταν εγώ κι ο μικρός στον δρόμο, σκεφτόμουν πόσο εύκολο θα ήταν να αφεθώ και τι θα πείραζε ένα ακόμη εικονοστάσιο στον κάμπο· ήταν που πίσω στο χωριό μάς περίμενε κάθε φορά και το κορίτσι.

Αλλά σήμερα ήταν αλλιώτικα· θα είχα μαζί και τα δυο παιδιά μου. Δέκα μέρες τα ’χα όλα σχεδιασμένα. Όχι πως δεν το σκεφτόμουν νωρίτερα – μήνες ολόκληρους μού τριβέλιζαν το μυαλό στο κέντρο που πήγαινα τον μικρό. Στην αρχή δεν άντεχα που τους άκουγα. Είπα να σταματήσω, μα το παιδί ήταν πιο ήρεμο κι είχε αρχίσει να λέει και κάποια λόγια. Μας είπε κι ο γιατρός πως αν συνέχιζε τις θεραπείες μπορεί και να κατάφερνε να δουλέψει στο μέλλον στα χωράφια, κι ίσως αν του βρίσκαμε καμιά κοπέλα να παντρευόταν.

Χθες είπα στον άντρα μου να πάρω μαζί και την κόρη μας, να τη δουν στο νοσοκομείο. Γυναίκα έχει γίνει, του είπα, και δεν έχει περίοδο ακόμα. Εκείνος γρύλισε κι έφυγε για το καφενείο. Γύρισε μεσάνυχτα κι ήρθε στο κρεβάτι μας. Όσο έκανε ό,τι έκανε, σκεφτόμουν: καλύτερα· αν ήταν ευχαριστημένος δεν θα μου έφερνε εμπόδια. Αφού τελείωσε, μου είπε να μη διανοηθώ να την πάρω μαζί μου στην Πάτρα και μ’ έπιασε το παράπονο· είπα με τον νου μου πως ποτέ δεν θα τα καταφέρω. Τότε τον άκουσα πλάι μου να κλαίει κι εκείνος. Για τη μάνα του θα έκλαιγε πάλι που πέθανε πριν από λίγο καιρό. Της είχε αδυναμία, έλεγε, κι ας της έπαιρνε τη σύνταξη να την παίξει στο Στοίχημα. Εκείνη ήταν ήσυχη γυναίκα. Δέκα χρόνια ζήσαμε μαζί και δεν μου ’πε κακή κουβέντα. Λίγο προτού φύγει, μια μέρα που την έκανα μπάνιο, μου έδειξε σ’ ένα σημείο κάτω από τον νιπτήρα. Αργότερα που πήγα να κοιτάξω, βρήκα ένα πλακάκι κούφιο που ’χε μέσα έναν πάκο χαρτονομίσματα, κάποια χαρτιά και μία φωτογραφία. Στη φωτογραφία ήταν η Μαρίνα, μια κοπέλα που ήξερα πως ήθελε ο άντρας μου όταν ήμασταν παιδιά. Από τότε που εκείνη έφυγε να σπουδάσει στην Αθήνα δεν την είδε ξανά. Εγώ πάλι αγαπούσα ένα παιδί που το ’λεγαν Θωμά. Μένει δυο σπίτια πάνω απ’ το δικό μας, έχει παντρευτεί μια γυναίκα από τη Μολδαβία κι έχουν δυο κοριτσάκια. Δεν φαίνεται να με νοιάζεται πια, όμως όταν με συναντάει μου φέρεται ευγενικά· εγώ τον σκέφτομαι πού και πού ακόμα.

Σήμερα το πρωί σηκώθηκα να κάνω το πρόγραμμα όπως συνήθιζα. Όταν ήταν να πάει στο χωράφι, μου το έλεγε από βραδύς κι εγώ τον ξυπνούσα, αλλιώς τον άφηνα να κοιμάται ώσπου να γυρίσω από την Πάτρα. Όταν τον είδα ξύπνιο κι έτοιμο με τα ρούχα της δουλειάς, αναθάρρησα. Αφού τον ξεπροβόδησα, πήρα ό,τι είχα μαζεμένο στον πάτο της ντουλάπας, σήκωσα τα παιδιά κι έφυγα.

Ήταν όμορφη κι ας της έκοβα τα μαλλιά αγορίστικα. Κι αυτό που είπα στον πατέρα της για τα έμμηνα ψέματα ήταν, δυο χρόνια πριν ξεκίνησαν, μα έκανα ό,τι μπορούσα να την κρατήσω παιδί ακόμα· τον είχα δει πως την κοιτούσε όταν γύριζε μεθυσμένος τα βράδια.

Το σύννεφο τώρα είχε κατέβει χαμηλά και μικρές μπάλες χαλαζιού άρχισαν να πέφτουν πάνω στο παρμπρίζ μας. Έριξα μια ματιά απ’ τον καθρέφτη στο αγόρι μου στο πίσω κάθισμα. Έτσι όπως κοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, το πηγούνι του είχε γεμίσει σάλια. Είπα στην αδερφή του που έπαιζε με το κινητό πλάι μου να το σκουπίσει με μια πετσέτα. Όχι, μου απάντησε, είναι σίχαμα. Την άρπαξα απ’ το χέρι και την ταρακούνησα. Σίχαμα ξεσίχαμα, χωρίς αυτόν δεν ’χες ελπίδα, της είπα. Δεν ήξερε τι εννοούσα, μα αν πήγαιναν όλα καλά σύντομα θα καταλάβαινε. Λίγο μετά γύρισα και την κοίταξα. Ήταν μουτρωμένη, μα εγώ είχα μαλακώσει και της χαμογέλασα. Ήταν όμορφη κι ας της έκοβα τα μαλλιά αγορίστικα. Κι αυτό που είπα στον πατέρα της για τα έμμηνα ψέματα ήταν, δυο χρόνια πριν ξεκίνησαν, μα έκανα ό,τι μπορούσα να την κρατήσω παιδί ακόμα· τον είχα δει πως την κοιτούσε όταν γύριζε μεθυσμένος τα βράδια.

Συνεχίσαμε στον δρόμο σταθερά, ώσπου μαύρισε ο τόπος και το χαλάζι άρχισε να πέφτει πάνω μας με φόρα. Έκοψα ταχύτητα για λίγα λεπτά ώσπου ξεθύμανε και εμφανίστηκε ο ήλιος ξανά. Τότε είδα στα δέκα μέτρα δεξιά ένα κόκκινο αγροτικό μέσα στο χαντάκι γυρισμένο ανάποδα. Σκέφτηκα πως ο Θωμάς, ο άντρας που κάποτε αγαπούσα, είχε ένα αυτοκίνητο στο ίδιο χρώμα. Μου κόπηκε η ανάσα, μα είπα στον εαυτό μου πως κι άλλοι δεκάδες απ’ τα γύρω χωριά σίγουρα είχαν παρόμοιο αγροτικό, κι αν δεν τύχαινε να περνούσα κοντά στο χωράφι του ούτε που θα περνούσε απ’ το μυαλό μου τέτοια ιδέα.

Όποιος έχει ζήσει σ’ αυτόν τον τόπο ξέρει πως το χαλάζι είναι συμφορά και πως λίγα λεπτά αρκούν για να καταστραφεί ό,τι έσπερνες το προηγούμενο διάστημα. Κι ο άντρας μου θα είχε κινήσει για το σπίτι σίγουρα. Αν κλειδωνόταν στο μπάνιο, όπως έκανε όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, θα άνοιγε την κρυψώνα του να παρηγορηθεί και θα τα καταλάβαινε όλα. Θα έμπαινε τότε στο αγροτικό και θα πατούσε διακόσια. Είχα πια φτάσει σε ευθεία με το ατύχημα. Κοίταξα, μα δεν μπόρεσα να διακρίνω ανθρώπινη φιγούρα, τα τζάμια όπως και τα μάτια μου ήταν θολά. Καθώς προσπέρασα η κόρη μου είπε, μαμά, στάσου· κάτι είδα. Όχι, της ούρλιαξα, της άρπαξα το πρόσωπο και το ’στρεψα μπροστά. Μη γυρίσεις πίσω, της είπα κι εκείνη υπάκουσε και χαμήλωσε τα μάτια. Συλλογίστηκα τότε πως αν συνέχιζα, σε είκοσι χιλιόμετρα θα έφτανα στη διασταύρωση Πάτρας-Αθήνας· κι εκεί όλα θα τέλειωναν. Γιατί ο άντρας μου θα μας αναζητούσε πρώτα στο κέντρο ειδικής αγωγής στην Πάτρα και μέχρι να σκεφτόταν να βγει στον δρόμο για Αθήνα θα ήμασταν ήδη πολύ μακριά. Τράβηξα το κινητό από τα χέρια της κόρης μου, πήρα το εκατόν εξήντα έξι, κι ώσπου να απαντήσουν, πρόλαβα, σκούπισα τα μάτια, πάτησα το γκάζι κι έφυγα μπροστά.

adamantini kavalieratouInfo
Η Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί στο διαδίκτυο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr.
Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια. 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το εμπόδιο

Το εμπόδιο

Οι καμπάνες της Κυριακής ηχούσαν ακόμα, όταν το λεωφορείο μπήκε στο σταθμό. Ο κόσμος τον προσπερνούσε αδιάφορα, συζητώντας ζωηρά και σέρνοντας βαλίτσες κατά μήκος των διαδρόμων, ενώ μερικά παιδιά έτρεχαν εδώ κι εκεί, τραβώντας ανυπόμονα τους γονείς τους από το χέρι.

Διήγημα της Ηρώς Κάπα

...
Το «φάντομ» και η στίξη

Το «φάντομ» και η στίξη

«Μπαμπά», φώναξα με αγωνία μόλις μπήκα σπίτι. «Κοίτα τι λέει η εφημερίδα! Ο-Σαρ-γκά-νης-στον-ΠΑ-Ο. Μας τον πήρανε;»

Διήγημα του Γιώργου Οικονόμου

«Δεν λέει ότι τον πήρανε. Μία πιθανότητα είναι. Έχει ερωτηματικό στο τέλος, δεν το βλέπεις; Θα το μάθεις, τέλος πάντων, τώρα που θα πας...

Ορφέας σπαρασσόμενος

Ορφέας σπαρασσόμενος

Ω εσείς τρισκατάρατοι Πλούτωνα και Περσεφόνη, που σκαρφιστήκατε την καταδίκη μου! Ωιμέ, ο βαριόμοιρος εγώ!

Διήγημα της Άρτεμης Γρίβα

Μαύρη η ώρα που γύρισα και σε κοίταξα, Ευρυδίκη, εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα μ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Δίνοντας φωνή και παρηγόρια στους παρίες

Δίνοντας φωνή και παρηγόρια στους παρίες

Για το βραβευμένο μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού «Καινούργια μέρα» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Νικόλα Ευαντινού
Φωτογραφία © Jean Gaumy/Magnum Photos

Ο Walter Benjamin αναλύοντας τη φύση και τη λειτουργία του μυθιστορήματος, σε σ...


Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Emmanuel Levinas «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη, το οποίο κυκλοφορεί το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου με... προφυλάξεις

Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου με... προφυλάξεις

Λόγω της πανδημίας του COVID-19 και των σχετικών μέτρων που έχουν ληφθεί από την Πολιτεία, το Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, ως διοργανώτρια αρχή, έχει μεριμνήσει για την εφαρμογή ειδικών μέτρων στους χώρους των φετινών εκδηλώσεών του, ώστε να διασφαλιστεί η υγεία όλων όσοι θα παρευρεθούν σε αυτές (θεατές, καλλιτέ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Emmanuel Levinas «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη, το οποίο κυκλοφορεί το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ