baladeur

Όταν ο Ηλίας έπιασε την Εθνική με το μικρό του Σκόντα, ο απογευματινός ουρανός πάνω απ’ το κεφάλι του ήταν γεμάτος σύννεφα. Δυο ώρες μετά, ο ήλιος είχε πια δύσει, η βενζίνη κόντευε να εξαντληθεί και το πρόσωπό του πονούσε, στο μέτωπο και κάτω από τα μάτια.

Του Σόλωνα Παπαγεωργίου

Στάθμευσε σε ένα εικοσιτετράωρο πρατήριο. Είχε ένα μεγάλο, φωτεινό στέγαστρο πάνω από τις αντλίες, που θύμιζε ιπτάμενο δίσκο. Ο Ηλίας γέμισε το ντεπόζιτο, πλήρωσε με μετρητά και ξαναβγήκε στο δρόμο. Όμως τα χέρια του εξακολουθούσαν να τρέμουν στο τιμόνι. Κοίταξε το αρωματικό δεντράκι που κρεμόταν απ’ τον καθρέφτη να πηγαίνει πέρα-δώθε, να χτυπιέται σα τρελό στις λακκούβες και φρέναρε απότομα. Το δεντράκι τραντάχτηκε κι έπειτα σταμάτησε. Αφουγκράστηκε την ησυχία. Βρισκόταν μονάχος στη δεξιά λωρίδα, ανάμεσα στα οργωμένα χωράφια και στα εργοτάξια. Με την άκρη του ματιού του έπιασε μια κίνηση, κάτι τετράποδο να σαλεύει πλάι στους στύλους της ΔΕΗ. Ίσως να είναι αλεπού, σκέφτηκε, ή ένας εξωφρενικά μεγάλος ποντικός του αγρού. Ή ο βασιλιάς των τρωκτικών, με τα εφτά του στέμματα.

Λίγα μέτρα πιο κάτω, στάθμευσε στο εστιατόριο «Νικ». Βγήκε από το Σκόντα, ο χώρος του πάρκινγκ είχε μια χούφτα οχήματα, υπήρχαν πολλές άδειες θέσεις. Ένα ζευγάρι με το αγοράκι τους βγήκε από την κεντρική γυάλινη πόρτα. Με τα μικρά του δάκτυλα, το αγόρι πίεζε ένα σάντουιτς στο στόμα του. Είχε κόκκινα, λερωμένα χείλη κι έμοιαζε αγουροξυπνημένο.

Μπαίνοντας μέσα, μια θολούρα χτύπησε το κεφάλι του. Αισθάνθηκε την μπλε φλέβα στο μέτωπό του να πάλλεται ζεστή. Αισθάνθηκε λες και χιλιάδες μικροσκοπικά χέρια σκαρφάλωναν στον κόρφο του, στο στήθος, στη πλάτη, προς τα πάνω, θέλοντας να πιάσουν το λαιμό του. Ασυναίσθητα έφερε το δικό του χέρι, το δεξί, στο καρπό του αριστερού για να ελέγξει το σφυγμό του. Είδε τον ατμό από τα φαγητά να θολώνει ένα τζάμι στο βάθος. Χωρίς να ξέρει γιατί, άρχισε να χαζεύει τα αναρίθμητα περιοδικά με σουντόκου και σκανδιναβικά και τις κίτρινες φυλλάδες στα αναδιπλούμενα σταντ με τις εφημερίδες. Ξεφύλλισε στα γρήγορα ένα από αυτά, είδε στα κλεφτά φράσεις όπως: «κορμοράνος, αλλιώς» και «γεννήθηκε στη Κάλυμνο» κι έπειτα το επέστρεψε στη θέση του.

Μια ηλικιωμένη που φορούσε σκουφάκι με δίκτυ τον περίμενε στη θερμαινόμενη βιτρίνα με τα έτοιμα φαγητά. Κράδαινε μια μακριά κουτάλα. Όλα έμοιαζαν πλαστικά. Παρήγγειλε κάτι που θύμιζε μπιφτέκια με πατάτες φούρνου. Η γυναίκα τα έπιασε με την κουτάλα της.

Κάθισε σε μια άκρη. Η πλάτη του είχε ιδρώσει. Μικρές σταγόνες έβαφαν την μπλούζα του, απ’ το εσωτερικό της. Οι ανεμιστήρες στις γωνίες ήταν προσαρμοσμένοι τόσο ψηλά που δεν δρόσιζαν κανέναν. Στο μυαλό του Ηλία ήρθε το καναρίνι που είχαν με τη Θάλεια. Κρόκο το ΄χαν βαφτίσει, είχε ζήσει μαζί τους τέσσερα ευτυχισμένα χρόνια κι ένα καλοκαίρι σαν κι αυτό είχε σκάσει από τη ζέστη.

Πίεσε με τα δόντια του πιρουνιού τον σκληρό κιμά της επιφάνειας. Κατάπιε την πρώτη μπουκιά. Του θύμιζε το φαγητό απ’ το νοσοκομείο, από κάθε άποψη, γεύση κι εμφάνιση.

Ο Ηλίας ένιωσε τον ιδρώτα να κυλάει πιο πηχτός, να κολλάει στις τρίχες της ράχης του και να μένει εκεί, σαν κρούστα. Της έγνευσε για να την ευχαριστήσει κι εκείνη χαμογέλασε.

Ένα κορίτσι -θα ‘ταν δε θα ‘ταν εικοσιπέντε-, το οποίο προηγουμένως κάπνιζε μόνο του έξω, δίπλα στα καρτοτηλέφωνα, μπήκε στο «Νικ». Είχε κυματιστά μαύρα μαλλιά και πεταχτά οπίσθια. Η μικρή κοίταξε τον μοναχικό γέρο που καθόταν στην απέναντι γωνία του εστιατορίου. Μετά στράφηκε προς το μέρος του Ηλία, ο οποίος ενστικτωδώς, κατέβασε το βλέμμα στο τραπεζομάντηλο. Δεν τη κοιτούσε πλέον, αλλά μπορούσε να νιώσει τα μάτια της να τον επεξεργάζονται από απόσταση. Η μικρή παρέμεινε σα στήλη άλατος για λίγο. Έπειτα, πήγε στην επιτραπέζια βιτρίνα, διάλεξε μια κανάτα με νερό και πλησίασε, έπιασε το ποτήρι του Ηλία και το γέμισε. Δεν φορούσε τη ποδιά του προσωπικού, ούτε είχε καρτελάκι με το όνομά της στο μπούστο. Είχε λευκά, αδύνατα χέρια και μακριά νύχια, δίχως μανό. Ο Ηλίας ένιωσε τον ιδρώτα να κυλάει πιο πηχτός, να κολλάει στις τρίχες της ράχης του και να μένει εκεί, σαν κρούστα. Της έγνευσε για να την ευχαριστήσει κι εκείνη χαμογέλασε.

«Στη Θήβα πας;»

Ο Ηλίας σήκωσε τους ώμους του. Το κορίτσι έσφιξε τη κανάτα ανάμεσα στα στήθη του, φαινόταν μπερδεμένο. Τον ζύγιαζε καθώς συνέχισε να χαμογελά, καθιστός. Έφερε τη καρέκλα του προς τα μπρος, προσπάθησε να σκεφτεί κάτι να πει, οτιδήποτε. Μα εκείνη γύρισε απ’ την άλλη, άφησε τη κανάτα εκεί όπου την είχε πρωτοβρεί και τράβηξε προς τα βεσέ.

Ο ανεμιστήρας στη διπλανή γωνία σταμάτησε να βουίζει. Ο Ηλίας έστριψε το λαιμό του προς τα ακίνητα πτερύγια κι ένιωσε τα μάτια του να φουσκώνουν, τους βολβούς να ετοιμάζονται να πεταχτούν έξω από τα βλέφαρά του, κάνοντας ένα «ποπ!», όπως στα καρτούν. Για λίγο, θέλησε να πεταχτεί προς τις τουαλέτες και να βρει τη μικρή. Μόνο τότε συνειδητοποίησε πως έπιανε τις άκρες του τραπεζιού τόσο σφιχτά που θα μπορούσε κάλλιστα, με μια απλή κίνηση, να το σηκώσει στον αέρα κι έπειτα, με ακόμη μία, να το πετάξει μακριά.

Η κοπέλα επέστρεψε λίγο μετά με μια τσάντα περασμένη στον ώμο. Πλέον φορούσε ένα γκρι τοπ τιραντάκι και ένα τζιν σορτσάκι.

«Στη Θήβα δε πας, είπαμε;»

Η κρούστα στη πλάτη του Ηλία σκλήρυνε. Απάντησε, «ναι» κι η μικρή ρώτησε, «μπορείς να με πάρεις κι εμένα τότε; Κανονικά έρχεται ο θείος μου, ο Τάσος, να με μαζέψει, μα τώρα έχει φύγει για διακοπές και δεν έχω πώς να γυρίσω. Μπορείς; Ευχαριστώ!»

Μηχανικά, ο Ηλίας παραμέρισε το πιάτο με το πλαστικό μπιφτέκι κι έπιασε το δρόμο προς το Σκόντα, με τη μικρή να ακολουθεί κατά πόδας. Θέλησε να δει τον εαυτό του στο καθρέπτη, ένιωθε τους ώμους του ισχνούς και το κεφάλι ασήκωτο· άραγε, η αντανάκλασή του θα έμοιαζε με καρικατούρα, μινιατούρα μπαμπλ χεντ ή με φρικιό στο τσίρκο; Μέσα στο καύσωνα, η λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ πραγματικότητας κι ονείρου γινόταν όλο και πιο θολή. «Πώς σε λένε; Ηλίας, ωραίο όνομα. Εμένα με λένε Έλλη».

Το Σκόντα βγήκε στην Εθνική. Ο βραδινός ουρανός είχε μονάχα ένα αστέρι, τα τριζόνια έπαιζαν στους θάμνους. Ένα μυγάκι είχε παγιδευτεί στο εσωτερικό του αυτοκινήτου, βάλθηκε να κάνει βόλτες γύρω από τα μπροστινά φώτα, γύρω από το αρωματικό ελατάκι, που ‘χε αρχίσει πάλι να χορεύει σε κύκλους. Η κρούστα του Ηλία έγινε ακόμα πιο σκληρή. Η μικρή κάθισε στη θέση του συνοδηγού, έπειτα δεν έβγαλε άχνα, έμεινε να κοιτάζει τα φώτα που τρεμόπαιζαν στο βάθος μακριά. Ο Ηλίας άνοιξε το ραδιόφωνο για να χαλάσει τη σιωπή με μουσική, έβαλε ένα γνωστό σταθμό, έπαιζαν ένα τραγούδι που άρεσε στη γυναίκα του.

Το Σκόντα άφηνε πίσω του οργωμένα χωράφια. Στην άκρη κάθε χωραφιού, λίγο πριν η σκαμμένη γη συναντήσει την άσφαλτο του δρόμου, ξεπηδούσαν μαργαρίτες κι άλλοι θάμνοι. Πού και πού, εμφανιζόταν κάποιο εκτροφείο ή κάνα εργοστάσιο πλαστικών σωλήνων. Και μια δομή φιλοξενίας προσφύγων, γεμάτη άσπρα σπιτάκια που στο σχήμα θύμιζαν κουτιά για παπούτσια, με θερμοσίφωνες στις στέγες. Η μικρή έβγαλε τα αθλητικά της, τα άφησε στο πατάκι και τέντωσε τα κουρασμένα, λευκά της πόδια. Έπειτα τα άπλωσε στο ταμπλό, αγγίζοντας το παρμπρίζ με τα δάκτυλα. Ο Ηλίας έριξε μια ματιά στα πέλματά της, φορούσε βυσσινί κάλτσες με μαύρες ρίγες. Ασυναίσθητα, φαντάστηκε τους από αερόσακους να ανοίγουν. Το κορίτσι χασμουρήθηκε.

Μετά ρώτησε: «Λοιπόν, τι κάνεις με τη ζωή σου;»

«Τίποτα».

«Όλοι κάνουν κάτι με τη ζωή τους.»

«Είμαι γιατρός σε νοσοκομείο. Στην Αθήνα.»

«Τι γιατρός είσαι, δηλαδή;»

«Ενδοκρινολόγος».

«Α, για τις ορμόνες δηλαδή! Όταν ήμουν κοριτσάκι, στο δημοτικό, η μαμά μου με πήγε να με δει ένας ενδοκρινολόγος, επειδή ήμουν πολύ μικροσκοπική. Τόση ήμουν!» είπε η Έλλη κι έφερε το δείκτη και το μεγάλο της δάκτυλο σε απόσταση μερικών χιλιοστών, σχηματίζοντας ένα ημιτελές «όκει».

Σιγά-σιγά, εμφανίστηκαν τα πρώτα οικοδομικά τετράγωνα, ψητοπωλεία, κιόσκια και τράπεζες. Πλατείες με φοίνικες, στενά με πικροδάφνες και γιαπιά με κολώνες και σίδερα να προεξέχουν. Έπειτα η Καδμεία, η αρχαία ακρόπολη, και τα σπίτια – των μόνιμων κατοίκων και των παραθεριστών. Δεν υπήρχε ψυχή στους δρόμους.

Τελικά σταμάτησαν σε μια γειτονιά μακριά απ’ το κέντρο, δίπλα σ’ ένα πάρκο με ψηλά δέντρα. Από την τσέπη της η Έλλη εμφάνισε ένα ζευγάρι κλειδιά, κρεμασμένα σε ένα μπρελόκ ασημί ελεφαντάκι. Παραμέρισε την αυλόπορτα μιας μονοκατοικίας με κήπο. «Αυτό είναι το σπίτι του θείου Τάσου. Κανονικά η μαμά δε μου επιτρέπει να έρχομαι εδώ. Για την ακρίβεια, έχουν τσακωθεί με τον Τάσο και δε πολυμιλάνε. Δεν την αδικώ, είναι λίγο τρελούλης ο Τάσος. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, βέβαια, λείπει από τη πόλη – έχει πάει διακοπές. Πήγε να βρει μια φίλη του, Αγγλίδα, η οποία ταξιδεύει το κόσμο με το τροχόσπιτό της και δε στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο, μα τα διδάσκει η ίδια. Στο τροχόσπιτο. Πέρνα μέσα».

Το σαλόνι του σπιτιού είχε στο κέντρο ένα σομόν καναπέ με συνθετική δερμάτινη επένδυση. Παρέπεμπε σε καναπέ αναμονής οδοντιατρείου. Δίπλα του πολυθρόνες, σκαμνάκια, ένα τραπεζάκι με δυο βρώμικα σταχτοδοχεία και κορνιζαρισμένες φωτογραφίες. Σε μία από αυτές, ένας άνδρας με μαλλιά όλο μπούκλες κρατούσε αγκαλιά μια κόκκινη γυναίκα –κόκκινα μαλλιά, μπούκλες, κόκκινο καλοκαιρινό φόρεμα– έξω απ’ το τροχόσπιτό της, σε κάποια παραλία. Στη πόρτα του τροχόσπιτου υπήρχε ένα έξτρα-λαρτζ αυτοκόλλητο: ένας ήρωας-γάτα από κάποια παλιά σειρά κινουμένων σχεδίων. Μαζί τους βρίσκονταν δυο αγόρια που φορούσαν κοντομάνικα ζακετάκια.

Η Έλλη πήρε τα τασάκια να τα αδειάσει στη κουζίνα κι ο Ηλίας μετακινήθηκε στην άκρη του δωματίου, στήριξε τις γροθιές του στο γραφείο του Τάσου κι έκανε χάζι τα ψαλίδια, τις χαρτοταινίες, τα κολάζ, τις ακουαρέλες, τις γυμνές γυναίκες και τα σκυλάκια που είχαν στην αγκαλιά τους. Ένιωθε τη πλάτη του γεμάτη κρούστα, το αίμα του να πήζει. Δεν ήθελε να επιστρέψει στην Αθήνα. 

Έπειτα οι δυο τους πήγαν στη κρεβατοκάμαρα. Το συρόμενο παράθυρο ήταν κλειστό. Έξω, οι κούνιες, οι τσουλήθρες κι ο σιδερένιος μύλος της πλατείας στέκονταν ακίνητα ανάμεσα στα κυπαρίσσια και τα ευώνυμα. Τα τριζόνια έπαιζαν. Εκείνη ξάπλωσε, στηρίχθηκε με την πλάτη στο κεφαλάρι και σταύρωσε τα πόδια της. Ο Ηλίας ψαχούλευε στη βιβλιοθήκη, όταν η Έλλη τον ρώτησε: «Τον βλέπεις αυτόν τον καθρέφτη στη γωνία;» Κάθισε οκλαδόν, όπως έκανε κι ο ίδιος μικρός, όταν έπαιζε τον ινδιάνο.

Δίπλα απ’ τις ντουλάπες στεκόταν ένας ολόσωμος καθρέπτης. Όμως, κάτι πήγαινε στραβά. Το τζάμι του έμοιαζε λες κι αποτελούταν από πολλά διαφορετικά, παχιά κομμάτια γυαλιού που είχαν συγκολληθεί μαζί. Ο Ηλίας άγγιξε το γυαλί. Πίσω του, η Έλλη κάπνιζε κι έπαιζε με το τιραντάκι της.

Να τι πήγαινε στραβά με το καθρέπτη: έδειχνε τα πάντα παραμορφωμένα, διπλωμένα. Το είδωλο του Ηλία φαινόταν τσαλακωμένο σα φάκελος. Τα δέντρα της πλατείας έμοιαζαν με δέντρα, μα ήταν κι αυτά τσακισμένα προς τα κάτω. Ο κόσμος του καθρέπτη ήταν παράταιρος. Ο Ηλίας έβλεπε τον εαυτό του απέναντί του. Σήκωσε το χέρι του κι έσφιξε τη παλάμη του σε γροθιά, η αντανάκλασή του τον μιμήθηκε.

Το κορίτσι είχε τελειώσει με το τσιγάρο της, πλέον εξέταζε τη μικρή μελανιά στο λιπαρό δεξή της μηρό. Πλησίασε κοντά της, έτριψε τη μελανιά με τα ακροδάχτυλά του. Είχε την μπλούζα του υπό μάλης. Το κορίτσι χαμογέλασε. Απέναντί τους, ο καθρέπτης σχημάτιζε μοτίβα.

Μισή ώρα αργότερα, πετάχτηκε όρθιος από το στρώμα, λες κι είχε δει όλους τους εφιάλτες που θα έβλεπε στο υπόλοιπο της ζωής του, προκαταβολικά σ’ εκείνο το κρεβάτι. Αλαφροπατώντας έφτασε στο παράθυρο, κόλλησε το κούτελό του στο τζάμι. Με τα μάτια κλειστά, ο κόσμος τριγύρω έπαυε να υπάρχει. Χρησιμοποιώντας τον αγκώνα του, ο Ηλίας έδωσε μία στο τζάμι. Και συνέχισε, στην αρχή πιο απαλά, μετά έντονα.

«Είσαι τρελός;», ακούστηκε η Έλλη από τα σκεπάσματα. Γύρισε προς το μέρος της, ήταν αναμαλλιασμένη και τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και γουρλωμένα, με τους βολβούς έτοιμους να πεταχτούν. Πριν μισή ώρα, είχε αφαιρέσει το στηθόδεσμό της με τα δόντια του. Εκείνη τον είχε ξαναφορέσει, πριν κοιμηθεί.

«Κάνε λίγη ησυχία επιτέλους», συμπλήρωσε κι αγκάλιασε το μαξιλάρι. Με το πόδι της ψάρεψε το σεντόνι κι επέστρεψε στον ύπνο της.

Γύρισε προς το μέρος της, ήταν αναμαλλιασμένη και τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και γουρλωμένα, με τους βολβούς έτοιμους να πεταχτούν. Πριν μισή ώρα, είχε αφαιρέσει το στηθόδεσμό της με τα δόντια του.

Το ελατάκι άρχισε να τραμπαλίζεται. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω. Ώρες ολόκληρες προτού ξημερώσει κι ο δρόμος παρέμενε σιωπηλός. Ένα έντονο αίσθημα αφυδάτωσης ανάγκασε τον Ηλία να σταματήσει στο «Νικ». Αγόρασε ένα μπουκαλάκι νερό κι έναν καφέ. Ζεστό καφέ – τα παγάκια τούς είχαν τελειώσει, εξήγησε η ηλικιωμένη με τον σκούφο. Τον ήπιε χλιαρό, στα μέσα της διαδρομής.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της επιστροφής προσπάθησε να πιαστεί από κάποια εικόνα. Όλα μες στη νύχτα φάνταζαν άδεια: η παλιά δεξαμενή νερού με την κυκλική σκάλα, η ταμπέλα για διαφημίσεις που σαπίζει ανεκμετάλλευτη, τα δικτυοραφεία. Έκανε μια βόλτα από τους ανενεργούς βιομηχανικούς χώρους της Ελευσίνας, το Κρόνο και το σαπωνοποιείο, έπειτα βούτηξε στα σπλάχνα της Αθήνας. Επιτάχυνε. Άφηνε τα πάντα πίσω του σε κλάσματα δευτερολέπτων, ποτέ του όμως δεν είχε νιώσει περισσότερο αδρανής από κείνη τη στιγμή, σε εκείνη τη ζωή που ζούσε πλέον. Κι όταν άρχισε πάλι να κόβει ταχύτητα και ξέμεινε σε ένα γκρίζο δρόμο γεμάτο κατεβασμένα μεταλλικά ρολά κι άχρωμα στόρια σε δωμάτια δίχως φώτα, τότε ήταν που ένιωσε και τους πνεύμονές του γεμάτους μέταλλο, κομμένο σε αιχμηρά κομμάτια, κάνοντας την κάθε αναπνοή πιο επώδυνη.

Πήρε το χαρτοφύλακά του. Το ασανσέρ χωρούσε δυο άτομα όλο κι όλο. Μια ολόκληρη οικογένεια δε θα χωρούσε εκεί μέσα, το είχε πει χίλιες φορές στη Θάλεια. Ξεκλείδωσε. Τα μάτια του είχαν προσαρμοστεί στο σκοτάδι από τη διαδρομή με το αμάξι, επομένως πορεύτηκε άφοβα στο χολ μέχρι που πάτησε κάτι που έμοιαζε με σφαίρα και ήταν πεσμένο στο πάτωμα και τσούλησε μερικά εκατοστά παρακεί. Το σήκωσε, ήταν μια κουδουνίστρα. Παρδαλή, είχε κι ένα κλόουν πάνω της, ήταν αστεία. Την άφησε στο διπλανό δωμάτιο, μαζί με τα υπόλοιπα παιχνίδια κι εξερχόμενος, έκλεισε καλά τη πόρτα, με την ελπίδα να φυλακίσει μέσα τη μυρωδιά της φρέσκιας μπογιάς.

Η Θάλεια είχε ξαπλώσει. Φορούσε το νυχτικό που της είχε αγοράσει πέρσι το καλοκαίρι. Ο Ηλίας γδύθηκε άτσαλα, μετά βρέθηκε δίπλα της όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Μα εκείνη τον αντιλήφθηκε, ούτως ή άλλως. Το τελευταίο καιρό ξυπνούσε με το παραμικρό, λαγοκοιμόταν δίχως όνειρα. Έτσι του είχε πει. Μέσα στο σκοτάδι, έψαξε για τα χέρια του με τα δικά της. Τα βρήκε στο στήθος του, τα έσφιξε. Του ψιθύρισε: «Νομίζω πως θα τα καταφέρουμε».

Είχε αρχίσει να χαράζει.

Solon PapageorgiouInfo
Ο Σόλων Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1998. Σπουδάζει στη Φαρμακευτική Σχολή Αθηνών. Στον ελεύθερo χρόνο του διαβάζει, γράφει, αρθρογραφεί και δανείζει τη φωνή του σε ένα podcast. Στο ενεργητικό του, έχει μία ταινία μικρού μήκους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική κι εκφραστική επιμέλεια.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Έφτασε στο Παρίσι στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο καιρός ήταν καλός, ο ήλιος έλαμπε αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Με το που κατέβηκε στην αποβάθρα του σταθμού έβγαλε τον χάρτη από τον σάκο της για να προσανατολιστεί.

Της Νατάσας Χολιβάτου

...

Εκεί που ζουν (διήγημα)

Εκεί που ζουν (διήγημα)

Πορτοκαλί, τεράστια, βελουτέ, με ανάγλυφα σχήματα, κρέμεται λοξά από σκοινί απλώματος σε μπαλκόνι τόσο δα, δίπλα σε δύο εργατικά παντελόνια και μια σειρά κάλτσες. Όλα, σχεδόν, ακουμπούν πάνω στο τεράστιο πιάτο δορυφορικής.

Της Λήδας Μιχαλοπούλου

Δεν έχ...

Απέναντι (διήγημα)

Απέναντι (διήγημα)

Τραβώ την κουρτίνα για να δω το μπαλκόνι του γείτονα απέναντι. Το’ χει παραφορτώσει με χριστουγεννιάτικα στολίδια και μοιάζει με παγώνι που ανοίγει τα πολύχρωμα φτερά του για να εντυπωσιάσει το θηλυκό.

Της Μαίρης Μαργαρίτη

Ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα, μα...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Τζορτζ Όργουελ: επτά δεκαετίες από τον θάνατό του – πιο επίκαιρος από ποτέ

Τζορτζ Όργουελ: επτά δεκαετίες από τον θάνατό του – πιο επίκαιρος από ποτέ

Πέθανε, σαν σήμερα, στις 21 Ιανουαρίου 1950 ο Τζορτζ Όργουελ. Ο Βρετανός συγγραφέας, κριτικός και δημοσιογράφος Έρικ Άρθουρ Μπλερ γεννήθηκε το 1903. Έμεινε στην ιστορία για την αιχμηρή κριτική που άσκησε σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό με τα έργα του «Η φάρμα των ζώων» και «1984».

Επιμέλεια: Book P...

Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Για το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Έντεκα συναντήσεις – Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο» (εκδ. Πόλις).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ένα υβριδικό βιβλίο, που δεν είναι δοκίμιο, δεν είναι αυτοβιογραφία, δεν είναι συλλογή συνεντεύξεων, δεν ...

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Έφτασε στο Παρίσι στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο καιρός ήταν καλός, ο ήλιος έλαμπε αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Με το που κατέβηκε στην αποβάθρα του σταθμού έβγαλε τον χάρτη από τον σάκο της για να προσανατολιστεί.

Της Νατάσας Χολιβάτου

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Όψεις τουρισμού, του Αλέξη Χατζηδάκη (προδημοσίευση)

Όψεις τουρισμού, του Αλέξη Χατζηδάκη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Αλέξη Χατζηδάκη «Όψεις τουρισμού – Δεκαοχτώ δοκίμια για την τουριστική ανάπτυξη, τον σχεδιασμό του χώρου και την αρχιτεκτονική», που κυκλοφορεί από τις Cube Art Editions.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Τα φώτα του νότου, της Νίνα Γκεόργκε (προδημοσίευση)

Τα φώτα του νότου, της Νίνα Γκεόργκε (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Nina George «Τα φώτα του νότου» (μτφρ. Όλγα Γκαρτζονίκα), που κυκλοφορεί στις 7 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Ανήσυχα άκρα, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Ανήσυχα άκρα, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος, από τη συλλογή διηγημάτων του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Ανήσυχα άκρα», που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΝΗΣΥΧΩΝ ΑΚΡΩΝ

Έν...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλίο, το καλύτερο δώρο κι αυτές τις Γιορτές

Βιβλίο, το καλύτερο δώρο κι αυτές τις Γιορτές

Η πιο απροσδόκητη χρονιά φτάνει στο τέλος της. Για τους περισσότερους από εμάς δύσκολα φαντάζεται κανείς άλλη χρονιά που να έκρυβε μια τόσο μεγάλη έκπληξη για όλη την ανθρωπότητα. Δοκιμαστήκαμε και δοκιμαζόμαστε ψυχολογικά, συναισθηματικά, ηθικά, μετράμε απώλειες ανθρώπων δικών μας και αγνώστων που τους νιώθουμε όμω...

10+1 βιβλία για μαγικά Χριστούγεννα

10+1 βιβλία για μαγικά Χριστούγεννα

Μια επιλογή δέκα χριστουγεννιάτικων βιβλίων για πολύ μικρά και λίγο μεγαλύτερα παιδιά από τη βιβλιοπαραγωγή του 2020. Πρόκειται για όμορφα βιβλία που μεταφέρουν το πνεύμα των Γιορτών στους μικρούς αναγνώστες με τρυφερές καλογραμμένες ιστορίες. Στις παρακάτω επιλογές, η εικονογράφηση παρουσιάζει ποικιλία και μεγάλο ε...

Τα καλύτερα αστυνομικά του 2020

Τα καλύτερα αστυνομικά του 2020

Επιλογή 21 τίτλων από τα καλύτερα ελληνικά και μεταφρασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2020.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

11 Ιανουαρίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Πέθανε ο αγαπητός σε Ελλάδα και Γαλλία συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης

Σε ηλικία 77 ετών και έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, πέθανε ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, όπως έγινε γνωστό από τον εκδοτικό του οίκο, τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ