
«Πειράζοντας» λίγο το περίφημο «Je est un autre» [«Εγώ είναι ένας άλλος»] του Αρτίρ Ρεμπό, λέμε: «Εγώ είναι ένα άλλ@». Ζητήσαμε από σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς ιστορίες σχετικά με το φύλο και τη σεξουαλικότητα, ιστορίες ισότητας και αποδοχής, δεύτερων και τρίτων ευκαιριών στην αγάπη, αλλά και ιστορίες για τη στοχοποίηση του διαφορετικού ή της ελεύθερης έκφρασης. Σήμερα το διήγημα της Στέργιας Κάββαλου.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Σπούδαζε θέατρο. Όχι για να δουλέψει ως ηθοποιός. Η δουλειά ήταν έτοιμη, εκείνη της μαμάς του. Επιχείρηση κερδοφόρα, σίγουρη και με έξτρα μπόνους ταξιδάκια στην Ιταλία. Καλή ζωή. Στη σχολή τον γνώρισα. Αυτό το κάτι που οδηγεί στις δραματικές σχολές όλους εμάς που δεν φανταζόμαστε τον εαυτό μας σε καμία θεατρική σκηνή, είναι ένα μυστήριο σχεδόν άλυτο για τους τρίτους. Τον άφησε να κάνει το κομμάτι του. Χρήματα υπήρχαν.
Τα μαλλιά του ήταν ήδη ανοιχτά αλλά τη μέρα που τα έκανε πλατινέ όλοι συμφωνήσαμε ότι ταίριαζαν πολύ περισσότερο με τα γαλανά του μάτια. Μάτια σπασμένος καθρέφτης, σκουλαρικάκι στο αυτί, χαλαρό τζινάκι, ακριβά αθλητικά και μια φωνή κάπως παιδική για τα είκοσι δύο του χρόνια.
Για σχέσεις δεν έλεγε κάτι, δεν συμφωνούσε ούτε διαφωνούσε μαζί μας, ερχόταν μετά στον καφέ ή στο ποτό σιωπηλός με μια λύπη που γρήγορα καταλάβαμε ότι θα αργούσε να φύγει από το πρόσωπό του. Ήταν τόσο λευκό και τόσο καθαρό που έμοιαζε παράταιρο να είναι φορτωμένο με τόση σκοτεινιά.
Μια μέρα στο μάθημα του αυτοσχεδιασμού το θέμα ήταν το φως. Είχα πολύ άγχος αλλά αφού κατέβηκε ο Ι. από τη σκηνή βεβαιώθηκα ότι το δικό του ήταν πολύ μεγαλύτερο. Είχε μεταμορφωθεί σε Ευρυδίκη. Έτσι ήθελε να τον λένε, να τον λέμε όλοι. Έκανε ότι χτενίζει τα αόρατα μακριά του μαλλιά, περπατούσε πάνω σε γόβες, φαινόταν ευτυχισμένος, ευτυχισμένη. Ο μικρός του μονόλογος και η μεγάλη του μεταμόρφωση από Ορφέας σε Ευρυδίκη ήταν μια πράξη αγάπης όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά για όλους τους παρόντες.
Στη σχολή δεν ξαναήρθε αφού η μητέρα σταμάτησε να χρηματοδοτεί το καπρίτσιο αρνούμενη να δεχτεί ότι αντί για γιο είχε κάνει κόρη. Είχε μαζέψει μερικά λεφτά και έφυγε για Λονδίνο. Έμεινε αρχικά σε σπίτι φίλου, μετά βρήκε δουλειά σε club, στις φωτογραφίες γελούσε, χόρευε, φορούσε φανταχτερά ρούχα που δεν ξέρω να πω αν ήταν γυναικεία ή αντρικά. Ήταν αυτά που του πήγαιναν. Τηλέφωνα δεν μας πήρε, μηνύματα δεν μας έστειλε ποτέ. Τα βλέπαμε όλα από το Facebook. Και αυτό μέχρι που άλλαξε και στα χαρτιά το όνομά του. Έσβησε το παλιό του προφίλ, ήταν προφανές πως ό,τι είχε σχέση με την παλιά του ζωή, δεν τον αφορούσε πια.
Πρέπει να ξαναγύρισε γιατί άρχισα να τον βλέπω στην τηλεόραση σε εκπομπές που όσο ήξερα τον Ι. θεωρούσα απίθανο να πάει. Όμως ο Ι. δεν υπήρχε πια. Κι εγώ τελικά δεν τον ήξερα. Τα μαλλιά της Ευρυδίκης ήταν αληθινά μακριά, φορούσε φούστες ή φορεματάκια, ψηλά τακούνια, κοσμήματα και μακιγιάζ. Μιλούσε για ορατότητα και καταπίεση, για υποκρισία και αυθεντική ζωή, για αποδοχή και ελληνική οικογένεια. Ήθελε να τη δούμε και ω, τη βλέπαμε. Έστω και στην trash TV.
Λυπήθηκα που δεν θα μάθαινα τα πιο προσωπικά της νέα όμως λίγη σημασία είχε αφού πλέον ήταν καλά. Τώρα όποτε σκέφτομαι ή ακούω τη λέξη φως το μυαλό μου πάει στην ντελικάτη κίνηση με την οποία χτένιζε τα αόρατα μαλλιά της και στο γαλήνιο χαμόγελό της κι έτσι ξέρω ότι συνώνυμο του φωτός είναι μόνο η αλήθεια.
*Η ΣΤΕΡΓΙΑ ΚΑΒΒΑΛΟΥ είναι πεζογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων και μεταφράστρια. Τελευταίο βιβλίο της, «Ροζ ελέφαντας στο δωμάτιο» (εκδ. Ελληνοεκδοτική).






















