
50 συγγραφείς, από τη νεότερη και την πολύ νεότερη γενιά, έγραψαν για την bookpress.gr «Μια αλλόκοτη καλοκαιρινή ιστορία». Σήμερα, ο Σπύρος Μαντζαβίνος.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
ΤΕΤΤΙΞ
Είναι δύσκολο να γράψεις για το καλοκαίρι∙ πώς να υπερκεράσεις τους σκοπέλους του όμορφου, της γραφικότητας και του κιτς; Αλλά το κιτς γεννιέται άπαξ και θεωρήσεις όντα και καταστάσεις πράγματα προφανή∙ όμως στ’ αλήθεια, το τερέτισμα του τζίτζικα του καλοκαιριού, ενός πλάσματος που χτυπά αδιάκοπα το στέρνο με τα πόδια του παράγοντας μουσική δίχως ποτέ να μελανιάζει, να λαχανιάζει ή να χάνει τον ρυθμό του καθώς χαλά –ή μήπως φτιάχνει;– τον κόσμο με τον ήχο του, είναι στην πραγματικότητα κάτι το ασύλληπτο.
Πεθαίνουν στωϊκά τα τζιτζίκια, γλιστρούν απλώς απ’ τους κορμούς των δένδρων και σαν να πλέουν ανάσκελα σε θάλασσα, με μαζεμένα ποδαράκια προσγειώνονται στην καυτή άσφαλτο. Φαντάζομαι τον ετοιμοθάνατο τζίτζικα όμως απολύτως μακάριο κι ευτυχισμένο, εντελώς συνειδητοποιημένο για την βραχύβια μοίρα του∙ μάλλον ο θάνατός του είναι εκείνος που περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου πλάσματος θα μπορούσε να φέρει τον τίτλο «σιωπή». Η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρός λάτρευε να με εντυπωσιάζει με το να αλιεύει επιδεξίως τζιτζίκια από τους κορμούς των δένδρων και να τα χώνει μέσα στον κόρφο της ανάμεσα στα δυο γιγάντια στήθη της. Θυμάμαι αυτούς τους τζίτζικες να τερετίζουν επίμονα μέσα στο βαθυκόκκινο με χαμηλό ντεκολτέ πουλόβερ της∙ τόσο πολύ μάλιστα την είχα συνδέσει με αυτό το φλύαρο πλάσμα που όποτε μού έφτιαχνε τζατζίκι νόμιζα πως το κύριο υλικό αυτού του εδέσματος ήταν το τζιτζίκι, όπως άλλωστε δήλωνε και το όνομά του. Όταν ήμουν οχτώ χρονών πέθανε ξαφνικά, σαν τζιτζίκι∙ την θυμάμαι ξαπλωμένη κι αναίσθητη ανάσκελα στο σαλόνι του σπιτιού της∙ κανένας τζίτζικας δεν πετούσε τότε μέσα από τον κόρφο της εκτός απ’ την ψυχή της λίγες ημέρες μετά. Ροχαλητό μέσα από φέρετρο. Η μάνα μου λέει πως από τότε γελούσα λιγότερο. Η εποχή του θέρους είχε πια τελειώσει για μένα. Το καλοκαίρι για μένα είναι από τότε πια κοκκαλοκαίρι∙ μού κάθεται περίπου στον λαιμό.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Γεννήθηκα στις 14 Απριλίου του 1995 και κατάγομαι από τα Κοριάννα της Κεφαλλονιάς. Είμαι συγγραφέας, σκηνοθέτης, χαράκτης και ζωγράφος. Σπούδασα Ιστορία και Αρχαία Ελληνικά στο Tübingen της Βάδης Βυρτεμβέργης και Σκηνοθεσία στην Σχολή Κινηματογράφου Σταυράκου. Το 2018 εξέδωσα τη συλλογή διηγημάτων Μνηστηροφονία και άλλες ιστορίες από τις εκδόσεις Καστανιώτη, η οποία προτάθηκε για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα από το περιοδικό «Κλεψύδρα. Έχω σκηνοθετήσει την ταινία «Πανελλήνιον», η οποία απέσπασε τρία βραβεία στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: το βραβείο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών και της Επιτροπής Νεότητας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συμμετείχε στο Διεθνές Μεσογειακό φεστιβάλ της Μασσαλίας (PriMed Festival), και στο Greek Berlin Film Festival ενώ κέρδισε το «Orpheus Award» ως Best Documentary Film στο Los Angeles Greek Film Festival. Το «Πανελλήνιον» ήταν υποψήφιο ως καλύτερο Ντοκιμαντέρ της χρονιάς στα βραβεία «Ίρις» της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Το 2025 πραγματοποίησα την πρώτη μου ατομική έκθεση στη γκαλερί «Art Project Space» με τίτλο «Ζωογραφιές και Μυθογραφίες». Την ίδια χρονιά εκδόθηκε το βιβλίο μου Ποδολάτρες από τις εκδόσεις Πατάκη, το οποίο ήταν υποψήφιο για την Καλύτερη Νουβέλα της χρονιάς από το περιοδικό «Αναγνώστης» και για το βραβείο Πεζογραφίας από το περιοδικό «Κλεψύδρα». Το 2026 εικονογράφησα το Λαϊκό Παραμύθι Ο Ψαράς που εκδόθηκε από την Πρώτη Ύλη.























