Dernishs

Δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα σταλαγμοί.

Επιμέλεια: Book Press

Δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα σταλαγμοί. Ὅμοιοι μὲ τὸ μονότονον βῆμα τοῦ ἀγρύπνου ναύτου φρουροῦ εἰς τὴν κουβέρταν. Πλέει εἰς μαῦρα πέλαγα καὶ βλέπει οὐρανὸν καὶ θάλασσαν ἀγρίως χορεύουσαν, καὶ τυλιγμένος εἰς τὴν καπόταν του διασχίζει ἀκαριαίως τὸ σκότος μὲ τὴν ἐξανάπτουσαν καὶ ὑποσβήνουσαν λαμπυρίδα τοῦ τσιγάρου του.

Οἱ πετεινοὶ δὲν εἶχαν λαλήσει τὸ τρίτον λάλημα. Ἴσως εἶχαν τρομάξει ἀπὸ τὴν βαθεῖαν, θρηνώδη φωνὴν τοῦ σαλεπτσῆ, ὅστις εἶχεν ἀρχίσει τὸ φθινόπωρον, νύκτα βαθιά, νὰ κράζῃ. Ἦτο ὡς κρωγμὸς ἀγνώστου ὀρνέου, τὸ ὁποῖον εἶχε χάσει τὸν ἀέρα του, καὶ εἶχεν ἐνσκήψει μέσα εἰς τὴν πόλιν, κ' ἐζήτει ἁρπάγματα νὰ σπαράξη.

− Ζεστό! Βράζει!…

Ἔβραζεν, ἔβραζε, νύκτα βαθιά. Ζεστὸν τὸ σαλέπι, πολὺ ζεστότερον τὸ στρῶμα. Μόνον ἡ φωνὴ τοῦ σαλεπτσῆ ἐτρόμαζε τοὺς πετεινούς.

Εἶχε βρέξει ὀλίγον, εἶτα ᾐθρίασε. Σταλαγμοί, σταλαγμοὶ ἔπεφταν ἀργὰ−ἀργά, ἀπὸ τὴν ὑδρορρόην ἐντὸς τῆς αὐλῆς.

− Ἔ! καὶ ποῦ, σ' αὐτὸν τὸν κόσμο;

Ἡ ἐπιφώνησις ἠκούσθη εἰς τὸ σκότος ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ σαλεπτσῆ.

Τὸ παράθυρον ἔτριξε, κράκ! ἀπὸ τὸ χαμηλὸν δωμάτιον τὸ βλέπον πρὸς τὸν δρόμον. Ἄνθρωπος προέκυψε τυλιγμένος μὲ σάλι. Ἔτεινε μέγαν κύαθον πρὸς τὸν σαλεπτσήν, ἀλλ' οὗτος ἠργοπόρει.

Ὁ ἄνθρωπος ἔκυψε νὰ ἰδῇ.

Ὑψηλὴ μορφή, μὲ λευκὸν σαρίκι, μὲ μαύρην χλαῖναν καὶ χιτῶνα χρωματιστόν, εἶχε σταθῆ ἐνώπιον τοῦ σαλεπτσῆ.

− Ποῦ, σ' αὐτὸν τὸν κόσμο;

− Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ.

− Ἄσκ ὀλσούν… ὑπεψιθύρισεν ὁ σαλεπτσής.

Δὲν εἶχε γνωρίσει τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἔνδυμα. Κάθε ἄλλος θὰ τὸν ἐξελάμβανεν ὡς φάντασμα. Ἀλλ' αὐτὸς δὲν ἐπτοήθη. Ἦτο ἀπ' ἐκεῖνα τὰ χώματα.

Εἶχεν ἀναφανῆ. Πότε; Πρὸ ἡμερῶν, πρὸ ἑβδομάδων. Πόθεν; Ἀπὸ τὴν Ρούμελην, ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν, ἀπὸ τὴν Σταμπούλ. Πῶς; Ἐκ ποίας ἀφορμῆς; Ποῖος;

Ἦτον Δερβίσης; Ἦτον βεκτασής, χόντζας, ἰμάμης; Ἦτον οὐλεμάς, διαβασμένος; Ὑψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, ἄγριος. Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὸν τσουμπέν του, μὲ τὸν δουλαμάν του.

Ἦτο εἰς εὔνοιαν, εἰς δυσμένειαν; Εἶχεν ἀκμάσει, εἶχεν ἐκπέσει, εἶχεν ἐξορισθῇ; Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ. Αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι σφαῖρα καὶ γυρίζει.

Ἐκείνην τὴν βραδιὰν τὸν εἶχε προσκαλέσει μία παρέα. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ φίλοι ἀχώριστοι. Ἀγαποῦσαν τὴν ζωήν, τὰ νιᾶτα. Ὁ ἕνας ἀπ' αὐτοὺς ἔβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οἱ ἄλλοι ἔτρωγαν.

Ἦτον λοταρτζὴς κ' ἐκέρδιζε δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Τί νὰ τὰς κάμῃ; Τοὺς ἔβαλλε γιουβέτσι καὶ τοὺς ἐφίλευε. Ἦσαν λοτοφάγοι, μὲ ὀμικρὸν καὶ μὲ ὠμέγα.

Ἀγαποῦσαν τὰ τραγούδια, τὰ ὄργανα. Ὁ Δερβίσης δὲν ἔπινε κρασί, ἔπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ἦσαν κι αὐτοί. Τοῦ εἶπαν νὰ τραγουδήσῃ. Ἐτραγούδησε. Τοῦ εἶπαν νὰ παίξῃ τὸ νάϊ. Ἔπαιξε.

Δὲν τοὺς ἤρεσε. Ὤ, αὐτὸς δὲν ἦτον ἀμανές.

Δὲν ἦτον, ὅπως τὸν ἤξευραν αὐτοί. Ἀλλ' ὁ Δερβίσης τοὺς ἔλεγε τὸν καθ' αὑτὸ ἀμανέν.

Ἐπανῆλθεν εἰς τὸ καφενεῖον. Τὸ καφενεῖον ἀντικρὺ τοῦ Θησείου. Ἡ ταβέρνα δίπλα εἰς τὸ καφενεῖον. Καὶ τὰ δύο ἀντικρὺ τοῦ παλαιοῦ σταθμοῦ Α. Π. Παραπέρα ἀπὸ τὸ καφενεῖον, ἡ σῆραγξ ἐσκάπτετο, εἶχε σκαφῆ.

Φθινόπωρον τῆς χρονιᾶς ἐκείνης.

Ὁ Δερβίσης ἐκάθητο ἐκεῖ κ' ἔπινε μαστίχαν, ὅποιος τὸν ἐκερνοῦσε. Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὰ κατσαρὰ ψαρὰ γένεια του, μὲ τὸ τσιμπούκι του. Ἄνω τῶν 50 ἐτῶν ἡλικίας.

Ἐκεῖ διενυκτέρευεν ἀπὸ ἡμερῶν. Ἄστεγος, ἀνέστιος, φερέοικος. Τὸ μικρὸν καφενεῖον εἶχε τὴν ἄδειαν νὰ μένῃ ἀνοικτὸν ὅλην τὴν νύκτα.

Ἤρχοντο ἀπὸ τοὺς τζόγους, ἀπὸ τὰ θέατρα, θαμῶνες. Ἤρχοντο ἀπὸ τὸ λαχανοπάζαρον. Ἔπιναν ρούμι καὶ φασκόμηλον.

Ὁ Δερβίσης ἔπαιζε κάποτε τὸ νάϊ. Ὁ κλήτωρ ὁ ἀστυνομικὸς διεσκέδαζεν. Ἀγαποῦσε ν' ἀκούῃ.

Καλὸς ἄνθρωπος. Πρὸ ἐτῶν, ὅταν πρωτοδιωρίσθη, ἦτον γεμάτος ζῆλον.  Ἅμα εἶδε καυγάν, ἔτρεξεν ἀμέσως νὰ τοὺς χωρίσῃ. Εἷς παλαιὸς συνάδελφός του τὸν ᾤκτειρεν.

− Ὅταν βλέπῃς καυγά, νὰ τρέχῃς ἀπὸ τὸ πλαγινὸ σοκάκι, ν' ἀργοπορῇς, ὥς ποὺ νὰ περάσῃ ἡ φούρια, καὶ τότε νὰ παρουσιάζεσαι.

Καὶ ἄλλην συμβουλὴν τοῦ ἔδωκε:

− Στὸν καυγά, πάντοτε νὰ βλέπῃς ποιὸς εἶναι δυνατώτερος καὶ νὰ φυλάγεσαι. Νὰ μαλώνῃς τὸν πιὸ ἀδύνατον, νὰ τοῦ τραβᾷς κ' ἕνα χαστούκι, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃς τὴν τάξιν. Ἔτσι θὰ βγαίνῃς λάδι.

Καὶ ἀκόμη:

− Κάθε καινούργιος ἀνώτερος ποὺ διορίζεται τὴν πρώτη μέρα εἶναι γεμᾶτος αὐστηρότητα. Τὸ κάνει γιὰ νὰ τοὺς πάρῃ τὸν ἀέρα. Τὴν δεύτερη μέρα κρυώνει, καὶ τὴν τρίτη μέρα παραδίνεται. Ἐσὺ νὰ συμμορφώνεσαι σύμφωνα μὲ τὸν προϊστάμενον, καὶ νὰ παραπανίζῃς μάλιστα, αὐτὲς τὲς τρεῖς μέρες.

Πολύτιμοι ὑποθῆκαι.

Τὰς ἡμέρας ἐκείνας εἶχε διορισθῆ νέος ἀστυνόμος. Διὰ νὰ δείξῃ τὸν ζῆλόν του, διέταξε νὰ κλείσῃ τὸ καφενεῖον, τὴν νύκτα ἐκείνην.

Αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ ἐπέτρεπε πάλιν νὰ μένῃ ἀνοικτόν. Ἀλλ' ἡ νὺξ ἐκείνη εἶχε πέσει εἰς τὸν λαχνόν, ἦτο πεπρωμένη νύξ.

Ὁ καλὸς κλήτωρ, ἐνθυμεῖτο τὰς συμβουλὰς τοῦ συναδέλφου του. Ἀνάγκη νὰ βιάσῃ τὸν καφετζὴν νὰ κλείσῃ. Δὲν ἐπετράπη εἰς τὸν βοηθὸν νὰ μείνῃ ἐντός, διὰ νὰ μὴ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ εἰς ὅσους ἦτο πιθανὸν νὰ ἔλθουν νὰ κρούσωσι τὴν θύραν. Δὲν ἐπετράπη εἰς τὸν Δερβίσην, τὸν ἀνέστιον, τὸν πλάνητα, νὰ μείνῃ, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ἔπαιζε τὸ νάϊ, κ' ἐμάζωνε κόσμον, καὶ δὲν ἄφηνε τοὺς γείτονας νὰ κοιμηθοῦν. Ὁ Δερβίσης μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὸν τσουμπέν του, μὲ τὸν δουλαμάν του, ἐπῆρε τὸ τσιμπούκι του, τὸ νάϊ του, κ' ἔφυγε.

Ποῦ νὰ ὑπάγῃ;

Ἔκαμεν ὀλίγα βήματα ἀσκόπως, πέριξ τοῦ καφενείου. Παρέκει ἦτο ἡ σῆραγξ. Ἐσκάπτετο, ἦτο σκαμμένη. Ἔκαμνε ψύχραν, νυκτερινὸν ἀπόγειον. Μία μετὰ τὰ μεσάνυκτα.

Ὁ κλήτωρ ὁ σκοπὸς περιεφέρετο ὑποκάτω εἰς τὸ κιόσκι, τὸ τσιγκοσκεπές, τῶν ἐκεῖ μαγαζείων.

Ὁ Δερβίσης ὁ πλάνης κατῆλθεν εἰς τὸ βάθος τῆς σήραγγος. Ἴσως ἤλπιζε νὰ εὕρῃ περισσότερον ἀπάγκειο ἐκεῖ.

Ἐκάθισεν, ἀκούμβησεν.

Ἐσκέπτετο τὸ ἄστατον τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Ἄσκ ὀλσοὺν τσιβιρινέκ. Χαρὰ σ' ἐκεῖνον ποὺ ξέρει νὰ τὸν γυρίζῃ, τὸν κόσμον αὐτόν.

Παρῆλθεν ὥρα. Ὁ κλήτωρ, ὅστις ἐπεριπάτει ἐκεῖ τριγύρω, ἐσκέπτετο τί νὰ εἶχε γίνει ὁ Δερβίσης, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἰδεῖ νὰ καταβαίνῃ εἰς τὴν σήραγγα. Ποῦ νὰ εἶναι;

Εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν τὴν ἄφωνον ἀπήντησε φωνή, ἦχος, μέλος γλυκύ.

Ὁ ξένος μουσουλμάνος εἶχε παγώσει ἐκεῖ ὅπου ἐκαθῆτο κ' ἐνύσταζε. Διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἔβγαλε τὸ νάϊ του καὶ ἤρχισε νὰ παίζῃ τὸν τυχόντα ἦχον, ὅστις τοῦ ἦλθε κατ' ἐπιφορὰν εἰς τὴν μνήμην.

Νάϊ, νάϊ, γλυκύ.

Νάζι − κατὰ ἓν ζῆτα ἐλαττοῦται. Αὔρα, οὐρανός, ᾆσμα γλυκερόν, μελιχρόν, ἁβρόν, μεθυστικόν.

Νάϊ, νάϊ. Κατὰ δύο κοκκίδας, διαφέρει διὰ νὰ εἶναι τὸ Ναί, ὁποὺ εἶπεν ὁ Χριστός.

Τὸ Ναὶ τὸ ἥμερον, τὸ ταπεινόν, τὸ πρᾷον, τὸ Ναὶ τὸ φιλάνθρωπον.

Κάτω εἰς τὸ βάθος, εἰς τὸν λάκκον, εἰς τὸ βάραθρον, ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ρεῦμα, φωνὴ ἐκ βαθέως ἀναβαίνουσα, ὡς μύρον, ὡς ἄχνη, ὡς ἀτμός, θρῆνος, πάθος, μελῳδία, ἀνερχομένη ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς, αἰρομένη μετάρσιος, πραεῖα, μειλιχία, ἄδολος, ψίθυρος, λιγεῖα, ἀναρριχωμένη εἰς τὰς ριπάς, χορδίζουσα τοὺς ἀέρας, χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον, παιδική, ἄκακος, ἑλισσομένη, φωνὴ παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου, λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος.

Τὰ βαρέα τείχη καὶ οἱ ὀγκώδεις κίονες τοῦ Θησείου, ἡ στέγη ἡ μεγαλοβριθής, δὲν ἐξεπλάγησαν πρὸς τὴν φωνήν, πρὸς τὸ μέλος ἐκεῖνο. Τὴν ἐνθυμοῦντο, τὴν ἀνεγνώριζον. Καὶ ἄλλοτε τὴν εἶχον ἀκούσει. Καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας καὶ εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς.

Ἡ μουσικὴ ἐκείνη δὲν ἦτο τόσον βάρβαρος, ὅσον ὑποτίθεται ὅτι εἶναι τὰ ἀσιατικὰ φῦλα. Εἶχε στενὴν συγγένειαν μὲ τὰς ἀρχαίας ἁρμονίας, τὰς φρυγιστὶ καὶ λυδιστί.

Ἔφυγαν αἱ βαθεῖα ὧραι, καὶ νὺξ ἦτο ἀκόμη, πεπρωμένη νύξ.

Ἀκόμη ἥπλωνεν αὕτη τὰ σκότη της, καὶ ὁ σαλεπτσὴς ἔκρωζε διὰ νὰ πωλήσῃ τὸ ἐμπόρευμά του, καὶ οἱ πετεινοὶ ἐζάρωναν εἰς τὸν ὀρνιθῶνα. Τὸ μικρὸν παράθυρον ἔτριζε, καὶ ὁ σαλεπτσὴς ἐξηκολούθει τουρκιστὶ τὸν διάλογόν του μὲ τὸν Δερβίσην, τὸν ἄστεγον, τὸν ὑπερόριον.

Πρὸ ὥρας ἤδη εἶχε σιγήσει τὸ ᾆσμα τὸ μυστηριῶδες καὶ μελιχρόν, τὸ νάϊ εἶχε πέσει ἀπὸ τὴν χεῖρα. Ὁ οὐρανός, συννεφώδης, εἶχεν ἀρχίσει νὰ βρέχῃ, ἔβρεξεν ἐπ' ὀλίγα λεπτά, εἶτα ἔπαυσεν. Ὁ κλήτωρ εἶχε γίνει ἄφαντος. Αἱμωδιασμένος, βρεγμένος, κρυωμένος, ὁ Δερβίσης ἀνέβη εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον.

Ἐπῆρεν ἕνα δρομίσκον, κατέμπροσθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων. Δρομίσκον τὸν ὁποῖον ἡ σεβαστὴ ἐπιτροπὴ εἶχεν ὀνοματίσει, δηλαδὴ εἶχε γράψει ἐπὶ πινακίδος ὅτι εἶναι ὁδὸς Λεπενιώτου.

Ὁ ἴδιος ὁ Λεπενιώτης ὁ λεοντόκαρδος, ὅσον καὶ ἂν ἔτρεφε φιλέκδικον πάθος διὰ τὸν φόνον τοῦ μεγάλου ἥρωος, τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀνίσως τὸ πνεῦμά του περιεφοίτα ἐκεῖ, καὶ ἠδύνατο νὰ ἴδῃ τὸν ἄμοιρον Δερβίσην, διωγμένον, ἐξωρισμένον, ἀνέστιον, ριγοῦντα ἀνὰ τὴν στενωπόν, ἕρποντα ἀναμέσον δύο σειρῶν παλαιῶν οἰκίσκων, θὰ τὸν ἐσπλαγχνίζετο.

Καὶ ὁ σαλεπτσὴς τὸν ἐλυπήθη, καὶ ἀντὶ πενταλέπτου τοῦ ἔδωκε νὰ πίῃ σαλέπι διπλοῦν, μισὸ κουλούρι νὰ βουτήξῃ, καὶ ἄφησε τὸν γείτονα μὲ τὸ σάλι, τὸν σηκωθέντα πρὸ μικροῦ ἀπὸ τὴν ζεστὴν κλίνην, νὰ κρυώνῃ περιμένων εἰς τὸ μικρὸν παράθυρον.

− Ἔλα, σαλεπτσή, ποὺ νὰ πάρῃ…

− Μποὺ ντουνιά…

Τὴν πρωίαν ἐκείνην ἔπιεν ὁ Δερβίσης σαλέπι, ἔφαγε καὶ κουλούρι. Ὅλην τὴν ἡμέραν τὸν ἔπαιρνεν ὁ ὕπνος ὅπου ἐτύχαινε νὰ καθίσῃ.

Τὰς ἄλλας ἡμέρας, ἐξενυχτοῦσεν ἀκόμη εἰς τὸ ὁλονύκτιον καφενεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχε περάσει ἡ πεπρωμένη νύξ. Ἔπινε μαστίχαν κ' ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του. Πότε−πότε ἔπαιζεν ἀκόμη τὸ νάϊ.

Ὕστερον, μετ' ὀλίγας ἡμέρας, ἔγινεν ἄφαντος καὶ δὲν τὸν εἶδε πλέον κανείς. Ζῇ, ἀπέθανε, περιπλανᾶται εἰς ἄλλα μέρη, ἀνεκλήθη ἀπὸ τῆς ἐξορίας, ἐπανέκαμψεν εἰς τὸν τόπον του;

Κανεὶς δὲν ἠξεύρει.

Ἴσως τὴν ὥραν ταύτην ν' ἀνέκτησε τὴν εὔνοιαν τοῦ ἰσχυροῦ Παδισάχ, ἴσως νὰ εἶναι μέγας καὶ πολὺς μεταξὺ τῶν Οὐλεμάδων τῆς Σταμπούλ, ἴσως νὰ διαπρέπῃ ὡς ἰμάμης εἰς κανὲν ἐξακουστὸν τζαμίον.

Ἴσως νὰ εἶναι εὐνοούμενος τοῦ Χαλίφη, ἀρχιουλεμάς, σεϊχουλισλάμης.

Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ.

(1896) ) Α. Παπαδιαμάντης, «Ο ξεπεσμένος δερβίσης», Απάντα ΙΙΙ, επιμ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Αθήνα, Δόμος, 1989, σσ. 111−116

→ Στην κεντρική εικόνα στιγμιότυπο από την παράσταση του Θοδωρή Γκόνη Ο Ξεπεσμένος Δερβίσης υπό την βασιλικήν δρυν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Έφτασε στο Παρίσι στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο καιρός ήταν καλός, ο ήλιος έλαμπε αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Με το που κατέβηκε στην αποβάθρα του σταθμού έβγαλε τον χάρτη από τον σάκο της για να προσανατολιστεί.

Της Νατάσας Χολιβάτου

...

Εκεί που ζουν (διήγημα)

Εκεί που ζουν (διήγημα)

Πορτοκαλί, τεράστια, βελουτέ, με ανάγλυφα σχήματα, κρέμεται λοξά από σκοινί απλώματος σε μπαλκόνι τόσο δα, δίπλα σε δύο εργατικά παντελόνια και μια σειρά κάλτσες. Όλα, σχεδόν, ακουμπούν πάνω στο τεράστιο πιάτο δορυφορικής.

Της Λήδας Μιχαλοπούλου

Δεν έχ...

Μοιάζουν με δέντρα (διήγημα)

Μοιάζουν με δέντρα (διήγημα)

Όταν ο Ηλίας έπιασε την Εθνική με το μικρό του Σκόντα, ο απογευματινός ουρανός πάνω απ’ το κεφάλι του ήταν γεμάτος σύννεφα. Δυο ώρες μετά, ο ήλιος είχε πια δύσει, η βενζίνη κόντευε να εξαντληθεί και το πρόσωπό του πονούσε, στο μέτωπο και κάτω από τα μάτια.

Του Σόλωνα Παπαγεωργίου

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Τζορτζ Όργουελ: επτά δεκαετίες από τον θάνατό του – πιο επίκαιρος από ποτέ

Τζορτζ Όργουελ: επτά δεκαετίες από τον θάνατό του – πιο επίκαιρος από ποτέ

Πέθανε, σαν σήμερα, στις 21 Ιανουαρίου 1950 ο Τζορτζ Όργουελ. Ο Βρετανός συγγραφέας, κριτικός και δημοσιογράφος Έρικ Άρθουρ Μπλερ γεννήθηκε το 1903. Έμεινε στην ιστορία για την αιχμηρή κριτική που άσκησε σε κάθε είδους ολοκληρωτισμό με τα έργα του «Η φάρμα των ζώων» και «1984».

Επιμέλεια: Book P...

Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Για το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Έντεκα συναντήσεις – Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο» (εκδ. Πόλις).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ένα υβριδικό βιβλίο, που δεν είναι δοκίμιο, δεν είναι αυτοβιογραφία, δεν είναι συλλογή συνεντεύξεων, δεν ...

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Έφτασε στο Παρίσι στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο καιρός ήταν καλός, ο ήλιος έλαμπε αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Με το που κατέβηκε στην αποβάθρα του σταθμού έβγαλε τον χάρτη από τον σάκο της για να προσανατολιστεί.

Της Νατάσας Χολιβάτου

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Όψεις τουρισμού, του Αλέξη Χατζηδάκη (προδημοσίευση)

Όψεις τουρισμού, του Αλέξη Χατζηδάκη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Αλέξη Χατζηδάκη «Όψεις τουρισμού – Δεκαοχτώ δοκίμια για την τουριστική ανάπτυξη, τον σχεδιασμό του χώρου και την αρχιτεκτονική», που κυκλοφορεί από τις Cube Art Editions.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Τα φώτα του νότου, της Νίνα Γκεόργκε (προδημοσίευση)

Τα φώτα του νότου, της Νίνα Γκεόργκε (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Nina George «Τα φώτα του νότου» (μτφρ. Όλγα Γκαρτζονίκα), που κυκλοφορεί στις 7 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Ανήσυχα άκρα, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Ανήσυχα άκρα, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος, από τη συλλογή διηγημάτων του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Ανήσυχα άκρα», που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΝΗΣΥΧΩΝ ΑΚΡΩΝ

Έν...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλίο, το καλύτερο δώρο κι αυτές τις Γιορτές

Βιβλίο, το καλύτερο δώρο κι αυτές τις Γιορτές

Η πιο απροσδόκητη χρονιά φτάνει στο τέλος της. Για τους περισσότερους από εμάς δύσκολα φαντάζεται κανείς άλλη χρονιά που να έκρυβε μια τόσο μεγάλη έκπληξη για όλη την ανθρωπότητα. Δοκιμαστήκαμε και δοκιμαζόμαστε ψυχολογικά, συναισθηματικά, ηθικά, μετράμε απώλειες ανθρώπων δικών μας και αγνώστων που τους νιώθουμε όμω...

10+1 βιβλία για μαγικά Χριστούγεννα

10+1 βιβλία για μαγικά Χριστούγεννα

Μια επιλογή δέκα χριστουγεννιάτικων βιβλίων για πολύ μικρά και λίγο μεγαλύτερα παιδιά από τη βιβλιοπαραγωγή του 2020. Πρόκειται για όμορφα βιβλία που μεταφέρουν το πνεύμα των Γιορτών στους μικρούς αναγνώστες με τρυφερές καλογραμμένες ιστορίες. Στις παρακάτω επιλογές, η εικονογράφηση παρουσιάζει ποικιλία και μεγάλο ε...

Τα καλύτερα αστυνομικά του 2020

Τα καλύτερα αστυνομικά του 2020

Επιλογή 21 τίτλων από τα καλύτερα ελληνικά και μεταφρασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2020.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

11 Ιανουαρίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Πέθανε ο αγαπητός σε Ελλάδα και Γαλλία συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης

Σε ηλικία 77 ετών και έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, πέθανε ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, όπως έγινε γνωστό από τον εκδοτικό του οίκο, τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ