
«Ο γιος μου με χαϊδεύει στα μαλλιά. Με κοιτάζει ανήσυχος και ρωτά τι συμβαίνει. Μου λείπει ο αδελφός μου και μου λείπει και η μάνα μου και πιο πολύ μου λείπει η Γιαννούλα μου που ίσως έχει πάει σπίτι μας και με περιμένει εκεί, στο αληθινό μας σπίτι». Εικόνα: Από την ταινία «Ο πατέρας» (2020).
Του Γρηγόρη Αλεξόπουλου
Αυτός ο νεαρός, ο κοντοκουρεμένος, περνά πάντα πολλές ώρες εδώ. Τον ρωτάω τι δουλειά κάνει και μου λέει «Νοσογκόμα», με προφορά γεμάτη σύμφωνα. «Νοσοκόμα;» τον ρωτώ «Ναι, νοσογκόμα» απαντά. «Μα πώς γίνεται, άνδρας πράμα, να λες νοσοκόμα;» ρωτώ και «Ντεν είμαι άντρας, γκυναίκα είμαι» απαντά και μου φορά τις παντόφλες μου. Ρωτάω απορημένος το όνομά του, αναστενάζει και μου λέει «Όλγκα».
Σταματώ την συζήτηση και περιεργάζομαι τον χώρο. Έχει πολύ ενδιαφέρον. Δεν ξέρω πώς το καταφέρανε, αλλά αυτό το διαμέρισμα το έχουν επιπλώσει έτσι που θυμίζει το σπίτι μας. Μπορεί και να κουβαλήσανε κάποια έπιπλα που είχαμε εκεί. Ίσως ο νεαρός που νομίζει ότι τον λένε Όλγα να έχει εργαστεί και στη μετακόμιση. Ίσως αυτός έσπασε το καπέλο του λαμπατέρ στο στρογγυλό τραπεζάκι.
Δεν γνωρίζω βέβαια ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και υπάρχει περίπτωση να πληρώνουμε πολλά για νοίκι. Ενδεχομένως απαιτείται κάποιος διακανονισμός για την πληρωμή. Βλέπω τον γιο μου που κάθεται σε μια καρέκλα και τον ρωτάω σχετικά. Μου απαντά πως εγώ είμαι ο ιδιοκτήτης κι εδώ είναι το σπίτι μου. Τι ανοησίες είναι αυτές; Το θυμάμαι το σπίτι μου και δεν είναι εδώ! Του τονίζω ότι πρέπει να πάμε να συζητήσουμε για το ύψος του ενοικίου και μου πιάνει το χέρι και με διαβεβαιώνει ότι θα το κάνει αύριο πρωί-πρωί, γιατί τώρα έχει νυχτώσει. Θα το φροντίσει αυτός και να μην ανησυχώ, αν χρειαστεί θα με πάρει τηλέφωνο για τις λεπτομέρειες. Ηρεμώ κάπως. Πάντα ήταν καλό παιδί.
Είναι παράξενο, αλλά ο γιος μου έχει γκριζάρει πρόωρα. Τον παρατηρώ και σκέφτομαι, κρίμα, νέο παιδί. Ούτε εικοσιπέντε δεν πρέπει να έχει φτάσει, κι έχει κιόλας γκριζάρει. Ίσως κι αυτός είναι αγχωμένος που λείπει η μητέρα του. Ίσως πάλι είναι αγχωμένος με τις σπουδές του. Πάντα ήταν φιλότιμο παιδί. Τον ρωτάω πώς πάει η εξεταστική κι εκείνος χαμογελά και μου λέει ότι έχει τελειώσει εδώ και πολλά χρόνια την σχολή του. Δεν την περίμενα αυτή την απάντηση.
Μήπως εγώ έσπασα το καπέλο του; Θυμάμαι μια νύχτα που μόνο αυτό το λαμπατέρ φώτιζε τον χώρο, αλλά μετά γκρεμίστηκε και υπήρχαν φωνές και κλάματα και σκοτάδι.
Κάθεται και συζητά αρκετή ώρα με τον άλλον νεαρό, τον κοντοκουρεμένο, που μου διαφεύγει το όνομά του. Μιλάνε και για μένα αρκετά, λες και δεν τους ακούω. Το βλέμμα μου σταματά ξανά πάνω στο τραπεζάκι. Εκεί που το λαμπατέρ στέκεται απειλητικά, χωρίς λάμπα ούτε καπέλο. Στο σπίτι, το άναβα για να διαβάζω τα βράδια, ήταν δίπλα στην αγαπημένη μου μπερζέρα. Εδώ, το έχουν βάλει πάνω σε ένα στρογγυλό, πτυσσόμενο τραπεζάκι. Το ξέρουν οι άλλοι ότι έχει μείνει χωρίς καπέλο και πρέπει να διορθωθεί; Μήπως εγώ έσπασα το καπέλο του; Θυμάμαι μια νύχτα που μόνο αυτό το λαμπατέρ φώτιζε τον χώρο, αλλά μετά γκρεμίστηκε και υπήρχαν φωνές και κλάματα και σκοτάδι. Τρομάζω με όλα αυτά και σταματάω να θυμάμαι.
Αναρωτιέμαι τι γίνεται ο αδελφός μου. Έχω πολύ καιρό να του μιλήσω. Ζητάω από τον γιο μου να τον πάρει τηλέφωνο κι αυτός μουρμουρίζει κάτι για μακαρίτες και λέει πως θα το φροντίσει κι αυτό αύριο, γιατί είναι αργά τώρα. Έχει δίκιο, πράγματι είναι αργά. Το ρολόϊ μου το έχω στείλει για να επισκευάσουν το λουράκι του, αλλά έξω έχει κιόλας νυχτώσει.
Αργεί και εκείνη να γυρίσει. Δεν με ενημερώνουν και έχω τόσες δουλειές να φροντίσω. Το νοίκι, την επισκευή του λαμπατέρ, να δω τι θα γίνει με τις ελιές στο χωριό. Αγχώνομαι. Πρέπει να ετοιμάσω την βαλίτσα μου για άμεση αναχώρηση
Πιθανόν αυτά τα έπιπλα απλώς μοιάζουν στα άλλα που είχαμε. Δεν αλλάζει το γούστο του ανθρώπου. Ενδεχομένως τα κανονίσανε να μοιάζουν για να νιώθω πιο άνετα όσο λείπει η γυναίκα μου. Ελπίζω να μην αργήσει να γυρίσει. Ρωτάω τον κοντοκουρεμένο νεαρό μήπως έχει κάποια πληροφόρηση. Μου λέει πως όλα πάνε καλά και «το γκυρία Γιωάννα θα γκυρίσει σύντομα». Σκέφτομαι μήπως με κοροϊδεύει, αλλά δεν λέω τίποτα. Αποφασίζω να βρω ευκαιρία να ρωτήσω τον γιο μου ιδιαιτέρως. Ίσως στην επόμενη επίσκεψή του.
Αργεί και εκείνη να γυρίσει. Δεν με ενημερώνουν και έχω τόσες δουλειές να φροντίσω. Το νοίκι, την επισκευή του λαμπατέρ, να δω τι θα γίνει με τις ελιές στο χωριό. Αγχώνομαι. Πρέπει να ετοιμάσω την βαλίτσα μου για άμεση αναχώρηση, προσπαθώ να σηκωθώ αλλά με συγκρατεί ο κοντοκουρεμένος νεαρός. Κοιτάζω το λαμπατέρ και αναστενάζω.
Χωρίς προειδοποίηση έρχεται η εικόνα της. Αυτής της γυναίκας, που μοιάζει με την γυναίκα μου γερασμένη αλλά, κάπως παράδοξα, θυμίζει και τη μακαρίτισσα τη μάνα μου. Περπατά άσχημα, κινείται σαν τραμπάλα. Γλιστράει χωρίς ιδιαίτερο λόγο και προσπαθεί να κρατηθεί πρόχειρα καθώς καταρρέει. Παίρνει μαζί τραπεζάκι και λαμπατέρ και γκρεμίζεται στο πάτωμα με θόρυβο. Στριγγλίζει απότομα από τον πόνο. Το δωμάτιο γεμίζει σκοτάδι αιφνιδιαστικά. Κλαίω.
Την άκουγα να βογκάει μέσα στη νύχτα. Δεν μπορούσα να σηκωθώ να βοηθήσω, το κρεβάτι μου έχει πια κάγκελα. Την άκουγα όμως, για ώρες ίσως, και έκλαιγα, όπως κλαίω τώρα. Αργότερα, σύρθηκε μόνη της μέχρι το υπνοδωμάτιο και γκρέμισε το κομοδίνο, αυτό με το τηλέφωνο πάνω. Λες και ήθελε να γκρεμίσει σιγά σιγά όλο αυτό το άγνωστο διαμέρισμα. Έπειτα, φώτα ανάψαν αναπάντεχα και ο γιος μου μπήκε φουριόζος. Και πιο μετά ήρθαν άγνωστοι, ντυμένοι με άσπρες ποδιές, σαν βλοσυροί κρεοπώλες. Σήκωσαν την γυναίκα και την πήραν κι από τότε έχω να την δω. Οπότε, κλαίω.
Κοιτάζω το λαμπατέρ που του λείπουν λάμπα και καπέλο. Θέλω να τον πιστέψω, αλλά αν δεν διορθωθεί το λαμπατέρ πώς θα διορθωθούν τα άλλα; Πώς θα γίνουν όλα σωστά και γνώριμα;
Ο γιος μου με χαϊδεύει στα μαλλιά. Με κοιτάζει ανήσυχος και ρωτά τι συμβαίνει. Μου λείπει ο αδελφός μου και μου λείπει και η μάνα μου και πιο πολύ μου λείπει η Γιαννούλα μου που ίσως έχει πάει σπίτι μας και με περιμένει εκεί, στο αληθινό μας σπίτι. Είμαι μοναχός μου. Του τα λέω όλα αυτά, αλλά οι λέξεις στριμώχνονται στο στόμα μου και βγαίνουν μπερδεμένες.
Εκείνος όμως καταλαβαίνει. Πάντα ήταν παιδί με κατανόηση. Μου μιλά με τη φωνή που του μιλούσα όταν έβλεπε εφιάλτες. Πάει καλύτερα η μάνα, λέει, οι γιατροί είναι ευχαριστημένοι και αύριο, το πολύ μεθαύριο, θα γυρίσει σπίτι, λέει. Θα δω, όλα θα πάνε καλά, όλα θα διορθωθούνε.
Κοιτάζω το λαμπατέρ που του λείπουν λάμπα και καπέλο. Θέλω να τον πιστέψω, αλλά αν δεν διορθωθεί το λαμπατέρ πώς θα διορθωθούν τα άλλα; Πώς θα γίνουν όλα σωστά και γνώριμα; Παίρνω βαθιά ανάσα και προσπαθώ να συγκεντρωθώ. Ηρεμώ κάπως. Σταματώ την συζήτηση και περιεργάζομαι τον χώρο. Έχει πολύ ενδιαφέρον.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γρηγόρης Αλεξόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και ζει με την οικογένειά του. Σπούδασε χημικός μηχανικός και έκανε μεταπτυχιακό στην διοίκηση επιχειρήσεων. Εργάζεται στην υλοποίηση συστημάτων πληροφορικής και στην διαχείριση δημοσίων έργων.

Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα έντυπα. Παρακολουθεί μαθήματα δημιουργικής γραφής.
ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική και εκφραστική επιμέλεια.






















