alt

Της Κατερίνας Κονιδάρη

Μόνο να μην έβαζε τα κλάματα, αυτό σκεφτόμουν. Είχα αποφύγει όσο μπορούσα να τη δω χωρίς το παιδί, αλλά μια μέρα πριν φύγω μου είπε «Πρέπει να σε δω οπωσδήποτε, υπάρχουν μερικά πράγματα που πρέπει να μάθεις, δεν γίνεται επειδή μένεις στον διάολο, να νομίζεις ότι όλα εδώ είναι μια χαρά μόνο και μόνο επειδή στέλνεις δυο χιλιάρικα τον μήνα». Και κανονίσαμε να βρεθούμε το ίδιο απόγευμα.

Ήταν τέλη Σεπτέμβρη, Κυριακή και πήρα το αυτοκίνητο. Έκανε ακόμα πολλή ζέστη, είχε υγρασία και οι δρόμοι ήταν άδειοι. Ωραία, είπα στην αρχή, αλλά μετά θυμήθηκα ότι η ζέστη δεν είναι τόσο καλός λόγος όσο το κρύο για να μην κυκλοφορεί ψυχή, οπότε σίγουρα θα ξεπετάγονταν διάφοροι από ίσκιους και δρομάκια, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να είμαι προσεκτικός. Βρήκα εύκολα θέση να παρκάρω και βγήκα από την πλευρά ενός στενού πεζοδρομίου, του οποίου τα πλακάκια είχαν αποκτήσει αυτή τη σκουρόχρωμη γλίτσα από τα ζουμιά των σκουπιδιών και κάθε είδους υπολείμματος, δημιουργώντας μια δεύτερη επιφάνεια, επίμονη και αηδιαστική, που πάντα είχα την εντύπωση ότι μπορούσε να απλωθεί σε όλη την πόλη σαν βακτήριο. Από τα δεξιά μου δεν φαινόταν κανένας. Από τα αριστερά είδα κάποιον να ψαχουλεύει σε έναν κάδο και να προχωράει αμέσως μετά προς το μέρος μου, άστεγος θα είναι, σκέφτηκα – όλοι γι’ αυτό μιλάνε, η φτώχεια, η κρίση, δεν σταματάνε ποτέ, «το γεγονός μπορεί να εξηγηθεί..», «η κύρια αιτία για την κατάσταση είναι…». Κλείδωσα γρήγορα για να τον αποφύγω, αλλά στη βιασύνη μού έπεσε το κλειδί και μέχρι να σκύψω να το πιάσω με είχε πλησιάσει τόσο που χρειάστηκε να κρατήσω την ανάσα μου και να ανοίξω αμέσως το βήμα μου για να ξεφύγω τουλάχιστον από τη βρόμα που έσερνε πίσω του. Όχι, όχι, στη Γροιλανδία δεν έχουμε τέτοια, το χιόνι είναι μια καλή λύση γι’ αυτά τα προβλήματα.

Θα είχα προτιμήσει να έρθω τον Αύγουστο αλλά όπως πάντα ήταν αδύνατο, γιατί τότε μόνο κάνουμε εξωτερικές εργασίες, τότε μόνο δεν έχει πάγο, τότε μπορείς να κυκλοφορήσεις απλώς με ένα χοντρό μπουφάν. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο για να βγεις έξω φοράς θερμομονωτικό μπουφάν για θερμοκρασίες που αγγίζουν το μείον άπειρο.

Έφτασα πρώτος στο μαγαζί που είχαμε κανονίσει και κάθισα σε ένα κόκκινο μεταλλικό τραπεζάκι, κάτω από μια νεραντζιά. Ήταν στο σημείο ενός πεζόδρομου που άνοιγε αρκετά και είχε ένα παρτέρι στο κέντρο, ώστε μπορούσες να το ονομάσεις πλατεία. Είχα πάρει τρεις εβδομάδες άδεια από τις αρχές του μήνα. Θα είχα προτιμήσει να έρθω τον Αύγουστο αλλά όπως πάντα ήταν αδύνατο, γιατί τότε μόνο κάνουμε εξωτερικές εργασίες, τότε μόνο δεν έχει πάγο, τότε μπορείς να κυκλοφορήσεις απλώς με ένα χοντρό μπουφάν. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο για να βγεις έξω φοράς θερμομονωτικό μπουφάν για θερμοκρασίες που αγγίζουν το μείον άπειρο, ισοθερμικό μέσα από το παντελόνι, παντελόνι με ειδική επένδυση, παπούτσια, που στη συσκευασία γραφούν «κατάλληλα για θερμοκρασίες έως -40 βαθμούς °C», σκούφους και γυαλιά για να μην παγώνουν τα δάκρυα. Οπότε, κάθε φορά που ερχόμουν τα τελευταία τρία χρόνια, κάθε φορά Σεπτέμβρη, ο ήλιος, που προλάβαινα έστω και φθινόπωρο και που απολάμβανα αποκλειστικά μόνος μου, με έκανε να νιώθω και πάλι λίγο γήινος. Το μπαλκόνι στο πατρικό μου με τον μεγάλο καναπέ που βλέπει στον κήπο, την τέντα με τα ανθάκια και τις σειρές τις γλάστρες, είχε γίνει το σαλόνι, το γραφείο, το υπνοδωμάτιο και η κουζίνα μου. Από μέσα άκουγα τη μάνα μου να κάνει δουλειές. Μερικές φορές ερχόταν και αυτή, καθόταν σε μια πολυθρόνα σκηνοθέτη και διάβαζε τη συνέχεια των τουρκικών σίριαλ. Μου άρεσε να κάθομαι εκεί μέχρι το βράδυ, εκεί μου αρκούσε, τι διαφορά έχει ο ήλιος στη θάλασσα; Ο μόνος λόγος που με έκανε να βγαίνω λίγο ήταν ο γιος μου, αλλά και πάλι πρόσεχα να μην πολυμπλέκω με κόσμο.

Την είδα να έρχεται όταν ο σερβιτόρος άφηνε ένα ποτήρι νερό και του ζητούσα να αφήσει και ένα δεύτερο. «Δεν τα αντέχω ρε συ», έλεγε πλησιάζοντας. Έκανε μια κοφτή κίνηση με τις παλάμες, που διασταυρώνονται μπροστά της, για να ανοίξουν δεξιά και αριστερά, όσο το κεφάλι της ακολουθούσε, μια φορά από τη μία πλευρά, μια φορά από την άλλη. «Αυτά τα λεωφορεία, δεν ξέρεις τι χάλια» είπε και ξεφύσησε, καθώς έφτανε.

«Θα μπορούσες να με πάρεις από το σπίτι και να πάμε προς τη θάλασσα, εδώ που τα λέμε» είπε. Δεν απάντησα. «Αστειεύομαι» έκανε και πέταξε την τσάντα της στη διπλανή καρέκλα. Ακούμπησε την πλάτη της πίσω και συνέχισε. «Έκαψαν κάτι τρόλεϊ πιο κάτω, τα είδες; Ακόμα μυρίζει». «Όχι, ήρθα από πάνω». «Σιγά μη σ’ ενδιέφερε και να τα ̓βλεπες». Είχε έρθει φουριόζα. Πλησίασε ένα παιδάκι με αναπτήρες. «Όχι ευχαριστούμε». «Τέλος πάντων, κοίτα, σήμερα για να έρθω έπρεπε να κάνω ολόκληρη ιστορία με το μικρό, τον άφησα σε μια φίλη, εσύ καλά τον χαιρέτησες χθες –λες και σήμερα δεν μπορούσε να είναι η μέρα για εμάς– καλά τα παιχνίδια μαζί του, αλλά εγώ τον μεγαλώνω μόνη μου εδώ πέρα. Αύξησα τα φάρμακα, το καταλαβαίνεις; Δεν με πιάνουν πια τα ηρεμιστικά, δεν μπορώ να κοιμηθώ». Άρχισε να βουρκώνει. «Μόνο εσύ θα μπορούσες να πας εκεί πάνω» είπε. Ευτυχώς δεν έκλαψε. Πέρασε ένας ζητιάνος, δεν είχε να φάει και «χίλια συγγνώμη για την ενόχληση», αλλά – «όχι, δεν έχουμε». Κοίταξα την ώρα στο κινητό, άνοιξα το facebook. Επίθεση σε εμπορικό στο Βερολίνο, 23 νεκροί. Βίντεο σοκ από κακοποίηση παιδιών σε φυλακή – προσοχή σκληρές εικόνες. Ήμουν σίγουρος ότι δεν είχε κάτι φοβερό να πει, αυτό έκανε συνέχεια, έλεγε ότι ήθελε κάτι πολύ σημαντικό, που αν δεν το άκουγα θα ήμουν αλήτης και απορούσε που έκανε παιδί μαζί μου. Παρόλο που την είχα ερωτευτεί, γιατί ήταν ωραία γυναίκα και όλοι οι φίλοι μου έλεγαν «πώς τα κατάφερες, ρε μαλάκα» –ένας γυαλάκιας τριανταπεντάρης χωμένος σε ένα διδακτορικό για τη γεωθερμία– ήξερα ότι δεν θα μπορούσε να πάει και πολύ μακριά μαζί της. Δεν είχαν άδικο οι δικοί μου που δεν τη είχαν δει ποτέ με καλό μάτι, μια μανικιουρίστα που γελούσε σπάνια και γκρίνιαζε συχνά. Όπως και να είχε, έναν χρόνο αφότου γνωριστήκαμε και τρία χρόνια πριν, μου είπε ότι ήταν έγκυος. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω και την αγκάλιασα, μετά καθίσαμε μαζί στον καναπέ, φάγαμε, εγώ πάντα άκουγα και ειδήσεις –λάθος ίσως, δεν ήταν κατάλληλη μέρα για ειδήσεις, είχε γίνει πάλι μια τρομοκρατική επίθεση κάπου, έκτακτα γεγονότα, τίτλοι, φόβος, εξελίξεις– όλα συνέβαιναν χωρίς να τελειώνουν ποτέ, το έμβρυο θα γινόταν μωρό, μετά παιδί και τότε πρωτοσκέφτηκα να τα παγώσω όλα, να φύγω, αλλά να πήγαινα πού; Δεν ήξερα. Στο επτάμηνο μέχρι τη γέννα, παντρευτήκαμε, τέλειωσα το διδακτορικό και πέθανε ο πατέρας μου από καρδιά. Και όλο κάτι γινόταν –στο μετρό της Αθήνας κάποιος πυροβόλησε και σκότωσε τρία άτομα– και όλο κάτι χειρότερο αναμενόταν, τόσο που όλα τα προηγούμενα έμοιαζαν τα ίδια.

Στο επτάμηνο μέχρι τη γέννα, παντρευτήκαμε, τέλειωσα το διδακτορικό και πέθανε ο πατέρας μου από καρδιά. Και όλο κάτι γινόταν –στο μετρό της Αθήνας κάποιος πυροβόλησε και σκότωσε τρία άτομα– και όλο κάτι χειρότερο αναμενόταν, τόσο που όλα τα προηγούμενα έμοιαζαν τα ίδια.
Είχαν αλλάξει όμως και όλα, μέναμε με τη μάνα μου στο πατρικό και μιλούσαμε, τι θα κάνουμε, πώς θα τα καταφέρουμε και όλα έμπαιναν στα αυτιά μου, διαπερνούσαν σαν ενοχλητικές ακίδες τον λαβύρινθο και έφταναν στον εγκέφαλο, που αρνούνταν κάθε λειτουργία. Άρχισα να ακούω θολά, λες και μια μεμβράνη με χώριζε από όλα. Όταν γεννήθηκε ο μικρός, δεν άντεχα να τον ακούω να κλαίει, άρχισα να στέλνω βιογραφικά μακριά, πολύ μακριά και όταν μου είπαν το «ναι» από τη Γροιλανδία, είπα κι εγώ «φεύγω για το παιδί, εδώ δουλειές δεν υπάρχουν». Δεν σκέφτηκα τίποτε άλλο. Από τότε τουλάχιστον με τα λεφτά που τους στέλνω ζουν καλά οι δυο τους σε ένα σπίτι που νοίκιασε η πρώην πλέον γυναίκα μου – στο πρώτο μου ταξίδι πίσω ήρθα μόνο και μόνο για το διαζύγιο. Σήκωσα τα μάτια μου από το κινητό. «Λοιπόν, δεν μπορώ να τον μεγαλώσω μόνη μου, στο λέω, και η μάνα σου έχει αρχίσει να ρετάρει, να το ξέρεις, τα πράγματα είναι σοβαρά, ρώτησα και έναν γιατρό, στην αρχή δεν ήμουν κι εγώ σίγουρη, ήταν τρελό. Έρχεται στο σπίτι να κρατήσει το παιδί και του τρώει όλα τα μπισκότα, δεν αφήνει τίποτα, τις σοκολάτες, τα πατατάκια, τα τσακίζει όλα. Δεν ήθελα να το πιστέψω. Μέχρι που Δεύτερα του Πάσχα, όταν πήγαμε για επίσκεψη –της είχα πει να έρθει την Κυριακή με τους δικούς μου, αλλά δεν ήθελε– τη βρήκαμε στο σαλόνι της να τρώει τα σοκολατένια λαγουδάκια που είχε αγοράσει για τον μικρό. Καταλαβαίνεις; Ακόμα και αυτά, που είχε αγοράσει η ίδια, τα έφαγε». Η μάνα μου να σκίζει το χρωματιστό αλουμινόχαρτο, και να τρώει τη σοκολάτα ξεκινώντας ας πούμε από το δεξί αφτί, μετά το αριστερό, να σπάει την κοιλιά και να την τρώει κι αυτή. Γιατί όχι. «Κοίτα να δεις τι θα κάνεις γιατί θέλω βοήθεια, αλλιώς στείλε κι άλλα λεφτά για γυναίκα, το παιδί έχει αδυνατίσει – όταν είναι μαζί της δεν του δίνει να φάει τίποτα». Τον φαντάζομαι πάλι να κλαίει, όλα συμβαίνουν, αυτός ο μικρός μεγάλωνε.

Τα αυτιά μου είχαν ήδη αρχίσει να κουράζονται. «Εκεί πάνω» η γλώσσα είναι κόφτη και σύντομη, όλα είναι λίγα, το ελάχιστο της ζωής. Υπάρχουν χώρες με χιόνι, αυτή είναι το χιόνι το ίδιο, λένε ότι στο κέντρο της έχει ένα μεγάλο φαράγγι, όμως κανείς δεν ξέρει σίγουρα, το μόνο βέβαιο είναι ο χιονιάς, που καλύπτει ορίζοντα και γη και ουρανό. Για να πάω στη δουλειά, μια καναδική εταιρία ηλεκτροπαραγωγής με γεωθερμία, βάζω τη στολή του αστροναύτη και βγαίνω από το σπίτι, όλα είναι λευκά, δεν έχει δέντρα, δεν έχει καν θάμνους, δεν έχει συζητήσεις, δεν έχει λογάκια –ποια κρίση, ποια φτώχεια, ποιο παιδί– όλα είναι θαμμένα, κι όμως ζουν, μόνο να μη χαθείς στο χιόνι. Τον πρώτο καιρό είχα συναντήσει έναν Γροιλανδό εργάτη από το συνεργείο, έναν Ινουίτ –ψαράδες που χώνουν να χεριά τους στη φάλαινα και την τρώνε– του είπα «γεια», αυτός με κοίταξε με τα σχιστά του μάτια ίσια στα δικά μου και έστρεψε το κεφάλι του στα κομμάτια από τα παγόβουνα, που κυλούσαν κοντά στην ακτή. Τι ωφελεί το γεια;

«Με ακούς τι σου λέω;».«Ναι». «Και τι θα κάνεις;» «Θα σου στέλνω περισσότερα χρήματα». «Καλά για τη μάνα σου δεν σε νοιάζει;» Πέρασαν πέντε λεπτά που δεν είπαμε τίποτα. Αν δεν είχα φύγει για τους πάγους, θα είχε καεί το κεφάλι μου, ήταν ένας πόλεμος σε αναμονή – έπρεπε να φύγω από τη γη, στη Γερμάνια ή στο Βέλγιο μιλούσαν και ανέλυαν και έκαναν ντοκιμαντέρ για την κατάσταση, για εμένα, μόνο στο Βόρειο Πόλο ίσως δεν έφταναν οι φωνές. Ακούστηκε ένα φάλτσο βιολί, από μια γυναίκα με κοντή μαύρη φούστα και μπλούζα, που πριν πλησιάσει περισσότερο, την εδίωξε ο σερβιτόρος. «Δεν αντέχεσαι» είπε. Μετά από λίγο φύγαμε. Την πήγα σπίτι και με χαιρέτησε ξαναλέγοντας «Δες τι θα κάνεις».

Βρέθηκα πάλι εδώ στο Νουούκ, εδώ δεν έχω τηλεόραση, εδώ σιωπή και πάγος και αυτή τη στιγμή πνίγονται, σώζονται, γίνονται κομματάκια στις πλατείες άνθρωποι, άνθρωποι παντού, κι αν κι εγώ έχω σωθεί από κάτι είναι οι περιττές λέξεις.

Η πτήση για την επιστροφή ήταν δυσκολότερη από ό,τι συνήθως. Ξεκίνησα δυο το μεσημέρι από Αθηνά και έφτασα το βράδυ της επόμενης στο Νουούκ. Είχε πολλές καθυστερήσεις, ιδίως στην Κοπεγχάγη. Η θερμοκρασία ήταν στους -15, αλλά το σπίτι ζεστάθηκε γρήγορα. Έφτιαξα μια έτοιμη σούπα με κομματάκια φώκιας και πήγα για ύπνο. Αφού σηκώθηκα κατά τις δώδεκα –είχα άδεια άλλη μία μέρα– έφαγα, έβαλα το ισοθερμικό, το παντελόνι με την φλις επένδυση και το μπουφάν για μέτριο κρύο πλην δέκα βαθμών, βγήκα, δεν κλείδωσα –ποτέ δεν κλειδώνουμε εδώ– ανέβηκα στο τζιπ και πήγα στο σουπερ μάρκετ, γύρισα, τακτοποίησα, διάβασα, τεντώθηκα, καθάρισα και συνδέθηκα στο Skype τη συνηθισμένη ώρα, πέντε ώρα Γροιλανδίας, δέκα ώρα Ελλάδας. Από τότε που πέθανε ο μπαμπάς η μάνα μου είχε μάθει να ψωνίζει από ηλεκτρονικό σουπερ μάρκετ, να παίζει διάφορα παιχνίδια και να μπαίνει Skype. Με ρώτησε πώς έφτασα, αν ήταν όλα καλά εκεί, αυτή μια χαρά. Είπα για μια στιγμή να τη ρωτήσω «Ρε μαμά, αλήθεια, έφαγες τα λαγουδάκια του Πάσχα;» αλλά δεν το έκανα, όπως δεν το είχα κάνει φυσικά και όταν γύρισα στο σπίτι μετά τον καφέ στην Αθήνα, που τη βρήκα να με περιμένει να φάμε στο μπαλκόνι τις ντομάτες γεμιστές που είχε φτιάξει. Καθίσαμε χωρίς να μιλάμε, μόνο το νερό που πετάχτηκε από το αυτόματο πότισμα έκανε την ησυχία να σειστεί από μια απότομη ανατριχίλα. Όταν τελειώσαμε, μαζέψαμε μαζί τα πιάτα και πήγαμε για ύπνο, αυτή ακόμα στη δική της πλευρά του κρεβατιού, εγώ στο παλιό παιδικό δωμάτιο. Την επόμενη φιληθήκαμε κι έφυγα. Βρέθηκα πάλι εδώ στο Νουούκ, εδώ δεν έχω τηλεόραση, εδώ σιωπή και πάγος και αυτή τη στιγμή πνίγονται, σώζονται, γίνονται κομματάκια στις πλατείες άνθρωποι, άνθρωποι παντού, κι αν κι εγώ έχω σωθεί από κάτι είναι οι περιττές λέξεις, τι να πεις – της είπα «Καληνύχτα», μου είπε «Επίσης» και όταν ξάπλωσα σκεφτόμουν μια μέρα να την πάρω μαζί μου να δει το Σέλας.


* Κυριολεκτικά «διαρροή εγκεφάλων», όρος που έχει καθιερωθεί στα αγγλικά και δηλώνει τη μετανάστευση επιστημόνων.


altInfo
Η Κατερίνα Κονιδάρη είναι ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια. Τα ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα αφορούν τη δημιουργική γραφή, τη θεωρία λογοτεχνίας και το ρόλο των αφηγήσεων στη θεραπεία. Έχει κάνει επιμέλεια κειμένων, ενώ γράφει άρθρα σε ηλεκτρονικό περιοδικό. Από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων της Λουτρό Οξυτοκίνης. 

politeia link more

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr.
Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Άγρια κυνήγια (διήγημα)

Άγρια κυνήγια (διήγημα)

«Στις 27 Φεβρουαρίου 2023, κοίταξα τον ουρανό και είδα πάλι τον Γιαγκούλα. Κατάμαυρη φουστανέλα, λερωμένη από πάνω ως κάτω. Κοίταξα πιο ψηλά, εκεί που θα έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια του λήσταρχου. Έκλαιγε ο Φώτης, έκλαιγε και τραγουδούσε». Κεντρική εικόνα, ο λήσταρχος Φώτης Γιαγκούλας, όπως τον φαντάστηκε ο λαϊκός...

Χριστούγεννα βραχυχρονίως και καθέτως (διήγημα)

Χριστούγεννα βραχυχρονίως και καθέτως (διήγημα)

«Ήταν μεσημέρι παραμονής Χριστουγέννων. Παιδάκια τριγύριζαν στο κέντρο λέγοντας τα κάλαντα, άνδρες και γυναίκες μπαινόβγαιναν στα καταστήματα, και του Τρύφωνα του έμενε να δώσει τα τελευταία κλειδιά της ημέρας σε μια ντόπια γυναίκα που είχε κλείσει διαμονή για μια μόνο βραδιά...»

Του Αχιλλέα ΙΙΙ ...

Μάστερ κλας (διήγημα)

Μάστερ κλας (διήγημα)

«Οι κουβέντες του μοιάζουν με μιαν ατέλειωτη ουρά, με μία από εκείνες τις κορδέλλες που οι ταχυδακτυλουργοί βγάζουν μέσα από ένα καπέλο, ή με ένα φίδι χωρίς κεφάλι, χωρίς αρχή και τέλος... Μισοκλείνεις τα μάτια και μεταφέρεσαι σ' ένα τσίρκο. Ο κύριος Ράμος βγάζει από το καπέλο του εκκατομύρια μαντηλάκια το ένα δεμέν...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής», Συλλογικό (κριτική) – Μυθοπλασίες για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

«Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής», Συλλογικό (κριτική) – Μυθοπλασίες για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

Για τη συλλογική έκδοση «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» σε επιμέλεια του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη (εκδ. Διόπτρα). Έντεκα πεζογράφοι και ο ανθολόγος γράφουν διηγήματα στα οποία προσπαθούν να συλλάβουν τον νέο κόσμο που έρχεται μέσα από τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. 

...
Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Ο Γιώργης Χαριτάτος μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική του συλλογή «Πρώτη ύλη» (εκδ. Βακχικόν).

Επιμέλεια: Book Press

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν; Ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;

...
«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Ζησιμόπουλου «Καύση τελεία και παύλα» (εκδ. Νίκας). Εικόνα: Ο πίνακας του Χάινριχ Φούγκερ «Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στην ανθρωπότητα».

Γράφει ο Γιώργος Βέης

«Ποια χέρια σφίγγουν το τιμόνι;/ Δεν είναι τ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη. ...

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β' μέρος με 33 ποιήματα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...
Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Λίγα λόγια για τον Τόμας Μαν (1875-1955) και τις νέες εκδόσεις των έργων του με αφορμή την «απελευθέρωση» των συγγραφικών του δικαιωμάτων, μετά τη συμπλήρωση 70 ετών από τον θάνατό του, το 1955. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ