
«Σύμφωνα με τον Περικλή, το Μικρονήσι άξιζε ακριβώς επειδή εδώ κυριαρχούσε η ανάλαφρη ελευθεριότητα: αποκλειστικός στόχος το σεξ, ναι, αλλά το σεξ σαν μια αυτονόητη, αθώα απόλαυση, όπως όταν δαγκώνεις ένα φρούτο· με στοιχειώδη κατά το δυνατόν χρήση τακτικής, με περιστολή του ερωτικού πάθους (δηλαδή της ζήλιας) και με σύντομη ημερομηνία λήξεως προς αποφυγήν των αναπόδραστων αψιμαχιών». Κεντρική φωτογραφία Frank Noordanus, Greece 1985.
Του Τάσου Αναστασίου
Υπήρχαν αρκετοί λόγοι που ο Θωμάς σύχναζε τα καλοκαίρια στο Μικρονήσι (έτσι ονομάζεται ένα μικροσκοπικό νησί των Κυκλάδων, το οποίο είχε αρχίσει να γίνεται της μόδας ως τόπος θερινών διακοπών στις αρχές της δεκαετίας του ’90), αλλά ο βασικός ήταν ένας: οι γυναίκες. Λόγω της αθρόας προσέλευσης παραθεριστών μέσα σε μια περιορισμένη έκταση, όπου αναγκαστικά γνωρίζονταν όλοι με όλους, υπήρχε εκεί αυξημένη δυνατότητα για σύναψη εφήμερων ερωτικών σχέσεων σε σύγκριση με άλλα πιο διάσημα θέρετρα. Η διαδικασία της ερωτικής κατάκτησης, έτσι εύκολη που ήταν, θύμιζε στον Θωμά αμερικανική τηλεοπτική σειρά: εντόπιζες στην παραλία ή στην ταβέρνα την κοπέλα που σου άρεσε, και κατόπιν, κατά τη διάρκεια της νυχτερινής διασκέδασης, φρόντιζες, είτε χορεύοντας δίπλα της είτε κερνώντας την ένα ποτό, να τη βολιδοσκοπήσεις. Η κοπέλα συχνότατα σε απέρριπτε την πρώτη, ακόμη και τη δεύτερη, βραδιά· όμως, επειδή σε έβλεπε και σε ξανάβλεπε, είχε τα περιθώρια να το ξανασκεφτεί· δεν ήταν όπως σε ένα μεγάλο νησί, όπου μες στην πληθώρα των εντυπώσεων, θα ξεχνούσε την ύπαρξή σου. Και όταν το ξανασκεφτόταν και καταλάβαινε ότι θα έφευγε από το Μικρονήσι άπρακτη, χωρίς την εμπειρία μιας ερωτικής επαφής, σε πλησίαζε πια εκείνη, πρόθυμη και δεκτική. Ο Θωμάς, κάθε φορά που ύστερα από τον χορό και το ξενύχτι (έπρεπε απαραιτήτως να έχει προηγηθεί η συμμετοχή στη χορευτική τελετή, αλλιώς κάτι έλειπε για να είναι η απόλαυση ολοκληρωμένη), κατευθυνόταν αγκαλιά με μια ωραία κοπέλα στο δωμάτιό του, ένιωθε πως ζούσε ένα όνειρο: τη βίωση της ηδονής σε έναν τόπο εξωπραγματικό, χωρίς δραματικές συγκρούσεις, χωρίς αισθήματα μνησικακίας, χωρίς ενοχές.
Ο Θωμάς παραδεχόταν, βέβαια, πως σημειώνονταν και αποτυχίες: συνέβαινε να ερωτευτείς μια από τις εν λόγω κοπέλες (κυρίως αν δεν είχες κερδίσει την πλήρη αποδοχή της) και να μην κατορθώνεις να τη βγάλεις από το μυαλό σου· τότε οι διακοπές γίνονταν βασανιστικές, αλλά είχε κι αυτό τη γοητεία του, έδειχνε πως, παρά τις απογοητεύσεις των νεανικών σου χρόνων, ήσουν ακόμη ευάλωτος. Άλλοτε πάλι συνέβαινε το αντίστροφο: να σε ερωτευτεί κάποια από τις κατακτήσεις σου και να σου τηλεφωνεί στην Αθήνα κι εσύ να είσαι υποχρεωμένος ν’ αρχίσεις τις υπεκφυγές. Αντιθέτως, για τον Περικλή, φίλο του Θωμά και παλαιό θαμώνα του Μικρονησίου, οι δυσάρεστες αυτές καταστάσεις ήταν εύκολο να αποφευχθούν, αν τις είχες αποκλείσει εκ των προτέρων από τη σκέψη σου. Τον ίδιο, καθώς έλεγε, μόνο ένα πράγμα τον ενοχλούσε στις καλοκαιρινές διακοπές στο Μικρονήσι: οι γυναίκες εκείνες που αρνιόντουσαν απολύτως να αφεθούν, οι συμπαθητικές νόστιμες παρουσίες που κρατιόντουσαν σε απόσταση, στερώντας από τον εαυτό τους μιαν ανώδυνη ηδονή. Σύμφωνα με τον Περικλή, το Μικρονήσι άξιζε ακριβώς επειδή εδώ κυριαρχούσε η ανάλαφρη ελευθεριότητα: αποκλειστικός στόχος το σεξ, ναι, αλλά το σεξ σαν μια αυτονόητη, αθώα απόλαυση, όπως όταν δαγκώνεις ένα φρούτο· με στοιχειώδη κατά το δυνατόν χρήση τακτικής, με περιστολή του ερωτικού πάθους (δηλαδή της ζήλιας) και με σύντομη ημερομηνία λήξεως προς αποφυγήν των αναπόδραστων αψιμαχιών. Πίσω από τα λόγια του, βέβαια, διαφαινόταν η επιθυμία να έχει πολλές γυναίκες στη διάθεσή του, πράγμα που ο Περικλής, όταν του το επεσήμαιναν, δεν το αρνιόταν: θεωρούσε την πολυσυντροφικότητα απολύτως φυσική και αναμενόμενη· και ανέφερε την υπόθεση εργασίας ορισμένων βιολόγων για τους πονηρούς μηχανισμούς των γονιδίων που εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους ωθώντας τους άνδρες στην ερωτική κατάκτηση πλήθους γυναικών. Ταυτόχρονα δεχόταν ότι και το άλλο φύλο ασκούσε με τον τρόπο του ανάλογα παιχνίδια εξουσίας. Η επίγνωση αυτών των δεδομένων τον είχε οδηγήσει αφ’ ενός στην απόρριψη αναζητήσεων που αφορούσαν το ιδανικό ζευγάρωμα και αφ’ ετέρου στη συνειδητή προσπάθεια να απαλλάξει την απόλαυση από αισθήματα φόβου και αντιπαλότητας.
Ο Θωμάς, όταν τα άκουγε αυτά, κουνούσε το κεφάλι του με δυσπιστία: ο ιδεαλισμός του δεν του επέτρεπε να παραδεχτεί ούτε τον απαράγραπτο εγωισμό της ανθρώπινης φύσεως ούτε τον πρωταρχικά βασανιστικό χαρακτήρα του έρωτα. Και δεν ντρεπόταν να διακηρύττει ότι κατά βάθος αναζητούσε το ταίρι του, τη γυναίκα με την οποία θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής του. Στην πραγματικότητα, το ιδανικό του βρισκόταν στο παρελθόν: επρόκειτο για μια ερωτική σχέση που τέλειωσε όταν η κοπέλα πήγε στην Αγγλία για μεταπτυχιακά. Του είχε πει, αποχαιρετώντας τον, πως δεν ήταν έτοιμη για μακροχρόνια δέσμευση, προηγούνταν οι σπουδές της. Πλέον ο Θωμάς δεν της τηλεφωνούσε ούτε είχε νέα της, ωστόσο πίστευε ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφε κοντά του. Και αν παρ’ ελπίδα δεν επέστρεφε, τίποτε δεν απέκλειε την εμφάνιση μιας καινούριας παρουσίας που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ιδανικό του. Στο μεταξύ, ο στόχος του ήταν άλλος. Στο Μικρονήσι (το οποίο είχε αναφέρει κάποτε η πρώην κοπέλα του ως επιθυμητό μέρος διακοπών) την πρώτη φορά ήρθε για να καταπραΰνει τη θλίψη του από τον πρόσφατο χωρισμό τους, αποφεύγοντας τις παρέες των φίλων του, που κατέκριναν τη μελαγχολική διάθεσή του· αλλά κατόπιν επανήλθε για να συμμετάσχει κι αυτός στο παιχνίδι της εναλλαγής ερωτικών συντρόφων, υποχωρώντας στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα του νησιού και πιστεύοντας ότι επρόκειτο για μια προσωρινή εμπειρία ή μάλλον για μια εμπειρία της προσωρινότητας, που δεν θα τον μεταμόρφωνε σε κυνικό. Τον χειμώνα η εργασία του –είχε συνεταιρικά ένα αρχιτεκτονικό γραφείο– τον βοηθούσε να αποξεχνιέται. Αραιά και πού παρουσιάζονταν ευκαιρίες για ερωτικές επαφές, ωστόσο πολύ σπάνια τις άδραχνε. Έβλεπε τους φίλους του να αγωνίζονται για τη συναισθηματική και οικονομική τους αποκατάσταση (με το ίδιο πείσμα και στις δύο περιπτώσεις, σαν να ήταν ισοδύναμες) και ένιωθε θλίψη και περιφρόνηση.

Κατά τη γνώμη του Θωμά, ο Περικλής, σε σύγκριση με τον ίδιο, ήταν ένα άτομο πio ψυχρό και συγκρατημένο αλλά ταυτόχρονα με περισσότερες κοινωνικές δεξιότητες. Είχε γεννηθεί στη Νέα Υόρκη και είχε την αμερικανική υπηκοότητα. Για ένα διάστημα ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα, όπου πέρασε τα παιδικά κι εφηβικά του χρόνια, έπειτα έφυγε μόνος, σπούδασε παιδαγωγικά σε ένα νεοϋορκέζικο Πανεπιστήμιο και άρχισε να εργάζεται ως δάσκαλος σε αμερικανικό σχολείο ζώντας σε ένα μικρό ιδιόκτητο διαμέρισμα της Αστόριας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μιας νεαρής Γερμανίδας, που τον επισκέφτηκε εκεί, δεν είχε κανέναν απολύτως φίλο ούτε κι έβγαινε τα βράδια έξω. Στο Μικρονήσι ερχόταν χωρίς παρέα, νοίκιαζε δωμάτιο πάντοτε στον Φοίνικα (ένα συγκρότημα κατοικιών έξω από το χωριό και κοντά στις παραλίες) και κυκλοφορούσε αποφεύγοντας τις πολλές συναναστροφές. Εντούτοις, εν μέσω άλλων παραθεριστών γινόταν ομιλητικότατος, ενώ δεν δίσταζε να πιάσει κουβέντα με οποιαδήποτε κοπέλα του κινούσε το ενδιαφέρον. Οι διακοπές του κρατούσαν δύο μήνες – δύο μήνες αφιερωμένοι στις εφήμερες απολαύσεις. Ήταν ένας Δον Ζουάν: ήρεμος, υπολογιστικός, αδιαπέραστος στα λεγόμενα θετικά συναισθήματα, και διακατεχόμενος από μια πίστη στη ματαιότητα της ζωής και την «απέραντη μιζέρια των πάντων» (από τις αγαπημένες του φράσεις). Ο Θωμάς τον έβλεπε στον Φοίνικα να κάθεται στητός, με ανασηκωμένα φρύδια, μόλις και μετά βίας στρέφοντας το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά, κρατώντας το τσιγάρο του σαν να κρατούσε σκήπτρο· τον έβλεπε να δέχεται στο τραπέζι του επισκέψεις από αρκετούς άντρες και γυναίκες, που προσπαθούσαν να του αποσπάσουν ένα χαμόγελο, που ξεκαρδίζονταν αν τους έλεγε ένα αστείο, και που συχνά τον καλούσαν στην παρέα τουςˑ και ζήλευε, γιατί καταλάβαινε ότι δεν διέθετε αυτόν τον συνδυασμό επιθετικότητας και αποστασιοποίησης που ήταν το σήμα κατατεθέν του Περικλή και που τον έκανε να μην περνάει απαρατήρητος.
Εξετάζοντας από καλοκαίρι σε καλοκαίρι τον εαυτό του, ο Θωμάς διαπίστωνε στη συμπεριφορά του όλο και μεγαλύτερη επιρροή, χωνεμένη και δουλεμένη κατά τη διάρκεια της χειμωνιάτικης αγρανάπαυσής του, από τον Ελληνοαμερικανό φίλο του. Ωστόσο, η σχέση τους δεν ήταν σχέση πνευματικού-υποτακτικού, γιατί, όπως στο πέρασμα των χρόνων είχε αλλάξει ο Θωμάς και είχε γίνει λιγότερο αυστηρός στις ερωτικές επιλογές του (παραμένοντας πάντως σε σύγκριση με τους υπόλοιπους θαμώνες του Μικρονησίου αρκετά εκλεκτικός, κάτι που από μια εποχή κι έπειτα του προσέδωσε εκείνη τη νωχέλεια κι έλλειψη αδημονίας που είναι σημάδι ανωτερότητας), το ίδιο και ο Περικλής είχε αλλάξει σιγά-σιγά, είχε γίνει πιο ανθρώπινος (χρησιμοποιούσε τώρα φράσεις όπως «καλό κορίτσι, την αγαπάω κατά βάθος») και πρόσεχε περισσότερο την ποιότητα παρά την ποσότητα των κατακτήσεών του· πράγμα στο οποίο σίγουρα είχε συντελέσει ο Θωμάς.
Στην αρχή, την πρώτη χρονιά της γνωριμίας τους, παραλίγο να καυγαδίσουν. Ο Θωμάς, είκοσι έξι χρονών τότε, προσπάθησε να επιβάλει στον Περικλή την άποψή του για τη δεσμευτική σημασία του ερωτικού συμβολαίου. Ο Περικλής εκείνο τον καιρό κυκλοφορούσε με μια ξανθιά Γερμανίδα (την ίδια που τον επισκέφτηκε αργότερα στη Νέα Υόρκη), όμορφη και πρόσχαρη. Ο Θωμάς είχε πιάσει κουβέντα μαζί της ένα μεσημέρι στον Φοίνικα και έκτοτε συζητούσαν συχνά οι δυο τουςˑ ο αυθορμητισμός, η έλλειψη κοκεταρίας και το κέφι της τον βοήθησαν να ξεπεράσει κάπως τη νεόκοπη δυσπιστία του απέναντι στις γυναίκες. Μέσω της Γερμανίδας γνώρισε τον Περικλή. Κάθε βράδυ το ζεύγος ερχόταν στου Νικήτα με τη συνοδεία διαφόρων γνωστών τους. Ο Νικήτας ήταν το μπαρ προετοιμασίας για την υπόλοιπη βραδιά: εδώ άκουγες ορισμένα ωραία ροκ τραγούδια κι έπαιρνες δύναμη για να αντέξεις τις απαιτήσεις του ξενυχτιούˑ εδώ, χάρη στο αλκοόλ, ξεπερνούσες το άγχος της μοναξιάς. Ο Θωμάς κάπνιζε κι έπινε αργά το ουίσκι του, απολαμβάνοντας το νυχτερινό βοριαδάκι. Με τον Περικλή –του οποίου το ύφος μαρτυρούσε αυτάρκεια– είχε ανταλλάξει μερικές κουβέντες: για το πώς του φαινόταν το Μικρονήσι, για τον τόπο κατοικίας του, για την εργασία του. Η νεαρή Γερμανίδα κατοικούσε στο πρώην Ανατολικό Βερολίνο, σπούδαζε αγγλική φιλολογία κι έγραφε διηγήματα. Ο Θωμάς ευχαριστιόταν τις συζητήσεις τους γύρω από καλλιτεχνικά θέματα, καθώς και τις πληροφορίες που του έδινε για ορισμένους θαμώνες του νησιού. Ποτέ του δεν σκέφτηκε να την προσεγγίσει αλλιώς παρά μόνο φιλικά, και χαιρόταν που τουλάχιστον η Γερμανίδα και ο Περικλής είχαν μεταξύ τους μια σταθερή ερωτική φιλία. Όταν η κοπέλα –στα μέσα Ιουλίου– επέστρεψε στην πατρίδα της, ο Περικλής άρχισε να πλησιάζει διάφορες άλλες γυναίκες, και ο Θωμάς –που τον έβλεπε, λίγο συγκαταβατικά όπως κατάλαβε αργότερα, σαν εικόνα του εαυτού του, ρομαντικό και καλοσυνάτο– αναρωτιόταν γιατί, ποιος ο λόγος να σκορπίζεται, να σπαταλάει τις δυνάμεις του, να προδίδει. Και του το είπε, υιοθετώντας άθελά του ένα επιτιμητικό ύφος. Ο Περικλής ανασήκωσε τα φρύδια του.
— Δεν μου αρέσει καθόλου να μου μιλούν με αυστηρότητα, είπε.
Και σχεδόν δεν αντάλλαξαν κουβέντα όλο τον υπόλοιπο καιρό που έτυχε να συναντιούνται. Ένα βράδυ, πλησίασε τον Θωμά μια Αθηναία κοπέλα, μεγαλύτερή του στην ηλικία, όχι πολύ όμορφη, όχι πολύ άσχημη, και αυτός, έχοντας βαρεθεί να γλείφει τις πληγές του και να διαβάζει το Όνειρο Θερινής Νυκτός στο πρωτότυπο, για να εξασκήσει τα αγγλικά του, και ζηλεύοντας ίσως τον Περικλή που είχε αρκετές επιτυχίες (ο Θωμάς τον παρακολουθούσε διακριτικά), πέρασε λίγες ημέρες μαζί της.
— Ποιος θα το φανταζόταν βλέποντάς σε να κάθεσαι αμίλητος στον Φοίνικα, είπε η Αθηναία κοπέλα στον Θωμά, όταν, τελειώνοντας οι διακοπές της, τον αποχαιρέτησε. Ότι έχεις χιούμορ, ότι έχεις πράγματα να πεις. Πρέπει να μιλάς περισσότερο, να είσαι πιο κοινωνικός.
Την ευχαρίστησε για τη μερική τόνωση της αυτοπεποίθησής του, αλλά τον χειμώνα, παρόλο που του τηλεφωνούσε κατά διαστήματα, δεν δέχτηκε να τη συναντήσει. Το επόμενο καλοκαίρι, μόλις έφτασε στο Μικρονήσι (έχοντας αποδεχτεί μέσα του την ιδέα του περιστασιακού σεξ ως πρωταρχικού στόχου των θερινών διακοπών) και αντίκρισε τον Περικλή, του διηγήθηκε αμέσως την εμπειρία του με την Αθηναία κοπέλα. Έτσι άρχισε η φιλία τους. Γιατί κι αυτός εξομολογήθηκε με τη σειρά του ένα συμβάν του περασμένου καλοκαιριού: αργά ένα βράδυ, τύφλα στο μεθύσι, βρέθηκε στο πλάι μια κοπελίτσας, την οποία δεν είχε προσέξει ποτέ άλλοτε, και, καθώς ήταν ζήτημα αρχής να πηγαίνει με όλες, ωραίες και μη, έστω για μία φορά, την πολιόρκησε, αν και του φάνηκε χοντρούλα, και πήγαν στο δωμάτιό της. Το πρωί, καθώς έπινε ήσυχος τον καφέ του στον Φοίνικα (είχε φύγει από κοντά της αμέσως μετά το σεξ), είδε να έρχεται και να κάθεται στο τραπέζι του μια άγνωστη κοπέλα, φριχτή στην εμφάνιση, με σπυράκια στα μάγουλα, μουστάκι στο πάνω χείλος, χοντρά χέρια – ένα τερατάκι. Σιγά-σιγά κατάλαβε ότι επρόκειτο για τη χθεσινή κατάκτησή του: ήταν τόσο άσχημη, ώστε του κόπηκε η ανάσα, και, μολονότι του έπιασε την κουβέντα, αυτός απέστρεψε το βλέμμα του και δεν της απάντησε. Η κοπέλα σηκώθηκε (ο Περικλής δεν ήξερε να πει αν το ύφος της ήταν πληγωμένο ή θυμωμένο) και απομακρύνθηκε. Τι κοινό υπήρχε ανάμεσα στις δυο αναμνήσεις τους; αναρωτήθηκε ο Θωμάς. Τίποτε άλλο εκτός ίσως από μια κάποια ενοχή που διαφαινόταν πίσω από την επιθυμία τους να τις σβήσουν σ’ ένα έντονο θορυβώδες γέλιο.

Τα επόμενα τέσσερα καλοκαίρια, ο Περικλής και ο Θωμάς συναντιόνταν τον Ιούλιο στο Μικρονήσι, πήγαιναν στα μπαρ μαζί, σχολίαζαν τις ενδιαφέρουσες περιπτώσεις, συζητούσαν τις διαθέσιμες επιλογές τους, αντάλλασσαν ιστορίες. Κάποτε οι συζητήσεις τους στρέφονταν σε θέματα ευρύτερου, φιλοσοφικού τρόπο τινά, ενδιαφέροντος (και μάλλον ο Περικλής συντηρούσε αυτή τη φιλία κυρίως επειδή του πρόσφερε τη δυνατότητα να εκφέρει έναν πιο απαιτητικό λόγο). Παρόλο που ο Θωμάς στη συμπεριφορά του αντέγραφε σε μεγάλο βαθμό τον Περικλή, εντούτοις στα ιδεολογικά ζητήματα διατηρούσε την ανεξαρτησία του: γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ο φίλος του θα διαφωνούσε, άρχιζε επίτηδες την κουβέντα ισχυριζόμενος ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση κοινωνικοί και όχι ατομιστές και ότι το αίσθημα της αλληλεγγύης αποτελεί τη βαθύτερη ουσία τους. Ο Περικλής, κουνώντας το κεφάλι του, έλεγε: «Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται». Κατόπιν, ανέπτυσσε τις απόψεις του για την ορμή της αυτοσυντήρησης, την ανθρώπινη βούληση για δύναμη και τις δαιδαλώδεις μεταμφιέσεις της φιλαυτίας. «Όταν σε μια σεξουαλική επαφή νοιαζόμαστε για την ευχαρίστηση του άλλου», έλεγε, «το κάνουμε για εμάς. Θα ήταν οδυνηρό για τον εγωισμό μας να αποτύχουμε στην προσφορά ηδονής. Άσε που θα μας εγκατέλειπε η παρτενέρ μας πάραυτα. Βασικό αυτό: φιλοδοξούμε να δημιουργήσουμε μιαν εξάρτηση έστω και αν δεν επιθυμούμε να δώσουμε συνέχεια στη συγκεκριμένη ερωτική σχέση. Στον έρωτα, λοιπόν, δύο πράγματα μας συγκινούν: η σωματική ευχαρίστηση που προέρχεται από τον κατευνασμό της επιθυμίας και η ικανοποίηση του εγωισμού μας». Πίστευε ότι, αφού επρόκειτο για την πιο έντονη απόλαυση της ζωής, έπρεπε να την επιδιώκουν όλοι, και στενοχωριόταν όταν έβλεπε γυναίκες να την απαρνούνται. Εντούτοις, δεν φρόντιζε να τις διαφωτίσει γιατί θεωρούσε ότι μερικοί άνθρωποι (οι περισσότεροι) έχουν επιλέξει να ζουν μες στην αυταπάτη, οπότε ό,τι και να τους πεις πάει χαμένο. Είχε διαβάσει Νίτσε και του άρεσε να αναφέρει φράσεις από το Τάδε Έφη Ζαρατούστρα (τις οποίες, αν και ήξερε ελάχιστα γερμανικά, παρέθετε στο πρωτότυπο, πράγμα που εντυπωσίαζε αρκετές γυναίκες και, ίσως γι’ αυτόν τον λόγο, εκνεύριζε τον Θωμά), ωστόσο οι απόψεις του απηχούσαν προσωπικά βιώματα. Είχε κι αυτός ερωτευτεί στα νιάτα του, είχε εκφράσει με ειλικρίνεια τα αισθήματά του, είχε παραδοθεί άνευ όρων, είχε πάθει νευρικό κλονισμό, είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Όταν κάποτε συνήλθε, γράφτηκε σε μια παιδαγωγική σχολή για να εξασφαλίσει το επαγγελματικό του μέλλον (παρατώντας τις σπουδές κοινωνιολογίας για τις οποίες ενδιαφερόταν αρχικά) και εξακολούθησε για χρόνια να επισκέπτεται ψυχίατρο.
Ο Θωμάς, για την τιμή των όπλων, δήλωνε τη δυσπιστία του ως προς την αλήθεια όλων αυτών των υπερβολικών αντιδράσεων. Στην πραγματικότητα, πίστευε ακράδαντα ότι είχαν συμβεί: γιατί ένα τόσο εγωπαθές άτομο μπορούσε, και σχεδόν είχε το δικαίωμα, στην παραμικρή απογοήτευση να δημιουργήσει χάος στον εαυτό του και τους γύρω του. Ο Θωμάς εξάλλου ένιωθε ευγνωμοσύνη για τούτη την εξομολόγηση (αφού γενικά ο Περικλής θεωρούνταν γρίφος) και μια κάποια ικανοποίηση που ο φίλος του είχε να επιδείξει στιγμές αδυναμίας. Ένα βράδυ τον ρώτησε τι απέγινε η Γερμανίδα, η διηγηματογράφος. Είχαν χωρίσει, απάντησε ο Περικλής: της το είχε ζητήσει ο ίδιος για να μην προλάβει να του το ζητήσει εκείνη. Έδιωχνε τις ερωμένες του ακόμα και όταν τις συμπαθούσε (γιατί αργότερα ο πόνος, όταν αναπόφευκτα θα τον παρατούσαν, θα ήταν μεγαλύτερος), με μιαν υπερβολική συγκέντρωση δύναμης, έναν αυτοέλεγχο τον οποίο απέκτησε κάνοντας Τάι-τσι. Ο Θωμάς τον ρώτησε για ποιον λόγο, αφού ήταν τόσο αφοσιωμένος στις ηδονές, επιδίωκε κοινότοπες ερωτικές σχέσεις και όχι, φερ’ ειπείν, όργια. Ζήτημα γούστου, απάντησε ο Περικλής. Απέφευγε τις ακραίες καταστάσεις, την αγωνία, την έλλειψη ανθρωπιάς που τις χαρακτήριζε, όπως απέφευγε, για παράδειγμα, τις αγγλοσαξονικού τύπου γυναίκες, τον επιφανειακό χαρακτήρα τους, την αδιαφορία τους για οτιδήποτε δεν ήταν πρακτικό ζήτημα, το αέναο χαχάνισμά τους, το κόκκινο δέρμα τους. Ο Θωμάς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Περικλής, με το γεροδεμένο κορμί του, το μελαψό πρόσωπο, τα παχιά χείλη και την κυνική συμπεριφορά, κατά βάθος κυνηγούσε το αντίθετό του (ενώ ο ίδιος γοητευόταν κυρίως από τις ψυχρές, αναίσθητες, με στοιχειώδη εσωτερικό κόσμο, γυναίκες). Έτσι, τα επόμενα χρόνια οι προτιμήσεις τους δεν έτυχε να συμπέσουν. Κατά τ’ άλλα, όσον αφορά τον τρόπο ζωής του, ο Θωμάς μεταμορφώθηκε σε alter ego του Περικλή.
Μέχρι λίγο μετά τα τριάντα του. Αδυνατούσε τελείως τώρα, παρόλο που το είχε ανάγκη περισσότερο από ποτέ, να βρίσκει γυναίκες τον χειμώνα για ολιγοήμερη ή ολιγόμηνη κατανάλωση. Έβλεπε τους γνωστούς του (φίλους δεν είχε, οι παιδικοί του φίλοι θύμιζαν όλο και περισσότερο τις αγγλοσαξονικού τύπου γυναίκες του Περικλή) να παντρεύονται ή να συνάπτουν μακροχρόνιους δεσμούς, και ντρεπόταν για την κατάστασή του· μονάχα οι άσχημοι και οι προβληματικοί έμεναν μόνοι. Την κοπέλα που τον είχε αφήσει χάριν των μεταπτυχιακών της την είχε ξεχάσει, και μαζί με αυτήν και την προσμονή του έρωτα (ο Περικλής φαινόταν να έχει νικήσει, ο ιδεαλιστής Θωμάς ήταν παρελθόν). Αλλά δεν αισθανόταν πια τόσο νέος και είχε κουραστεί από την εναλλαγή ερώτων και μοναξιάς, όπως θα είχε κουραστεί αν ήταν αναγκασμένος να αλλάζει συνέχεια επάγγελμα. Εντούτοις, παρά τους δισταγμούς του, ξαναπήγε τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς στο άτυπο ραντεβού του με τον Περικλή. Απογοήτευση: ο φίλος του, για πρώτη φορά εδώ και τόσα καλοκαίρια δεν είχε φανεί στο Μικρονήσι, και κανείς, ούτε ο ιδιοκτήτης του Φοίνικα ούτε ο μπάρμαν του Νικήτα ούτε οι θαμώνες του Σορόκου, δεν ήξερε αν και πότε θα ερχόταν.

Ο Θωμάς αφοσιώθηκε στις διακοπές του. Ξυπνούσε κατά τις εννιά το πρωί και αμέσως πήγαινε για κολύμπι. Έμενε στον Φοίνικα, το συγκρότημα δωματίων που βρισκόταν οχτακόσια μέτρα έξω από το χωριό, στο τέρμα ενός χωματόδρομου, ανάμεσα σε ξενόφερτους φοίνικες και ιθαγενή αρμυρίκια, και το οποίο είχε και ταβέρνα, έναν υπερυψωμένο τσιμεντένιο χώρο δίπλα στο κύμα, σκεπασμένο με καλάμια και γεμάτο ξύλινα τραπέζια και καρέκλες καφενείου. Μετά το πρωινό μπάνιο (του άρεσε, μπαίνοντας στο κρύο νερό, να αισθάνεται την ανατριχίλα στο νυσταλέο κορμί του), έπινε τον καφέ του εκεί, διαβάζοντας ένα βιβλίο ή αγναντεύοντας τη θάλασσα ή περιεργαζόμενος τα νόστιμα πρόσωπα γύρω του. Κυκλοφορούσε αρκετός κόσμος, με μαγιό, με βερμούδες, ημίγυμνοι, μιλώντας, γελώντας, όλοι μια κοινότητα σε χαλαρή διάθεση, όλοι φιλικοί μεταξύ τους (παρά τις αναπόφευκτες υπόγειες αντιπάθειες). Ο Θωμάς γνώριζε αρκετούς από αυτούς, αλλά με κανέναν δεν είχε την ίδια οικειότητα όπως με τον Περικλή. Έβλεπε πάντως ότι αποζητούσαν τη συντροφιά του και πότε-πότε (όταν το ύφος του ήταν ενθαρρυντικό) κάθονταν μαζί του και σχολίαζαν το γεγονός ότι εφέτος υπήρχαν περισσότερα ζευγαράκια σε σχέση με άλλοτε, και περισσότερες οικογένειες, θορυβώδεις αποικίες ευπρέπειας τις αποκαλούσε ο ίδιος, ξένες στο περιβάλλον, το Μικρονήσι δυστυχώς μεταμορφωνόταν. Μερικοί ευκατάστατοι Έλληνες είχαν φέρει και τα τζιπ τους, για να πηγαινοέρχονται από τον Φοίνικα στο χωριό. Οι Δυτικοευρωπαίοι τουρίστες είχαν μειωθεί (όσοι επιθυμούν την ησυχία και την ιδιαιτερότητα, έχουν ευαίσθητες κεραίες και αντιλαμβάνονται νωρίς τα μηνύματα των καιρών) και παντού άκουγες ελληνικά.
Το μεσημέρι τσιμπούσε κάτι στα γρήγορα και ύστερα έφευγε για το Πορί, μια παραλία σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τον Φοίνικα. Μπορούσες να πας παραλιακώς, ακολουθώντας ένα μονοπάτι που περνούσε πάνω από ξανθογάλανους κολπίσκους, βραχώδεις εκτάσεις και απόκρημνες πλαγιές, και το οποίο κατέληγε σε μιαν εκτεταμένη αμμουδιά, όπου αντίκριζες σκόρπιες αυτοσχέδιες πέτρινες κατοικίες. Ο Θωμάς έπαιρνε πότε-πότε γι’ αλλαγή έναν κακοτράχαλο χωματόδρομο που ξεκινούσε από το χωριό, ανηφόριζε προς το εσωτερικό του νησιού και συνέχιζε ανάμεσα σε ξεροχώραφα και θάμνους. Τύλιγε γύρω από το κεφάλι του ένα πουκάμισο, όπως είχε δει να κάνει άλλοτε ο Περικλής, πασαλειβόταν με αντηλιακή κρέμα και, κρατώντας ένα μπουκάλι νερό, βάδιζε νιώθοντας σαν ιδιοκτήτης και άρχοντας της περιοχής. Το Μικρονήσι επιδεχόταν εξερεύνηση μόνο στη μισή έκτασή του, τη βορειοδυτική. Η άλλη μισή ήταν γεμάτη πέτρες και αγκάθια και χωρίς μονοπάτια κι έτσι δύσκολα αποφάσιζες να την εξερευνήσεις. Αλλά για τον Θωμά ήταν αρκετό αυτό το λίγο για να στέκεται κάθε τόσο και να περιεργάζεται τις ξερολιθιές, μοναδικά δείγματα πολιτισμού στην αγριάδα, να μελετάει τους χρωματισμούς του τοπίου, να ακούει σαν φοβισμένος το άσμα των τζιτζικιών. Άλλοτε, απ’ ό,τι έλεγαν οι ντόπιοι, συναντούσες ένα γύρο πλήθος λαγούς, αλλά το συστηματικό κυνήγι τους είχε αφανίσει.
Την ώρα του απογεύματος επέστρεφε και σταματούσε στην Ιταλίδα, την ωραιότερη παραλία του νησιού, που είχε πάρει αυτό το όνομα επειδή η ιδιοκτήτρια των χωραφιών της περιοχής ήταν παντρεμένη με Ιταλό. Ο Θωμάς κολυμπούσε (όχι για πολύ, γρήγορα βαριόταν – στην πραγματικότητα, το περπάτημα του άρεσε περισσότερο από το κολύμπι) γυμνός στα νερά που βάθαιναν αδιόρατα πάνω από τη φιλική, χωρίς φύκια, άμμο του πυθμένα. Είχε παρατηρήσει ότι στην Ιταλίδα οι καινούργιοι επισκέπτες του νησιού επιδείκνυαν την ισχύ τους, κυκλοφορώντας οι περισσότεροι με μαγιό, παίζοντας ρακέτες και απαντώντας με στριγκλίσματα στα στριγκλίσματα των παιδιών τους. Τον έπιανε το πείσμα και σηκωνόταν όρθιος, περιφέροντας τη γύμνια του σαν βουβή διαμαρτυρία. Όμως, όταν πήγαινε στα βαθιά και αφουγκραζόταν γυρισμένος ανάσκελα τους απαλούς θορύβους της θάλασσας, που συγχέονταν στο μυαλό του με τον θόρυβο του αίματός του, ένιωθε να γίνεται ένα με τη φύση.

Ίσως, εντέλει, γι’ αυτό ερχόταν στο νησί: για την πεζοπορία, για τη θάλασσα, για την αίσθηση της αρμονικής ένταξής του στο τοπίο. Ή μάλλον την ψευδαίσθηση, γιατί το βλέμμα των αδιάφορων τρίτων πάνω του, τονίζοντας το μειονέκτημα της μοναξιάς του, του προκαλούσε μια νευρικότητα που δεν του επέτρεπε να αφεθεί ολοκληρωτικά. Η πιο δύσκολη ώρα, από αυτή την άποψη, ήταν το βράδυ, όταν διέσχιζε το μοναδικό λιθόστρωτο του χωριού, χαιρετώντας τους ντόπιους (νόμιζε ότι του χαμογελούσαν πονηρά, αν και μάλλον ήταν ιδέα του γιατί με τα χρόνια τον είχαν συνηθίσει και δεν του έδιναν σημασία), κι έψαχνε τραπέζι σε κάποια από τις γεμάτες παρέες ταβέρνες του Μικρονησίου.
Δεν στενοχωριόταν ωστόσο ιδιαίτερα, γιατί πίστευε ότι μπορούσε να βρει συντροφιά εύκολα. Προς το παρόν, του άρεσε η αδιατάρακτη επιφάνεια των ημερών του, η κυκλική ροή του χρόνου, η ολιγάρκεια των επιθυμιών του, όπως του άρεσε που ο Νικήτας, ο ιδιοκτήτης και μπάρμαν του ομώνυμου μπαρ από τη βεράντα του οποίου αντίκριζες τη σκοτεινή παραλία του χωριού (τα φώτα έφταναν μόνο μέχρι τις παρυφές της αμμουδιάς, δίπλα στον χωματόδρομο που ερχόταν από τον Φοίνικα), επέμενε να παίζει κάθε βράδυ αποκλειστικά και μόνο ροκ τραγούδια της δεκαετίας του ’60, με ένα πείσμα τελείως αντιεπαγγελματικό.
Αργά το βράδυ, ο Θωμάς έφευγε από το μπαρ του Νικήτα, κατέβαινε μερικά σκαλοπάτια που οδηγούσαν στη σκοτεινή παραλία και κατευθυνόταν προς μια βραχώδη προεξοχή στην άλλη άκρη· και ήταν σαν να κατευθυνόταν στο ουσιαστικό μέρος της ημέρας του, εκεί όπου συνέκλιναν τα βήματα των περισσότερων παραθεριστών του νησιού. Καθώς βάδιζε στην άμμο, κοίταζε με μια γλυκιά λύπη, σαν να αποχαιρετούσε το παρελθόν, αριστερά στο βάθος, ανάμεσα στα καχεκτικά αρμυρίκια, μια ταβέρνα με μισοσβησμένα φώτα (έκλειναν, ήταν μία η ώρα). Αρκετά μέτρα πιο μπροστά, μερικές ανθρώπινες σκιές, δυο-δυο, τρεις-τρεις, βάδιζαν σε ένα βραχώδες μονοπατάκι, το οποίο ξεκινώντας από την αμμουδιά και περνώντας δίπλα από μια σειρά σκοτεινών άσπρων σπιτιών, έστριβε αριστερά σε ένα σημείο απ’ όπου ο αέρας έφερνε πότε-πότε τις εκλάμψεις της μουσικής, αμυδρές, λες κι έκοβε την ισχύ τους ένα μαγικό αόρατο τείχος.
Πίσω από αυτή τη στροφή, πάνω σε έναν πλατύ βράχο, δέκα μέτρα από το κύμα, βρισκόταν το κλαμπ του Σορόκου, ένα πέτρινο κτίριο με δύο μεγάλες πόρτες σαν τζαμαρίες κι ένα ξύλινο μπαλκόνι (το επάνω πάτωμα ήταν κατοικία). Πλησιάζοντας άκουγες τη μουσική ευκρινώς και μαζί της ένα υπόκωφο βουητό που προερχόταν από τον κόσμο στα τραπεζάκια έξω. Στον εσωτερικό χώρο του κλαμπ διέκρινες σε πρώτο πλάνο σώματα παραδομένα στον χορό και στο βάθος μια μεγάλη μπάρα με λίγα σκαμνιά. Στα πλάγια του εσωτερικού χώρου υπήρχαν, εν είδει καναπέδων, πεζούλια σκεπασμένα με κουρελούδες, ενώ στους τοίχους κρέμονταν δίχτυα, δοιάκια και άλλα εξαρτήματα από καΐκια. Η απουσία φωτορρυθμικών δημιουργούσε μιαν υποβλητική ατμόσφαιρα και σε έκανε να νιώθεις πως εδώ η διασκέδαση δεν εκβιαζόταν αλλά γεννιόταν αυθόρμητα. Ποιος ξέρει τι πόνο, τι μοναξιά, τι μνησικακίες έκρυβαν τα εκστασιασμένα πρόσωπα των χορευτών. Αλλά τι σημασία είχε, αφού μέσα στην ένταση της απόλαυσης όλα ξεχνιόνταν; Ο Θωμάς εφάρμοζε τη μέθοδο του Περικλή. Στεκόταν σε μιαν άκρη και χόρευε ήρεμα και σαν αφηρημένος· όταν έβλεπε μια ενδιαφέρουσα παρουσία, την πλησίαζε αγγίζοντας με το χέρι του δήθεν τυχαία το χέρι της· και, ανάλογα με το κατά πόσον έδειχνε πιωμένη κι ευάλωτη, αποφάσιζε αν θα γινόταν τολμηρότερος ή θα υποχωρούσε περιμένοντας μια πιο κατάλληλη ευκαιρία. Ο Θωμάς από ένα σημείο κι έπειτα (ειδικά τώρα που έλειπε η συμμαχική βοήθεια του Περικλή) αφηνόταν και χόρευε χωρίς να κοιτάζει γύρω του. Κάθε τόσο έβγαινε να πάρει αέρα και να καπνίσει. Όταν το σκοτάδι έδινε τη θέση του στη γκρίζα θαμπάδα του ξημερώματος, ξεκινούσε πίσω για το δωμάτιό του, διασχίζοντας τα οχτακόσια μέτρα μέχρι τον Φοίνικα σαν να πετούσε, ανάλαφρος, αναζωογονημένος από την κούρασή του και γαλήνιος, λες και ο χορός ήταν ο πραγματικός στόχος της νυχτερινής του εξόδου.
Πέρασαν τρία βράδια μέχρι να γνωρίσει μια κοπέλα: της μίλησε στη μπάρα του Σορόκου (τη ρώτησε, μορφάζοντας μέσα του στη σκέψη της κοινοτοπίας του, αν της άρεσε το νησί) και μετά συνέχισαν την κουβέντα τους έξω. Ήταν ασκούμενη δικηγόρος, είκοσι πέντε χρονών και όμορφη, έτσι της φέρθηκε με κάποια ψυχρότητα. Το επόμενο απόγευμα, καθώς στέκονταν οι δυο τους στην Ιταλίδα και συζητούσαν (τον είχε πλησιάσει πρώτη εκείνη, κάνοντάς τον έτσι να νιώσει πιο άνετος), εμφανίστηκε εμπρός τους και διέκοψε τη συζήτησή τους ο Περικλής. Είχε αφιχθεί στο νησί τα ξημερώματα. Χαιρετίστηκαν, και η ξαφνική δυσαρέσκεια που ένιωσε ο Θωμάς βιάστηκε να δώσει τη θέση της σέ ένα χαμόγελο χαράς, αντανάκλαση του χαμόγελου που φώτιζε το πρόσωπο του Περικλή. Ο Θωμάς του σύστησε την κοπέλα, επαινώντας τη με θέρμη, σαν να του την πρόσφερε για να εξιλεωθεί για την προηγούμενη δυσαρέσκειά του. Ο Περικλής της έδωσε το χέρι· καμιά λάμψη στο βλέμμα του δεν ήρθε να υπονομεύσει το τυπικό ύφος του. Μόλις η κοπέλα γύρισε στην παρέα της, οι δυο φίλοι έβγαλαν τα μαγιό τους· αλλά προτού μπουν στη θάλασσα κουβέντιασαν γι’ αρκετή ώρα έχοντας σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος τους και βρέχοντας τα πόδια τους στην άκρη του κύματος.

Ο Περικλής επέστρεφε στα πάτρια εδάφη έπειτα από μια δεκαήμερη επίσκεψη στην Κούβα. Του είχε κάνει καλό, ισχυριζόταν, η αλλαγή. Η αλήθεια είναι ότι ταξίδευε κατά διαστήματα σε διάφορα μέρη του κόσμου, Ευρώπη, Ρωσία, Ινδία, όμως ποτέ τους μήνες Ιούλιο ή Αύγουστο. Αυτό που τον ώθησε να προδώσει το Μικρονήσι για πρώτη φορά εδώ και δέκα χρόνια ήταν η δυσκολία στη σύναψη ερωτικών επαφών που βίωσε το προηγούμενο καλοκαίρι: εκτός από μια Γαλλίδα, όλες οι άλλες προσπάθειές του είχαν πάει χαμένες. Κοίταξαν γύρω τους: οικογένειες, ζευγαράκια, παχουλοί νεόπλουτοι, όλοι φορώντας μαγιό. Οι δυο τους έμοιαζαν με απομεινάρια μιας άλλης εποχής, σαν να ήταν δυο άτομα προχωρημένης ηλικίας, που πεισματικά υπερασπίζονται το δικαίωμά τους να πεθάνουν έτσι όπως έζησαν. Ο Περικλής είπε ότι, αν δεν υπήρχε η Γαλλίδα (είχαν τηλεφωνηθεί από μήνες και είχαν κανονίσει να συναντηθούν πάλι εδώ), δεν θα ερχόταν στο νησί. Όσο για την κοπέλα με την οποία μιλούσε προηγουμένως ο Θωμάς, την ενέκρινε απολύτως και αναρωτιόταν γιατί δεν είχε γίνει ακόμη τίποτα μεταξύ τους.
— Μπα, δεν υπάρχει πρόβλημα, είπε ο Θωμάς. Θα πέσει εύκολα, σαν ώριμο φρούτο.
Τώρα που είχε έρθει ο φίλος του, ένιωθε έτοιμος να κατακτήσει όλο τον γυναικείο πληθυσμό των Κυκλάδων. Το βράδυ έφαγαν μαζί σε μια ταβέρνα του χωριού και μαζί πήγαν στου Νικήτα. Ο Θωμάς είχε χαλαρώσει και δεν πρόσεχε αν τον κοιτούσε ο κόσμος. Έπιναν το ένα ποτό μετά το άλλο απορροφημένοι στη μεταξύ τους συνομιλία, με μικρά μόνο διαλείμματα για να χαιρετήσει ο Περικλής όσους πλησίαζαν να του πουν ένα γεια. Ο Θωμάς υποστήριζε την άποψη πως η ικανότητα για ηθική συμπεριφορά συνιστά την ουσία της ανθρώπινης φύσεως. Θέλοντας να δείξει ότι οι άνθρωποι δεν είναι απομονωμένες νησίδες εγωισμού, έφερε το παράδειγμα της διαλογικής συζήτησης: όταν συζητάμε με κάποιον για ένα θέμα πάνω στο οποίο διαφωνούμε, συνήθως επιδιώκουμε να επιβάλουμε την άποψή μας χρησιμοποιώντας ό,τι επιχείρημα μας βρίσκεται πρόχειρο· υπάρχει μόνο το εγώ μας που επιζητεί τη νίκη. Εντούτοις, οι τυχόν αντιρρήσεις του συνομιλητή μας, όσο προστατευμένοι, σαν σιδερόφρακτοι ιππότες, και αν είμαστε απέναντί τους, στο τέλος μας αλλάζουν, έστω ανεπαίσθητα, μόνο και μόνο από το γεγονός ότι αναγκαζόμαστε να τις ακούσουμε.
— Καταλαβαίνω πού το πας, είπε ο Περικλής. Υπονοείς ότι οι ηθικές αξίες δεν είναι αυθαίρετες κατασκευές της βούλησης για δύναμη, αλλά δημιουργούνται στον αντικειμενικό χώρο της κοινωνικής επαφής. Συμφωνώ. Για να επιβιώσουμε, υπακούμε, τουλάχιστον λεκτικά, στις απαιτήσεις της πλειοψηφίας.
— Δεν θέλω να πω αυτό ακριβώς. Πιστεύω ότι, παρά τον εγωισμό μας, είμαστε δέσμιοι των θετικών συναισθημάτων –της αγάπης, της αλληλεγγύης– επειδή βρισκόμαστε σε καθημερινή επαφή με τους άλλους. Οι άλλοι δεν είναι απέναντί μας, αντίπαλοι, αλλά μέσα μας, κομμάτι του εαυτού μας.
— Τα θετικά συναισθήματα είναι η σκιά των αρνητικών, είπε ο Περικλής. Η αγάπη δεν υπάρχει. Μην έχεις ψευδαισθήσεις. Το γεγονός ότι σε μια συζήτηση μπορεί κάποτε να υποχωρούμε, δεν αναιρεί τον πολεμικό χαρακτήρα του διαλόγου.
Όπως συνέβαινε συχνά, γρήγορα στράφηκαν σε προσωπικά ζητήματα. Μιλούσε κυρίως ο Περικλής: τα πράγματα με τη Γαλλίδα φίλη του δεν πήγαιναν καλά· ήδη από πέρυσι τη ζήλευε και τσακωνόταν μαζί της· οι τσακωμοί τους διεξάγονταν στο δωμάτιό του μετά την επιστροφή τους από το ξενύχτι και ήταν μια σκέτη κόλαση που τελείως κοινότοπα κατέληγε σε άγριο σεξ. Ο Περικλής γέλασε δυνατά, θέλοντας ίσως να υπογραμμίσει την κωμικότητα της κατάστασής του. Επειδή ως επί το πλείστον είχε σοβαρό και συγκρατημένο ύφος, το ξέσπασμα του γέλιου του ήταν ευχάριστα μεταδοτικό. Τον περασμένο χειμώνα, ο Περικλής είχε επισκεφτεί τη Γαλλίδα στο Παρίσι και, καθώς την είχε βρει παραδομένη στο χασίς και το αλκοόλ, είχε σκεφτεί να της πει να χωρίσουν. Αλλά δεν ένιωθε τον εαυτό του έτοιμο. Παραδόξως, παρά το πλήθος των εμπειριών του και παρά τη δύναμη της θέλησής του, βασανιζόταν.
Ο Θωμάς, που ήξερε πια εκ πείρας ότι οι σχέσεις με όμορφες γυναίκες καταλήγουν μετά την πρώτη περίοδο του σεξουαλικού ειδυλλίου πάντοτε (ανεξαρτήτως του πόσο ξεσκολισμένος είναι κανείς) στη ζήλια και την απόγνωση, αναρωτήθηκε αν ο Περικλής καταλάβαινε ότι το επικούρειο ιδανικό τους ήταν όπως όλα τα ιδανικά: ένα άπιαστο όνειρο. Μήπως αυτό ήθελε ο Περικλής να του πει έμμεσα; Ή μήπως ήθελε να τον προειδοποιήσει να κρατηθεί μακριά από τη Γαλλίδα;
— Ποτέ δεν θα προσέγγιζα ερωτικά την κοπέλα ενός φίλου, είπε ο Θωμάς.
Ο Περικλής τον κοίταξε σαν απορημένος, αλλά ύστερα του εξομολογήθηκε ότι την πρώτη χρονιά της γνωριμίας τους υπέφερε βλέποντάς τον να μιλάει μ’ εκείνη τη Γερμανίδα. Ο Θωμάς, έκπληκτος, γέλασε και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έτρεφε κάτι άλλο για την κοπελίτσα εκτός από ένα αίσθημα φιλίας. (Στην πραγματικότητα –σκέφτηκε ξαφνικά– ούτε καν αυτό· της μιλούσε για να πλησιάσει τον Περικλή – μια σκέψη που την κράτησε για τον εαυτό του).
— Αλλά όχι ότι θα έκανα τίποτε, είπε ο Περικλής. Έτσι και την προσέγγιζες ερωτικά, εγώ απλώς θα υποχωρούσα. Δεν μου αρέσει να συγκρούομαι. Δεν θέλω ούτε να ενοχλώ ούτε να με ενοχλούν.
Ο Θωμάς είχε καταλάβει από παλιά τον κατά βάθος φιλειρηνικό (παρά τον προβεβλημένο κυνισμό του) χαρακτήρα του φίλου του, γιατί και η δική του μοναχικότητα οφειλόταν στον ίδιο λόγο, και του το είπε. Αντιλήφθηκε ότι μιλούσε με ύφος άνετο και κάπως ειρωνικό, και τότε θυμήθηκε πως η σημερινή βραδιά του επιφύλασσε μιαν ερωτική κατάκτηση, πράγμα που τον γέμιζε αυτοπεποίθηση. Όταν αργότερα είδε τη νεαρή δικηγόρο να ανηφορίζει το εσωτερικό δρομάκι που έβγαζε στη βεράντα του μπαρ, έκλεισε το μάτι στον Περικλή. Την καλωσόρισαν, της είπαν να καθίσει μαζί τους, της έκαναν ερωτήσεις για τη ζωή της στην Αθήνα. Ο Περικλής σε λίγο απομακρύνθηκε διακριτικά και στάθηκε στην μπάρα όπου έπιασε κουβέντα μ’ έναν γνωστό του. Ο Θωμάς ένιωσε αμέσως την ανάγκη να χασμουρηθεί και πρότεινε στην κοπέλα να μεταφερθούν στον Σορόκο. Αυτή δέχτηκε. Ήταν αμήχανη και διστακτική, σαν να μην ήξερε τι ήθελε. Πήγαν στον Σορόκο, χόρεψαν κάμποση ώρα (γιατί ο Θωμάς, βέβαιος για την επιτυχία του, βαριόταν να μιλάει) και ήπιαν μερικά σφηνάκια. Κάποτε ήρθε και ο Περικλής, ο οποίος έπιασε το πόστο του και άρχισε να χορεύει μόνος του. Ο Θωμάς τον μιμήθηκε. Η κοπέλα είπε ότι θα πήγαινε να καθίσει έξω με κάποιες φίλες της και ο Θωμάς συνέχισε τον χορό του κεφάτος. Όταν έπειτα από ώρα την αναζήτησε, δεν τη βρήκε πουθενά. Ο κόσμος αραίωνε και τα τραπεζάκια το ένα μετά το άλλο άδειαζαν. Ο Θωμάς πήγαινε πάνω-κάτω προσπαθώντας να την εντοπίσει, αλλά μάταια. Κάθε όρεξη για χορό του έφυγε. Επέστρεψε στο εσωτερικό του μπαρ και κάθισε στην μπάρα. Εκεί, κατά το ξημέρωμα, τον πλησίασε ο Περικλής.
— Πώς κι έμεινες μόνος; τον ρώτησε.
— Ούτε που κατάλαβα, είπε ο Θωμάς και, καθώς σηκωνόταν, έβγαλε από την τσέπη του ένα προφυλακτικό που είχε μαζί του, και, φέρνοντάς το στο ύψος του προσώπου του, το έδειξε. Ξέσπασαν και οι δυο σε γέλια. Ο μπάρμαν –ένας εικοσάχρονος Αθηναίος– τους κοίταξε και, χωρίς να καταλαβαίνει, γέλασε κι αυτός.
Στον δρόμο της επιστροφής ο Περικλής διηγήθηκε ότι όλο το βράδυ προσπαθούσε να πλησιάσει μια φοιτήτρια με την οποία είχε κάνει έρωτα μία φορά πρόπερσι, αλλά τώρα τον απέφευγε, δεν του έδινε σημασία και, όταν σε μια στιγμή της ψιθύρισε στο αυτί ότι την ήθελε, απομακρύνθηκε από κοντά του προσποιούμενη πως δεν είχε ακούσει.
Ο Θωμάς, παρόλο που πάντοτε γοητευόταν από το θράσος του Περικλή, ή, πιο σωστά, πάντοτε του κοβόταν η ανάσα (όπως όταν έβλεπε να ξεσπάει κοντά του βίαιος καυγάς), δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο, θέλοντας ίσως έτσι να αποζημιωθεί για το δικό του στραπάτσο.
— Της είπες, όντως, εν ψυχρώ, «Σε θέλω»; ρώτησε.
— Ναι, της το ψιθύρισα καθώς στεκόμουν από πίσω της.
Ξέσπασαν πάλι σε γέλια και δεν σταμάτησαν μέχρι που έφτασαν στον Φοίνικα.
Το επόμενο μεσημέρι ο Θωμάς έβαλε το δάχτυλό του εις τον τύπον των ήλων: άραγε άξιζε να έρχεται στο Μικρονήσι; Όχι από την άποψη ότι τώρα υπήρχαν λιγότερες διαθέσιμες γυναίκες, αλλά γενικά. Μάλλον έπρεπε να το διατυπώσει αλλιώς: άξιζε να αναζητά το ευκαιριακό σεξ; Υπήρχε κατ’ αρχάς το θέμα της ποσότητας: μια-δυο κατακτήσεις κάθε καλοκαίρι δεν δικαιολογούσαν τόσα ξενύχτια, τόση κατανάλωση αλκοόλ, τόση σπατάλη φράσεων. Αλλά, πέραν τούτου: τρεις ήταν οι κατηγορίες των ερωτικών εμπειριών του στο Μικρονήσι, όλες, αν ήθελε να δει τα πράγματα ως είχαν, ανάξιες λόγου: πρώτον, οι κωμικές, όπως η χθεσινή αποτυχημένη απόπειρα, οι οποίες αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότηταˑ δεύτερον, οι κωμικοτραγικές, οι αποκαλούμενες σχέσεις της μίας βραδιάς, που, ενώ τις επιδίωκε με μισή καρδιά και με τύψεις, τον έριχναν αργότερα –όταν δεν υπήρχε η δυνατότητα επανασυνευρέσεως με την κοπέλα– σε μια μάταιη προσπάθεια γι’ ανάκληση του χαμένου σώματός τηςˑ και, τρίτον, οι τραγικές (δύο τον αριθμό σε αυτά τα χρόνια), που ξεκινούσαν, υποκριτικά εκ μέρους του, σαν κάτι που έμοιαζε με έρωτα, και που λόγω μιας ανεξήγητης υποχωρητικότητάς του συνεχίζονταν και στην Αθήνα και οδηγούνταν στη λύση τους μέσω μιας εξοντωτικής διαδικασίας χωρισμού.
— Πρέπει να δοκιμάσεις με μια ξένη κοπέλα, γέλασε ο Περικλής, προφανώς από μια διάθεση διακωμώδησης του εαυτού του. Αλλά ο Θωμάς θύμωσε λίγο, γιατί, παρά τα όσα είχε πει προηγουμένως για τη ματαιότητα της ηδονοθηρίας, επιθυμούσε ο φίλος του να τον πιέσει και να του δώσει ελπίδες για να μην τα παρατήσει.
Το βράδυ πήγαν στου Νικήτα (όπως έκαναν πάντα, εκτός από τις σπάνιες φορές που ήθελαν να τιμωρήσουν τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης για μια παροδική απροθυμία του να κεράσει τους πιο συστηματικούς πελάτες και διαφημιστές του –γιατί διαρκώς διαλαλούσαν σε όλες τις γνωριμίες τους την αξία του μπαρ του– και να του δείξουν ότι δεν έπρεπε να τους θεωρεί δεδομένους). Ο Θωμάς εξομολογήθηκε πως η νεαρή δικηγόρος τον ενδιέφερε ακόμη: δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τον είχε απορρίψει· ίσως ήταν θετική απέναντί του αλλά δίσταζε να συνάψει δεσμό, κυρίως (κάτι τέτοιο τον είχε αφήσει να καταλάβει) εξαιτίας των προηγούμενων απογοητεύσεών της από τους άνδρες. Έπρεπε να την κατακτήσει· αλλιώς θα ένιωθε αποτυχημένος. Ο Περικλής δεν είχε προς το παρόν καμιά συμβουλή να του δώσει (του είπε μόνο πως όταν τη συναντούσαν θα καταλάβαινε από το ύφος της αν όντως τον ήθελε ή όχι)· αντί γι’ αυτό, του διηγήθηκε πώς τα περνούσε στη Νέα Υόρκη. Δεν είχε καθόλου παρέες, τα βράδια δεν έβγαινε έξω ποτέ. Τις προηγούμενες χρονιές παρακολουθούσε απογευματινά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο (ανθρωπολογίας και ιστορίας της τέχνης), αλλά τώρα τα είχε σταματήσει. Έβλεπε πορνοταινίες στην τηλεόραση κι επιδιδόταν σε διαδικτυακό σεξ ανταλλάσσοντας μηνύματα με διάφορες γυναίκες. Ο Θωμάς προσπάθησε να διακρίνει στο ύφος του φίλου του σημάδια αμηχανίας ή ντροπής, αλλά ο Περικλής, αν αισθανόταν άσχημα, το έκρυβε καλά, μιλώντας ψύχραιμα, σαν γιατρός που απαριθμεί τα κλινικά συμπτώματα μιας ασθένειας. Η φετινή διέξοδος, είπε, στη μονότονη ζωή του ήταν οι διακοπές στην Κούβα όπου επί χρήμασι απέκτησε ορισμένες ενδιαφέρουσες εμπειρίες. Την επόμενη χρονιά θα πήγαινε στο Βιετνάμ για τον ίδιο λόγο: το φτηνό σεξ. Ο Θωμάς συνοφρυώθηκε, καθώς όλα αυτά του φαίνονταν σαν εκπεσμός. Ο Περικλής, όπως δεν ήθελε να αγωνίζεται επισταμένως για την κατάκτηση γυναικών, έτσι δεν ήθελε να αγωνίζεται και για να αλλάξει την καθημερινότητά του. Θα περίμενε κανείς από ένα άτομο που απέρριπτε τις βίαιες εκδηλώσεις της επιθετικότητας, που επιζητούσε τη μοναξιά και τη γαλήνη, να διακηρύττει την προσκόλλησή του στην αγάπη και την αλληλεγγύη. Ο Περικλής, αντιθέτως, επιδίωκε να καλλιεργεί ένα κατεξοχήν μοντέρνο εποικοδόμημα ιδεών, τον κυνισμό, την απαξίωση των πάντων πλην της ηδονής. Το τέχνασμά του πλέον ήταν διαφανές: είχε καταλήξει σε αυτή την τακτική, όχι επειδή κατανοούσε τα βαθύτερα κίνητρα των ανθρώπων, αλλά για να δικαιολογήσει τη νωθρότητά του. Δεν ήταν καθόλου δυνατός, πόσω μάλλον υπεράνθρωπος, παρά τις φράσεις από τον Ζαρατούστρα που ξεφούρνιζε στις κοπέλες (και που τις είχε κόψει τώρα γιατί δεν εντυπωσίαζαν πια).
— Τα πρώτα χρόνια εδώ στο Μικρονήσι, είπε ο Περικλής, είχα γνωρίσει έναν Αυστριακό συγγραφέα. Ερχόταν στο νησί από παλιά, πριν ακόμη βάλουν ηλεκτρικό ρεύμα. Στην αρχή έμενε σε σκηνή, μετά σε δωμάτιο, μόνος του, ήταν διαζευγμένος. Καθόταν στην ταβέρνα του Φοίνικα κι έγραφε διηγήματα, εσωτερικούς μονολόγους νομίζω, και συχνά μαζευόμασταν γύρω του και συζητούσαμε· αυτός, παρόλο που ήταν πενήντα χρονών, προσέγγιζε ερωτικά μονάχα εικοσάρες. Όταν το Μικρονήσι έγινε πιο τουριστικό, σταμάτησε να έρχεται. Τον φαντάζομαι τώρα σε καμιά Ανάφη, να κάθεται στη σκιά ενός βράχου καπνίζοντας την πίπα του, διαβάζοντας ένα βιβλίο κι έχοντας δίπλα του δυο πιτσιρίκες.
Ο Θωμάς κατάλαβε ότι του μιλούσε για τον μέντορά του. Φυσικά, έτσι πρέπει να είχαν τα πράγματα, το ήξερε από τον εαυτό του: πώς αλλιώς θα έβρισκε ο Περικλής το κουράγιο να επισκέπτεται συνέχεια το Μικρονήσι, αν δεν αντέγραφε τη συμπεριφορά κάποιου άλλου, πιο επιτυχημένου, πιο δυνατού – ενός αξεπέραστου προτύπου; Και ο Θωμάς, αντιλήφθηκε τώρα, ήταν το αντίγραφο του αντιγράφου.
— Το ξέρεις ότι τελευταία έχω παράξενες επιθυμίες; είπε ο Περικλής κοιτώντας τον στα μάτια, σαν για να ελέγξει τις αντιδράσεις του και να μην του επιτρέψει να γελάσει. Θα ήθελα να κάνω ένα παιδί. Όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό, με το ταξίδι μου στην Κούβα κι όλα αυτά, σκέφτομαι συνέχεια την ιδέα της οικογένειας.
Ο Θωμάς τον κοίταξε δύσπιστα· όμως, διακρίνοντας ειλικρίνεια στο βλέμμα του, χαλάρωσε. Δεν ήταν όλα χαμένα λοιπόν. Υπήρχε μια στοιχειώδης αγωνιστική διάθεση στον Περικλή. Ο Θωμάς αναρωτήθηκε μήπως η ανακούφισή του πήγαζε όχι τόσο από ένα αφιλοκερδές ενδιαφέρον για τον φίλο του όσο από το γεγονός ότι με τις σκέψεις του ο Περικλής φαινόταν να έρχεται πιο κοντά του, πιο κοντά στο ιδανικό που έτρεφε για τον εαυτό του, του κοινωνικού, παραδομένου εν μέρει στις αυταπάτες, ευπροσάρμοστου ανθρώπου.
Έπιασαν συζήτηση για τις αιτίες που οι άνθρωποι επιθυμούν να κάνουν παιδιά και ο Θωμάς ανέφερε τις σχετικές ιδέες από το Συμπόσιο του Πλάτωνα – που το είχε διαβάσει πρόσφατα και το οποίο ο Περικλής είχε μελετήσει στα νιάτα του αλλά δεν το θυμόταν παρά ελάχιστα.
— Οι πολλοί άνθρωποι αντικρίζουν τον φλογερό δίσκο της αιωνιότητας μέσα από το καπνισμένο γυαλί της τεκνοποίησης, είπε σε κάποια στιγμή ο Θωμάς ενθουσιωδώς.
— Καλό, είπε ο Περικλής χαμογελώντας.
— Ενώ οι λίγοι, που παράγουν ωραίους λόγους, τη βλέπουν πρόσωπο με πρόσωπο.
— Θα μπορούσε κανείς να τα συνδυάσει και τα δυο. Ας είμαστε σήμερα αισιόδοξοι – for a change.
Ο Θωμάς είπε ότι, κατά τη γνώμη του, όλες οι προσπάθειές μας στη ζωή υπέκρυπταν την επιθυμία να υπερβούμε τον χρόνο.
— Να γλιτώσουμε από το δρεπάνι της φθοράς, είπε ο Περικλής μη θέλοντας να μείνει πίσω στην παράθεση μεταφορικών εκφράσεων.
Και άρχισε να απαγγέλλει μερικούς στίχους από ένα σονέτο του Σαίξπηρ, που εξυμνούσαν τον έρωτα και την τέχνη σαν αναχώματα στον θάνατο:
Nor shall death brag thou wander'st in his shade,
When in eternal lines to time thou grow'st.
Ο Θωμάς χαμογέλασε. Ποιος θα πίστευε ότι ο Περικλής είχε διαβάσει σονέτα του Σαίξπηρ; Ή ότι θα επέτρεπε στον εαυτό του τον συναισθηματισμό; Αλλά γιατί όχι; Μήπως όποιος συνεχίζει να επιβιώνει σε τούτο τον κόσμο δεν είναι κατά βάθος ένα παιδί, αθώο και αφελές;

Ομιλίες ακούγονταν γύρω τους: μια παρέα Ιταλών ζητούσαν εσπρέσο, όρθιοι μπροστά στην μπάρα, χαχανίζοντας. Τρία ζευγάρια μεσόκοπων Ελλήνων, έχοντας ενώσει δύο τραπέζια, έπιναν κοκτέιλ και κουβέντιαζαν (οι άντρες ακίνητοι, υπεροπτικοί, με πούρο στο στόμα, οι γυναίκες σκύβοντας και τινάζοντας με απότομες κινήσεις το τσιγάρο τους στο σταχτοδοχείο), διαφωνώντας μεταξύ τους για κάποιο ζήτημα για το οποίο εξέφραζαν απόψεις με αυτοπεποίθηση αλλά και σαν να μην τους ενδιέφερε στ’ αλήθεια. Σε ένα κοντινό τραπέζι μερικοί νεολαίοι εξ Αθηνών τσούγκριζαν σφηνάκια φωνάζοντας και ανταλλάσσοντας χυδαία πειράγματα. Ο Θωμάς αισθάνθηκε πως με τον Περικλή συζητούσε όλη αυτή την ώρα ενάντια στη χυδαιότητα, την ανοησία και την ψυχρότητα που επικρατούσαν γύρω τους. Αλλά στην πραγματικότητα, μέχρι πρότινος δεν τους έβλεπαν όλους αυτούς. Όχι: αντίπαλος ήταν ο δικός τους κυνικός εαυτός. Τους κυνηγούσε, ακολουθούσε τα ίχνη τους προσπαθώντας να τους παγιδεύσει, να συρρικνώσει τη διάθεσή τους για εξιδανίκευση σε ένα στοιχειώδες μόριο χώρου· απειλούνταν και οι ίδιοι με εξαφάνιση όπως οι λαγοί του νησιού. Ο Θωμάς κοίταξε τον φίλο του και αναρωτήθηκε μήπως θα ήταν καλύτερα να έμεναν εκεί που βρίσκονταν και να μην πήγαιναν στον Σορόκο απόψε. Φοβήθηκε όμως ότι έτσι θα χαλούσε η μαγεία της στιγμής.
— Αρκετά, είπε και τεντώθηκε. Ώρα να μιλήσει το σώμα.
— Ωχ, ναι, είπε ο Περικλής. Ξεχαστήκαμε. Μισό λεπτό, περίμενε. Θυμήθηκα ένα ποίημα του Καβάφη· μιλάει για έναν πολιτικό άνδρα στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια, που κάθεται μόνος ένα απόγευμα στην έπαυλή του και απολαμβάνει τη δύση του ήλιου. Νιώθει ότι αυτό που ζει εκείνη την ώρα, η γαλήνη της ενατένισης, είναι η ευτυχία. Μόλις όμως βραδιάζει, θυμάται ότι πρέπει να παρευρεθεί σε ένα σημαντικό δείπνο μαζί με άλλους πολιτικούς. «Στις ραδιουργίες μας πρέπει να πάμε πάλι», σκέφτεται αναστενάζοντας, «να ξαναπιάσουμε την ανιαρά πολιτική μας πάλη».
Σηκώθηκαν γελώντας και προχώρησαν αργά προς την έξοδο του μπαρ, αναπαριστώντας με τη νωχέλεια των κινήσεών τους τη σοφή κούραση δύο γέρων ανθρώπων.
Βγήκαν από το μπαρ σχολιάζοντας τους στίχους του Σαίξπηρ, που είχε απαγγείλει προηγουμένως ο Περικλής. Κατέβηκαν τα σκαλοπάτια και βρέθηκαν στο σκοτάδι της παραλίας. Το κύμα ίσα που έσκαγε στην αμμουδιά, ήρεμο σαν νανούρισμα. Σταμάτησαν να μιλούν. Περπατούσαν ο ένας πλάι στον άλλο βυθισμένοι στις σκέψεις τους.
Ο Θωμάς άκουγε μέσα του δεκάδες φράσεις να παραμερίζουν τη σιωπή, άκουγε τις κουβέντες τους πριν από λίγο και τις κουβέντες τους τόσων χρόνων να μεγεθύνονται από το αντηχείο του σκοταδιού και να καταλαμβάνουν τον χώρο γύρω τους, ενώ οι παραλίες, οι μουσικές, οι έρωτες αποσύρονταν σαν άμπωτη. Και καταλάβαινε ότι τώρα που ο Περικλής θα σταματούσε να έρχεται στο Μικρονήσι, δεν υπήρχε λόγος να έρχεται ούτε ο ίδιος. Κι ένιωσε ότι τόσα χρόνια ερχόταν μόνο γι’ αυτό, για τη συνάντηση με κάποιον που θαύμαζε, για τις συγκρούσεις των συζητήσεων, για ό,τι μπορούσε να ονομαστεί φιλία, και πως αυτό του έλειπε κατά βάθος (α, η τρομακτική μοναξιά του χειμώνα, η περιπλάνηση στους κρύους δρόμους χωρίς συνοδοιπόρο), αυτό το λίγο, παρόλο που ήταν ψευδαίσθηση, παρόλο που ήταν μίμηση, και μελαγχόλησε στη σκέψη ότι τώρα που είχαν αγγίξει τη γαλήνη της ενατένισης θα χώριζαν, λες και το ταξίδι τους μέχρις εδώ δεν είχε άλλο στόχο παρά να τους οδηγήσει σε ένα καινούριο ξεκίνημα, σε έναν καινούριο αγώνα.
Περπατούσαν στην ακροθαλασσιά και τα βήματά τους στην αόρατη άμμο δεν ακούγονταν καθόλου. Ο Θωμάς αισθάνθηκε ότι θα βάδιζαν έτσι, για ώρες, πάνω στο κενό, χωρίς να φθάσουν πουθενά, ο ένας πλάι στον άλλο, και χαμογέλασε γι’ αυτή την τελευταία του μικρή ψευδαίσθηση.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τάσος Αναστασίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966. Σπούδασε φιλολογία στο Ρέθυμνο, εργάζεται ως καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ είναι και ο αρχισυντάκτης στο έντυπο περιοδικό λογοτεχνίας και κριτικής «Αντίλογος». Τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα Η υπομονή και το πείσμα (εκδ. Κουκκίδα).






















