prayer

Tης Βίκυς Σπυροπούλου

Πήρε τον κατηφορικό δρόμο ανάμεσα στα μνήματα και στις αυστηρά στοιχημένες σειρές από κυπαρίσσια, σκυφτή απ’ τα χρόνια, τα φαρμάκια και τις έγνοιες. Δέκα ευρώ το κάθε καντήλι για έναν μήνα, τόσο φτηνά εξιλεώνονται οι πενθούντες συγγενείς για όσα έκαναν κι όσα δεν έκαναν στο «εν ζωή». Κι αυτό για κανά χρόνο το πολύ, μετά τα καντήλια σβήνουν και οι τάφοι χορταριάζουν, βρόμικοι από λάσπες και περιττώματα περιστεριών. Ο θάνατος γίνεται συνήθεια και για τους «εν ζωή» – και για κείνον που θάφτηκε στο χώμα, υποθέτω. Το μόνο που τους απέμεινε, δύο μέτρα γης κι ένα όνομα με μια ημερομηνία χαραγμένα πάνω σε σταυρό από μάρμαρο.

Τους περισσότερους απ’ αυτούς που «φρόντιζε» μετά θάνατον, τους είχε αναλάβει λίγο πριν την τελευταία τους κατοικία, αφού, γέροι πια, δεν χώραγαν στα φορτωμένα προγράμματα των παιδιών τους. Εκεί έβρισκε μεροκάματο, βλέπεις τα χρόνια πολλά στην πλάτη της, σε καμιά καλονοικοκυρά δεν γέμιζε το μάτι πια για καθαρίστρια. Μα για να πλένει τάφους και ν’ ανάβει καντήλια, μια χαρά. Είχε πιάσει φιλίες και με την κυρά Θεώνη, τη νεοκόρισσα, που της έδινε κάθε Κυριακή μετά τα μνημόσυνα τα κόλλυβα και τα πρόσφορα που περίσσευαν. Δεν πέταγε τίποτα. Πριν από πολλά χρόνια τη φώναζαν Σπρέζα, ελπίδα σημαίνει, σκέτη ειρωνεία για μια γυναίκα που την είχε χάσει προ πολλού. Κόντευε να το ξεχάσει και η ίδια, στην Ελλάδα την ήξεραν Μαρία, δεν είναι καιροί για μπλεξίματα κι ένα συνηθισμένο όνομα της εξασφάλιζε ενός βαθμού ανωνυμία. Για όλους ήταν η Μαρία που ήρθε από τη Βόρεια Ήπειρο το ’89, μόνη, μ’ ένα παιδί στην κοιλιά κι άλλο ένα στο χέρι. Σήμερα, κοντά τριάντα χρόνια και καμιά δεκαριά απελάσεις μετά, δεν είχε καταφέρει να βγάλει μόνιμη άδεια παραμονής, το υπόγειο καμαράκι της κυρίας Ευσταθίας Πολυχρονοπούλου όμως, κάπου στα Πατήσια, την περίμενε πάντα να γυρίσει.

Ποτέ δεν παρέλειπε την προσευχή η Σπρέζα κι ας μην ήτανε δικοί της άνθρωποι. Κι ας μην πίστευε στον Χριστό. Πήρε τη χλωρίνη, το σφουγγάρι, κι έπιασε να καθαρίζει.

Κατηφορίζοντας την είδε, στο ίδιο σημείο πάντα, την ίδια ώρα κάθε μέρα, μ’ ένα άσπρο τριαντάφυλλο στο χέρι και με τη θλίψη στα μάτια. Στο άλλο χέρι ένα τσιγάρο κι ακόμα ένα να καίει στο τασάκι που έφερνε μαζί της και το ακουμπούσε δίπλα της στο μνήμα. Έτσι και σήμερα. Τι πόνο κουβαλάει αυτό το κορίτσι, κι αυτά τα μαύρα μάτια, τα μεγάλα, δεν στερεύουν από δάκρυα; Της έγνεψε κι εκείνη ανταπέδωσε. Όλοι εδώ μέσα λίγο-πολύ είναι γνωστοί–άγνωστοι, αδέρφια στον πόνο που μοιράζονται και που παρόλ’ αυτά δεν λέει να λιγοστέψει. Άναβε το καντήλι, έπειτα καρβουνάκι, λιβανάκι, προσευχή για ένα παλικάρι –θα ’τανε δεν θα ’τανε τριάντα χρονών– που της χαμογελούσε πλατιά απ’ τη φωτογραφία με την ασημένια κορνίζα. Και η Σπρέζα στο καθήκον. Φτάνει στον τάφο τον γεμάτο παιχνίδια, κάθε είδους αυτοκινητάκια, μπουλντόζες, ένα μπλε μπαλόνι που ’γραφε μ’ άσπρα γράμματα «καλό ταξίδι» και στην άκρη ένα λούτρινο αρκουδάκι σκονισμένο. Το πήρε στα χέρια και το πίεσε στην κοιλιά, όπως έκανε κάθε φορά: «Θέλεις να παίξουμε;». Ένας χρόνος πέρασε και οι μπαταρίες ακόμα να τελειώσουν. Μάλλον τις αλλάζει η μάνα του για να μην κλαίει ο Κωστάκης όταν ο αρκούδος σωπαίνει. Την Κυριακή έχουνε μνημόσυνο, το μνήμα πρέπει να ’ναι καθαρό για το τρισάγιο, κλείνει έναν χρόνο το αγγελούδι κι εκείνη ήτανε με χάπια, τέτοιες μέρες πέρυσι τον πήγαινε πρώτη φορά νηπιαγωγείο. Κώστας Δημητρίου, 2011-2016, ετών 5. Όσο και το εγγόνι της πίσω στην Αλβανία. Άναψε το καντήλι, ύστερα καρβουνάκι, λιβανάκι, προσευχή. Ποτέ δεν παρέλειπε την προσευχή η Σπρέζα κι ας μην ήτανε δικοί της άνθρωποι. Κι ας μην πίστευε στον Χριστό. Πήρε τη χλωρίνη, το σφουγγάρι, κι έπιασε να καθαρίζει. Το νεκροταφείο άδειο, ψυχή, το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος του νερού μέσα απ’ το λάστιχο της βρύσης, το θρόισμα των κυπαρισσιών απ’ τον δυνατό αέρα και τα χαροπούλια που δεν σωπαίνουνε ποτέ, μέρα νύχτα το ίδιο μονότονο μοιρολόι. Κλείνει τη βρύση και σκύβει να μαζέψει τα σφουγγαρόπανα.

– Κλέφτης, βοήθεια! Κλέφτης!

Ο κουβάς τής πέφτει απ’ τα χέρια και σκορπίζει τα βρομόνερα στο χορτάρι, ενώ γίνεται μάρτυρας μιας βίαιης σκηνής που εκτυλίσσεται δέκα σειρές μνήματα πιο κάτω. Ένας άγνωστος και το κορίτσι με τα μεγάλα μαύρα μάτια. Παλεύουν για μια τσάντα. Γροθιές, ουρλιαχτά και φωνές.

– Σκάσε κι άσε την τσάντα.

Σαστίζει, θέλει να τρέξει να βοηθήσει το κορίτσι αλλά αντ’ αυτού ζαρώνει πίσω απ’ το μνήμα με τα παιχνίδια. Μια φορά ακόμη πίσω στην Αλβανία και πάλι απ’ την αρχή ήτανε πολύ να το αντέξουν τα 65 χρόνια της. Άσε που ο αστυνόμος το ’χει ξεκαθαρίσει: με την επόμενη, φυλακή, το ’πε κι ο δικηγόρος. Κοιτάζει γύρω της με αγωνία, δεν μπορεί, κάποιος άλλος θα ’ρχεται, σε καμία ώρα αρχίζει ο εσπερινός, ο παπα-Θόδωρος πού είναι; Η τσάντα πέφτει κι ένα σωρό πράγματα σκορπάνε. Κρατάει μαχαίρι και η λεπίδα σκίζει τα ρούχα, το πρόσωπο, τα χέρια της κοπέλας που αντιστέκεται. Οι κραυγές γίνονται ένα με τις φωνές απ’ τα χαροπούλια που κρώζουν με αγωνία, το κορίτσι τρέχει, εκείνος αρπάζει την τσάντα και την κυνηγά ανάμεσα στους τάφους, χτυπά με το μαχαίρι ξανά και ξανά και ξανά, από πίσω κι η Σπρέζα να τραβάει τα μαλλιά και να φωνάζει. Εκείνος δεν λυγίζει, αποφασισμένος ν’ αποτελειώσει εκείνο που ξεκίνησε με κι άλλες κι άλλες κι άλλες μαχαιριές. Λίγο πριν την εξώπορτα του κοιμητηρίου το κορίτσι πέφτει παραπατώντας, κι εκείνος εξαφανίζεται τρέχοντας. Η Σπρέζα σκύβει από πάνω της. Ανασαίνει βαριά και ανοιγοκλείνει αργά τα μάτια, τα μεγάλα, τα μαύρα, μέσα σε μια λίμνη από αίμα που πότιζε τα μακριά μαλλιά της.

– Εντρίτα, Εντρίτα, αγάπη μου. Γιατί; Μην πεθάνεις. Όχι πάλι. Παπα-Θόδωρε, γρήγορα, ένα ασθενοφόρο, το κορίτσι, ξεψυχάει, παπα-Θόδωρε.

Ο παπάς του νεκροταφείου, που κατέφτασε για να χτυπήσει την καμπάνα του εσπερινού, χλόμιασε κι έπεσε στα γόνατα.

– Μαρία, τι έγινε εδώ ευλογημένη; Θεέ και Κύριε!
– Το κορίτσι το μαχαιρώσανε, παπά-Θόδωρε. Ένα ασθενοφόρο. Γρήγορα.

Ήταν αργά. Η τελευταία αναπνοή βγήκε απ’ το στόμα μαζί μ’ ένα μικρό αυλάκι αίμα, η ανάσα σίγησε και τα μεγάλα, μαύρα μάτια έμειναν να κοιτάζουνε τη Σπρέζα. Ή το κενό πίσω της.

– Φύγε, Μαρία. Θα πάρω εγώ την αστυνομία.

Όλοι ξέρανε την αλήθεια, κι ας τη φωνάζανε Μαρία.

Και η Σπρέζα έφυγε σκυμμένη κοιτώντας πίσω μ’ αναφιλητά. Κι ο παπάς του νεκροταφείου έψαλε κλαίγοντας δυο λόγια απ’ αυτά που ήξερε καλά.

Την επόμενη μέρα, η μικρή τηλεόραση στο καμαράκι της Σπρέζας ανήγγειλε τα νέα. Τώρα κατηγορούνε τον πατέρα. Τομάρι μπορεί να ’ναι, φονιάς όμως δεν είναι. Θα μιλήσει. Πάει και τελείωσε. Όλη νύχτα δεν σταμάτησε να κλαίει. Κι αν είχε αντιδράσει νωρίτερα; Αν εκείνος είχε καταλάβει εξαρχής ότι ήτανε κι άλλος στο νεκροταφείο, ότι υπήρχε μάρτυρας, δεν θα ’κανε ό,τι έκανε. Μέχρι να πεθάνει θα τη στοίχειωνε ετούτο το «αν». Όπως κι εκείνα τα μεγάλα, μαύρα μάτια που μείνανε να κοιτάνε το κενό. Άνοιξε κι έβγαλε απ’ το συρτάρι μια φωτογραφία με ασημένια κορνίζα, την πήρε αγκαλιά κι έσφιξε δυνατά ένα κορίτσι με μεγάλα μαύρα μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά που χαμογελούσε πλατιά. Τραβήχτηκε πριν από καμιά τριανταριά χρόνια, λίγο πριν χάσει την αδερφή της, τη μικρή της αδερφή, πριν αντικρίσει το ίδιο άδειο βλέμμα καρφωμένο στο ίδιο απροσδιόριστο κενό. Κάπου πίσω στην Αλβανία υπάρχει ένας ακόμη τάφος. Εντρίτα Μπεκιράι, 1958-1988, ετών 30.

 

altInfo
Η Βίκυ Σπυροπούλου κατάγεται από το Αίγιο και κατοικεί μόνιμα στην Πάτρα. Είναι απόφοιτη Κλασικής Φιλολογίας και φοιτήτρια του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών της Δημιουργικής Γραφής του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στον χώρο των τηλεπικοινωνιών και ασχολείται ερασιτεχνικά με τη συγγραφή. Ποιήματά της και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr.
Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το εμπόδιο

Το εμπόδιο

Οι καμπάνες της Κυριακής ηχούσαν ακόμα, όταν το λεωφορείο μπήκε στο σταθμό. Ο κόσμος τον προσπερνούσε αδιάφορα, συζητώντας ζωηρά και σέρνοντας βαλίτσες κατά μήκος των διαδρόμων, ενώ μερικά παιδιά έτρεχαν εδώ κι εκεί, τραβώντας ανυπόμονα τους γονείς τους από το χέρι.

Διήγημα της Ηρώς Κάπα

...
Το «φάντομ» και η στίξη

Το «φάντομ» και η στίξη

«Μπαμπά», φώναξα με αγωνία μόλις μπήκα σπίτι. «Κοίτα τι λέει η εφημερίδα! Ο-Σαρ-γκά-νης-στον-ΠΑ-Ο. Μας τον πήρανε;»

Διήγημα του Γιώργου Οικονόμου

«Δεν λέει ότι τον πήρανε. Μία πιθανότητα είναι. Έχει ερωτηματικό στο τέλος, δεν το βλέπεις; Θα το μάθεις, τέλος πάντων, τώρα που θα πας...

Ορφέας σπαρασσόμενος

Ορφέας σπαρασσόμενος

Ω εσείς τρισκατάρατοι Πλούτωνα και Περσεφόνη, που σκαρφιστήκατε την καταδίκη μου! Ωιμέ, ο βαριόμοιρος εγώ!

Διήγημα της Άρτεμης Γρίβα

Μαύρη η ώρα που γύρισα και σε κοίταξα, Ευρυδίκη, εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα μ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ήταν σοσιαλδημοκράτης ο Καντ ή έγινε η σοσιαλδημοκρατία καντιανή;

Ήταν σοσιαλδημοκράτης ο Καντ ή έγινε η σοσιαλδημοκρατία καντιανή;

Επειδή πολλοί «νεοφώτιστοι» στη σοσιαλδημοκρατία πολιτικοί μας αναζητούν ένα επιθετικό προσδιορισμό γι’ αυτήν (αριστερή, ριζοσπαστική και άλλες τέτοιες πομφόλυγες) θα τους συνιστούσα το «καντιανή». Καθόλου «πιασάρικο» αλλά αληθινό. Ας το δούμε αυτό.

Του Γιώργου Σιακαντάρη...

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις του Μιχάλη Μακρόπουλου

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις του Μιχάλη Μακρόπουλου

Ζητήσαμε από πεζογράφους, ποιητές, μεταφραστές και επιμελητές να μας στείλουν μια καλοκαιρινή φωτογραφία από το προσωπικό τους αρχείο και να την πλαισιώσουν με μια ανάμνηση. Σήμερα, ο Μιχάλης Μακρόπουλος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Εικονογράφηση: Πάρις Κούτσικος - pari...

«Για την Αγία Σοφία»

«Για την Αγία Σοφία»

Ανακοίνωση του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού για την απόφαση μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί.

Επιμ. Απόστολος Σκλάβος

Η απόφαση της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί αποτελεί αυθαίρετη πράξη κατά των οικουμενικών α...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Emmanuel Levinas «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη, το οποίο κυκλοφορεί το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ