maxresdefault

Της Κατερίνας Παπαντωνίου

Χθες βράδυ, λίγο μετά τις δέκα, βγήκε στη βεράντα για να καπνίσει φορώντας μια καμηλό ρόμπα σφιχτά δεμένη γύρω από τη μέση. Περισσότερη σημασία έδινε στη μυρωδιά του σπιτιού και τo λευκό των καναπέδων, ούτε τα αρωματικά κεριά, έλεγε, ούτε ο απορροφητήρας κάνουν δουλειά, παρά την υγρασία που σου κάθεται χειμωνιάτικα στα κόκκαλα. Το φεγγάρι άστραφτε ιοβόλο στα απέναντι κλειστά παράθυρα. Έσβησε τη γόπα στο πλατύφυλλο που κάλυπτε τη δυτική πλευρά του μπαλκονιού. Το είχε φυτέψει η Βικτώρια, γι’ αυτό υπέθετε πως είχε θεριέψει τόσο πολύ κι αγκάλιαζε σφιχτά, όπως εκείνη, ολόκληρο το διαχωριστικό τοίχο. Δύο αδέλφια ζούσαν στο διπλανό διαμέρισμα, δύο γερόντια τα οποία δεν μοιράζονταν σχεδόν τίποτα. Ο κύριος Νεκτάριος έβγαινε να καπνίσει στο πίσω, στενό μπαλκόνι της κουζίνας, παρέα με τον Μέφη, έναν κόκκινο κεραμιδόγατο· η γριά στο μπροστινό με τη χοντρή, βραδυκίνητη σιαμέζα – Στόλη τη φώναζε. 

Τα φώτα των αυτοκινήτων από τη λεωφόρο διαχέονταν στους τοίχους, το πλατύφυλλο έστελνε πίσω το φως που έπεφτε πάνω του και οι κόρνες των αυτοκινήτων συλλάβιζαν ρυθμικά: έλα, έλα, απόψε.

Μετάνιωσε που άφησε το αποτσίγαρο στη γλάστρα της Βικτώριας, ξαναβγήκε στη βεράντα, κι όπως αφηρημένα το 'ψαχνε με τα ακροδάχτυλα, κάτι ζωντανό, μικρό μα αόρατο, κάρφωσε με δύναμη τον καρπό. Τινάχθηκε αμέσως, λίγο αίμα είδε μες τη νύχτα. Ενστικτωδώς το έγλειψε και κοίταξε γύρω. Τα φώτα των αυτοκινήτων από τη λεωφόρο διαχέονταν στους τοίχους, το πλατύφυλλο έστελνε πίσω το φως που έπεφτε πάνω του και οι κόρνες των αυτοκινήτων συλλάβιζαν ρυθμικά: έλα, έλα, απόψε. Παρόλο που εκείνο το διάστημα έπαιρνε αργά αποφάσεις και κοιμόταν νωρίς, σε μισή ώρα στεκόταν στην πόρτα. Έλεγξε στον ολόσωμο καθρέφτη τα κομψά μαύρα παπούτσια, στερέωσε καλύτερα στη μέση το στενό τζιν, πάνω από το μαύρο κασμιρένιο πουλόβερ κούμπωσε ένα ζεστό μπουφάν με μαύρα σιρίτια και χρυσές αγκράφες· ήταν στα όρια του κομψού και του χυδαίου. Η εμφάνιση ήταν νεανική αλλά αυτό δεν είχε σημασία απόψε ή, μάλλον, αυτό είχε σημασία.

Μόλις βγήκε στην Πατησίων άναψε ακόμα ένα τσιγάρο, χαμογέλασε στ’ αυτοκίνητα κι άνοιξε το βήμα. Ήξερε ότι αρκετοί θα προσέξουν τους μηρούς που διαγράφονταν μέσα από το στενό τζιν. Πιο κάτω, χάζεψε για λίγο τις αφίσες στην Αελλώ, έπαιζε τρεις αδιάφορες ταινίες. Στα σκοτάδια της Αελλώ είχε παλιότερα αρπάξει πολλά φιλιά και ψυχές. Τα μελαχρινά χείλη της μικρής Χριστίνας, τα θυμόταν, τα μάτια της, όμως, δεν τα θυμόταν κι ας την είχε τρία χρόνια προστατευόμενη στη δουλειά. Δεν πειράζει, μονολόγησε. Αγόρασε από το περίπτερο έναν φούξια αναπτήρα. Ήξερε τη σημασία του χρώματος στο δοκιμασμένο τέχνασμα να τραβάει το βλέμμα ανάβοντας τσιγάρο. Έστριψε αριστερά στην Χέιδεν, προχώρησε στα πλατύ πεζοδρόμιο της Μαυροματαίων. Αγαπούσε εκείνη την παράκαμψη όπου τα δέντρα γέρνουν προς τα διώροφα παλιά σπίτια με τις σιδερένιες εξώπορτες και τα γύψινα στολίδια, τις ευρύχωρες, αστικές πολυκατοικίες του πενήντα, στους περαστικούς που περπατούν βιαστικά ή διστακτικά λίγο πριν χαθούν στο Πεδίον του Έρωτος.

Φίλοι και συμμαθητές από τα έντεκα, κούνησε το κεφάλι, συνεταίροι από τα τριάντα, εραστές, όχι, ποτέ, ίσως δεν πρόλαβαν.

Διέσχισε την υποφωτισμένη Αλεξάνδρας, ασχεδίαστα περπάτησε τη Μετσόβου μέχρι την Μπουμπουλίνας κι ο δρόμος, σαν κυλιόμενος διάδρομος, σταμάτησε αυτόματα στο σακατεμένο πατρικό του Χάρη. Φίλοι και συμμαθητές από τα έντεκα, κούνησε το κεφάλι, συνεταίροι από τα τριάντα, εραστές, όχι, ποτέ, ίσως δεν πρόλαβαν. Πρόλαβαν, ωστόσο, να παίξουν πολλές φορές μπάλα στο ψηλοτάβανο καθιστικό της Μπουμπουλίνας έχοντας ως τέρμα, από τη μία μεριά, το καβαλέτο με τη μάλλον εξπρεσιονιστική προσωπογραφία της μητέρας του Χάρη, η οποία συχνά απουσίαζε σε κομματικές υποχρεώσεις, κι από την άλλη μεριά, τη βιβλιοθήκη του παππού Χατζηιακώβου. Η βιβλιοθήκη δεν κινδύνευε να σωριαστεί στο πάτωμα, όπως η μητέρα του Χάρη μαζί με το καβαλέτο. Ποτέ δεν τόλμησε να αποκαλύψει στην κυρία Ελισάβετ πόσες φορές την μάζεψε από κάτω.

Κρατήθηκε για λίγο από τα θολά μάτια, προτού μπει στο GALAXY, τη μηχανή του χρόνου που έπαιζε κρυφτό με τον Κολοκοτρώνη στην απέναντι μεριά της Σταδίου. Ήθελε ν΄ απολαύσει τον καπνό που με τα χρόνια είχε αράξει στους καθρέφτες, την ξύλινη ταπετσαρία, το μαξιλάρι της μπάρας, να δροσιστεί από αλκοολούχα παγάκια.

Στην άγρια ερημιά της Στουρνάρη, όπου ακόμα κι οι λαθρέμποροι τσιγάρων απουσίαζαν, αποφάσισε να συντομεύσει τη διαδρομή αποφεύγοντας καινούργιες παρακάμψεις. Διακεκομμένα τραγούδια ακούγονταν από τις πόρτες που μισάνοιγαν, προσπέρασε μισοσβησμένες στοές, μέχρι να φτάσει στην Ομήρου. Μια παλιά επιτυχία ακούστηκε, Some of them want to use you/ Some of them want to get used by you/ Some of them want to abuse you /Some of them want to be abused. Δυο μάτια σαν θολοί, γαλακτεροί βόλοι μέσα σε έντονες βλεφαρίδες, ξεπρόβαλαν από μια λερή, άμορφη μάζα. Κρατήθηκε για λίγο από τα θολά μάτια, προτού μπει στο GALAXY, τη μηχανή του χρόνου που έπαιζε κρυφτό με τον Κολοκοτρώνη στην απέναντι μεριά της Σταδίου. Ήθελε ν΄ απολαύσει τον καπνό που με τα χρόνια είχε αράξει στους καθρέφτες, την ξύλινη ταπετσαρία, το μαξιλάρι της μπάρας, να δροσιστεί από αλκοολούχα παγάκια. Εδώ και καιρό περνούσε τα βράδια θηρεύοντας ό,τι έβρισκε εύκολα. Χάιδευε άγνωστες, δανεισμένες γυναίκες, διεγειρόταν με στήθη, πόδια, πρησμένα χείλη, μάτια λάγνα, θολά, εξάψεις λιγωμένες. Στο τέλος, έχοντας λάβει την ικανοποίηση ότι καμία δεν έφερε αντίσταση, πατούσε το κουμπί shut down κι η οθόνη έσβηνε. Ξάπλωνε στο κρεβάτι και διάλεγε για συντροφιά, μέχρι ν’ αποκοιμηθεί, μια τυχαία σκηνή από την ογκώδη επιστολογραφία του Laclos. Ονειρευόταν όλες τις γυάλινες εκτεθειμένες γυναίκες, έμπαινε ξανά σ' όσες στοές προλάβαινε, σ’ όσες θυμόταν. Το πρωί, καμία τους δεν θυμόταν, όλες τις θυμόταν, τις τεμάχιζε, τις διαμέλιζε, όχι βέβαια, με πάθος –απέφευγε τα πάθη, προτιμούσε τους μικρούς και ελεγχόμενους ερεθισμούς– τις ανακάτευε, τις ανασκεύαζε, το λεοπάρ μπούστο της ξανθιάς Ρίας ταίριαζε με το σχισμένο παντελόνι της Λύκας, κι όποτε έβρισκε ευκαιρία, ανέθετε σε μια ανυποψίαστη γυναίκα, όποια τύχαινε, σε μια σάρκινη γυναίκα, το ρόλο της ερωμένης που είχε κατασκευάσει.

Η ώρα περνούσε, τα μέλη τους χαλάρωναν, το αλκοόλ ανέβαινε από το αίμα στο κεφάλι κι η Λέττα ήταν σχεδόν έτοιμη να του αποκαλύψει πως το βράδυ που γνωρίστηκαν στο αποκριάτικο πάρτι είχε ξεμυαλιστεί με τη μαρκησία αλλά το επόμενο πρωί δεν μετάνιωσε που ξύπνησε στην αγκαλιά του Βαλμόν.

Ένα Bloody Mary, ζήτησε, λες κι ήταν εκεί κάθε βράδυ. Το ήπιε γρήγορα για να μην λιώσουν τα παγάκια κι αλλοιωθεί η γεύση της βότκας. Όλα τα θυμάσαι, είπε ο Ανδρόνικος, υπομειδιώντας. Αναγνώρισε την τρυφερότητα των χειλιών του. Καθόταν στο διπλανό σκαμπό, περίεργο που δεν τον είχε προσέξει όταν μπήκε στο μπαρ. Πίνουμε γρήγορα, συνέχισε ο Ανδρόνικος, την πρώτη Μαιρούλα για να γεμίσουμε το στομάχι μας ντοματόσουπα, θυμάσαι πότε στο 'μαθα, μικρό μου; Τελευταία φορά τον είχε συναντήσει τυχαία στο Εν Δελφοίς, πριν από πέντε περίπου χρόνια, ευθυτενής, κρατούσε ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι, φορούσε μονόπετο σακάκι και στενή, σκούρα γραβάτα. Απόψε φορούσε δερμάτινο σακάκι κι εφαρμοστό παντελόνι. Θυμήθηκαν την πρώτη τους γνωριμία στα τέλη του ογδόντα. Μεγαλοσχήμονες συνάδελφοι, αργότερα ο ένας από αυτούς προφυλακίστηκε, είχαν οργανώσει στο γραφείο τους το καθιερωμένο, ανοιχτό αποκριάτικο πάρτι. Χόρευε περίπου μια ώρα ανάμεσα σε λαγουδάκια, καλόγριες, πειρατές, ώσπου βαρέθηκε και κάθισε στο πάτωμα. Από εκεί πρόσεξε ένα ζευγάρι, τη δαιμονική Μαρκησία ντε Μερτέιγ και τον διαφθορέα Βαλμόν. Όταν ο διαφθορέας υποκλίθηκε και ζήτησε να χορέψουν, σηκώθηκε με όση χάρη της επέτρεπε η στολή. Ήταν ντυμένη μωρό, φουφούλα κοντή με ροζ δαντέλες, σκουφί στα μαλλιά και μια τεράστια πιπίλα κρεμασμένη στον λαιμό. Είσαι πιο ψηλή απ’ όσο σε φανταζόμουν, ήταν η πρώτη κουβέντα που της απηύθυνε ο τρυφερός, όπως ανακάλυψε στη συνέχεια, Βαλμόν. Πέρασαν αγκαλιά εκείνο το βράδυ κι έναν ολόκληρο χρόνο περίπου, ξεχνώντας τη μαρκησία. Μίλησαν για το πάρτι, τους οικοδεσπότες, το βρώμικο ογδόντα εννιά, την άνοιξη στο Γαλαξίδι. Τα γόνατα τους ακουμπούσαν δειλά. Γέλασαν με τους πρωινούς καφέδες στη στοά Ειρηνοδικείου, στα έξω τραπέζια της λαϊκής καφετέριας Ρίο Τζανέιρο που βρωμούσε καμένο τοστ, υπό το φως, ωστόσο, του ευεργετικού αιθρίου και τους ήχους των αναιδών περιστεριών. Χαμογέλασαν αναπολώντας λεπτομέρειες από βραδινές βόλτες που κατέληγαν συχνά σε κάποιο μπαρ. Τα ποτήρια αντικαταστάθηκαν πολλές φορές, εξομολογήθηκαν μυστικά, που τόσα χρόνια έκρυβαν αναίτια ο ένας από τον άλλον. Η ώρα περνούσε, τα μέλη τους χαλάρωναν, το αλκοόλ ανέβαινε από το αίμα στο κεφάλι κι η Λέττα ήταν σχεδόν έτοιμη να του αποκαλύψει πως το βράδυ που γνωρίστηκαν στο αποκριάτικο πάρτι είχε ξεμυαλιστεί με τη μαρκησία αλλά το επόμενο πρωί δεν μετάνιωσε που ξύπνησε στην αγκαλιά του Βαλμόν. Της έπεσαν κάτω τα κλειδιά και, μέχρι να τα βρει, ο τρυφερός διαφθορέας δεν ήταν πλάι της. Περίμενε για λίγο κοιτάζοντας τα μπουκάλια. Ρώτησε τον μπάρμαν μήπως ο Ανδρόνικος είπε κάτι φεύγοντας. Απόψε ήπιατε για δύο, της απάντησε εμπιστευτικά ο μπάρμαν, μην συνεχίσετε, καλύτερα.

 

altInfo
Η Κατερίνα Παπαντωνίου γεννήθηκε το 1965 και ζει στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει διηγήματα στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση diigima@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το κρατητήριο (διήγημα)

Το κρατητήριο (διήγημα)

«Ο Κραπ πλησίασε, στάθηκε στην άκρη του ρήγματος και προσπάθησε να δει τι υπήρχε εκεί, μέσα στο ρήγμα. Το ρήγμα, εκτός από πολύ πλατύ, πρέπει να ήταν και πολύ βαθύ γιατί το μόνο που κατάφερε να δει ο Κραπ ήταν ένα τίποτα». © Gisele Schmidt

Του Δημήτρη Τσεκούρ...

Παιχνίδια για λίγους (διήγημα)

Παιχνίδια για λίγους (διήγημα)

«Μόλις έφυγε ο επίλεκτος της φρουράς, ο νεαρός βοηθός παρέμεινε στο πλευρό του Γραμματέα για κάθε ενδεχόμενο. Πρόσεξε τον έμπιστο του υπουργού, καρφωμένο στην καρέκλα, αγέλαστο, αφοσιωμένο». Εικόνα: Από την ταινία «S.O.S Πεντάγωνο καλεί Μόσχα». 

Του ...


Μια αλλόκοτη καλοκαιρινή ιστορία: «Τηλεγράφημα 95» του Κυριάκου Χαρίτου

Μια αλλόκοτη καλοκαιρινή ιστορία: «Τηλεγράφημα 95» του Κυριάκου Χαρίτου

50 συγγραφείς, από τη νεότερη και την πολύ νεότερη γενιά, έγραψαν για την bookpress.gr «Μια αλλόκοτη καλοκαιρινή ιστορία». Σήμερα, ο Κυριάκος Χαρίτος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ 95 ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση για το έργο του Τζάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), μια από τις πιο σημαντικές και βαθιές φωνές της ιταλικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών. 

Επιμέλεια: Book Press

Το ...

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

Για τη μελέτη του Έριχ Άουερμπαχ (Erich Auerbach, 1892-1957) «Μίμησις – Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία» (μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. ΜΙΕΤ). Εικόνα: Ο Άουερμπαχ περίπου το 1930. ©Wikimedia

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ