alt

Του Παναγιώτη Γούτα

Ήταν ένα από τα, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού, «ορφανά» κρούσματα του κορωναϊού στην χώρα, στα τέλη Φεβρουαρίου του 2020. Σαραντάχρονη, ιδιωτική υπάλληλος, με ιδανικές αναλογίες, πυρρόξανθα μαλλιά και εκλεπτυσμένο ντύσιμο, με την πρώτη ματιά που θα της έριχνες, στοιχημάτιζες πως άλλαζε τους εραστές της όπως τα κιλοτάκια της. Όμως η Ντόρα είχε φάει κόλλημα με έναν παντρεμένο, που, αφού τη γλέντησε επί δύο ολόκληρα χρόνια, την παράτησε στη μοίρα της και στο έλεος του θεού με την ίδια άνεση που ένας οικογενειάρχης αφήνει μια σακούλα με ανακυκλώσιμα υλικά στον κάδο της γειτονιάς του. Εδώ και τρία χρόνια έληξε άδοξα η σχέση της με τον Δάνη, και το φυσάει και δεν κρυώνει. Τρία χρόνια τώρα και δεν το παίρνει απόφαση να ανακάμψει ερωτικά, να δει τη ζωή με άλλο μάτι και να ενδώσει σε κάποιο από τα δεκάδες φλογερά βλέμματα που την πολιορκούν, είτε στον εργασιακό της χώρο είτε στον προσωπικό της περίγυρο.

–Εσένα, όπως πας, σε βλέπω έγκλειστη σε μοναστήρι! της είπε κάποιο απόγευμα η φίλη της, η Χρύσα, και η όμορφη σαραντάρα χαμήλωσε ακαριαία το βλέμμα, με ενοχή και αβεβαιότητα, κάτω, στο πλακόστρωτο της Καρόλου Ντηλ.

Ο κόσμος τριγυρνά ακόμη στους δρόμους, οι υπηρεσίες και τα καταστήματα παραμένουν ανοιχτά, και μόνο κάτι λίγες προστατευτικές μάσκες μιας χρήσης περιφέρονται με τρόμο, αριστερά, δεξιά, υπενθυμίζοντάς μας πως κάτι επικίνδυνο πλανιέται στον αέρα, κάτι ύπουλο, ασαφές και απρόβλεπτο, που δεν γνωρίζεις τι μέγεθος μπορεί να λάβει μελλοντικά.

Και μπορεί, βέβαια, να μην κλείστηκε σε μοναστήρι, όπως χιουμοριστικά προέβλεπε η φιλενάδα της, όμως λόγω της περίστασης όφειλε να μείνει σε καραντίνα για δεκατέσσερις μέρες στο σπίτι της, για να μη μεταδώσει τον φονικό ιό. Βρισκόμαστε, ήδη, στην αρχή της εξάπλωσης του ιού, στο τέλος του σταδίου 1, όπως διατείνονται οι ειδικοί, όμως συζητιέται βάσιμα το να δοθεί εντολή από τον υπουργό υγείας για κλείσιμο όλων των σχολείων ανά την επικράτεια, περιορίζονται δραστικά οι μαζικές συναθροίσεις ανθρώπων σε ποικίλους τομείς, τα ενημερωτικά σποτάκια για καλό πλύσιμο των χεριών και για περιορισμένες επαφές με άτομα τρίτης ηλικίας δίνουν και παίρνουν, ωστόσο η ζωή στην πόλη συνεχίζεται μάλλον ομαλά, σχεδόν φυσιολογικά. Ο κόσμος τριγυρνά ακόμη στους δρόμους, οι υπηρεσίες και τα καταστήματα παραμένουν ανοιχτά, και μόνο κάτι λίγες προστατευτικές μάσκες μιας χρήσης περιφέρονται με τρόμο, αριστερά, δεξιά, υπενθυμίζοντάς μας πως κάτι επικίνδυνο πλανιέται στον αέρα, κάτι ύπουλο, ασαφές και απρόβλεπτο, που δεν γνωρίζεις τι μέγεθος μπορεί να λάβει μελλοντικά. Εντωμεταξύ, η γειτονική Ιταλία τείνει να γίνει μια χώρα φάντασμα, και έπεται η σειρά της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και, Κύριος οίδε, ποιων ακόμη χωρών και ποιων ακόμη ηπείρων.

Όλα ξεκίνησαν με κάτι δέκατα, μια ελαφριά μυαλγία και έναν ενοχλητικό ξερόβηχα. Στην αρχή δεν πολυέδωσε σημασία. Όταν αποφάσισε να ελεγχθεί στο νοσοκομείο της πόλης που ήταν κέντρο αναφοράς στη νέα ίωση, διαπιστώθηκε πως ήταν θετική στον κορωναϊό. Τότε ήταν που άρχιζε και η μεγάλη έκρηξη των κρουσμάτων, άτομα με εντονότερα συμπτώματα είχαν πλημμυρίσει το νοσοκομείο προς διακρίβωση της κατάστασής τους. Αφού η Ντόρα ταυτοποιήθηκε ως «ορφανό κρούσμα» και λόγω των σχεδόν ανύπαρκτων συμπτωμάτων της –ο πυρετός της είχε πέσει εντελώς, ο ξερόβηχας σχεδόν ανύπαρκτος και μόνο μια ελαφριά μυαλγία επέμενε να θυμίζει την ίωσή της– ύστερα από κοινή απόφαση με το ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου, προτιμήθηκε ο κατ’ οίκον περιορισμός της επί δεκαπενθήμερο, για να μην επιβαρυνθεί περαιτέρω το σύστημα υγείας με τις ανεπαρκείς κλίνες για παρόμοιες περιπτώσεις, αφού η κοπέλα, κατά τ’ άλλα, έδειχνε σε άριστη σωματική και ψυχική κατάσταση.

Στο διαμέρισμά της, με αρωγό και συμπαραστάτρια την αδελφή της, την Ισμήνη –ερχόταν κάθε τρεις με τέσσερις μέρες, με διπλή μάσκα στο πρόσωπο και πλαστικά γάντια μιας χρήσης στα χέρια, της άφηνε στην κουζίνα τις προμήθειες, λέγανε δυο-τρεις κουβέντες από απόσταση ασφαλείας και έφευγε, γιατί είχε να φροντίσει και τον ηλικιωμένο πατέρα τους– και, επ’ αφορμή την ίωσή της, το ’ριξε στο διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων, στην παρακολούθηση ταινιών στο Netflix, στα δεκάδες τηλεφωνήματα σε γνωστούς και φίλους και στην… ενδοσκόπηση. Τουλάχιστον τρεις φορές την ημέρα τηλεφωνιόταν με τη Χρύσα, αλλά και με τον πατέρα της, οι φωνές των οποίων λειτουργούσαν ως βάλσαμο στην υποχρεωτική της απομόνωση από τον έξω κόσμο.

Έχοντας εντυπωμένο στη συνείδησή της τον καθημερινό αριθμό των θυμάτων από τον ιό και την αυξητική τάση των κρουσμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, αναλογιζόταν με θλίψη τη μηδαμινότητα του ανθρώπου και το σκοτεινό μεγαλείο της φθαρτότητας του είδους. Τόσοι πολλοί νεκροί, τόσα πολλά θύματα, και τα οικεία τους πρόσωπα δεν προλαβαίνουν καν να τα θρηνήσουν. Σενάριο τραγικότερο κι από την αρχαία τραγωδία.

Η πρώτη εβδομάδα της καραντίνας κύλησε αρκετά ομαλά. Ξεκοκάλισε τη Φεράντε –όλα της τα βιβλία ∙ κάποια τα είχε αφήσει στη μέση, κι έτσι συναρμολόγησε το παζλ της συνολικής αφήγησης–, παρακολούθησε τις πρόσφατα βραβευμένες ταινίες του Netflix, έπινε χυμούς, ζέσταινε χορτόσουπες και κρεατόσουπες, σημείωνε και σ’ ένα μπλοκάκι κάτι σκέψεις της για τη ζωή και τον έρωτα. Τηλεφώνησε κάνα δυο φορές και στον προσωπικό της παθολόγο, που, γνωρίζοντας το ιατρικό ιστορικό της, τη διαβεβαίωνε πως θεωρούσε εξαιρετικά απίθανο να υποτροπιάσει η υγεία της τις επόμενες ημέρες, παρότι η ιατρική κοινότητα δεν γνωρίζει ακόμη, ακριβώς, πώς συμπεριφέρεται ο συγκεκριμένος ιός. Κάποια πρωινά επικοινωνούσε με την ιδιωτική υπηρεσία για να δώσει στην περιστασιακή αντικαταστάτριά της εντολές ή οδηγίες πώς να χειριστεί κάποια θέματα με πελάτες και τι κινήσεις εκ μέρους τους θα έπρεπε να δρομολογηθούν εφεξής. Γύρω στη μία το βράδυ, κι αφού προηγουμένως είχε κλείσει την τηλεόραση, κάποιες σκέψεις γυρόφερναν στον νου της βασανιστικά, αναφορικά με τη ζωή και το νόημά της. Έχοντας εντυπωμένο στη συνείδησή της τον καθημερινό αριθμό των θυμάτων από τον ιό και την αυξητική τάση των κρουσμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, αναλογιζόταν με θλίψη τη μηδαμινότητα του ανθρώπου και το σκοτεινό μεγαλείο της φθαρτότητας του είδους. Τόσοι πολλοί νεκροί, τόσα πολλά θύματα, και τα οικεία τους πρόσωπα δεν προλαβαίνουν καν να τα θρηνήσουν. Σενάριο τραγικότερο κι από την αρχαία τραγωδία. Τότε, οι άνθρωποι έδιναν μάχη για να θάψουν τα άπνοα σώματα των αγαπημένων τους. Ενώ τώρα… Στην Ιταλία είναι αδύνατο ακόμη και να κηδευτούν. Επίσης, στις καθημερινές στοχαστικές στιγμές της, πάντα κατέληγε στο πόσο ανίσχυρος αποδείχτηκε ο άνθρωπος απέναντι σε έναν χαζό ιό, που επιβιώνει μόνο κάποιες ώρες στο περιβάλλον, εξολοθρεύεται από το οινόπνευμα και κατοικοεδρεύει στους πνεύμονες ευάλωτων και επιβαρυμένων ηλικιωμένων, τους οποίους αδίστακτα εξοντώνει. Προς στιγμή σκέφτηκε με φρίκη όλο τον ανθρώπινο πολιτισμό και τα επιτεύγματα του είδους να καταρρέουν σαν χάρτινοι πύργοι εξ αιτίας ενός αδιόρατου και αδιάκριτου ιού. Όλα τα έργα της γλυπτικής, της ζωγραφικής, της μουσικής, της λογοτεχνίας, όλα τα κινηματογραφικά αριστουργήματα και η παγκόσμια βιβλιοθήκη δεκάδων αιώνων κινδυνεύουν να εξανεμιστούν, να ακυρωθούν, να καταστραφούν εξ αιτίας ενός ιού. Όλο το ανθρώπινο πνεύμα και οι κατακτήσεις του στέκονται αδύναμα μπροστά στο ποταπό του μέγεθος και στις ποταπές του φιλοδοξίες. Με φρίκη πάντα ως απόρροια των παραπάνω σκοτεινών της σκέψεων, όμως με θέληση για ζωή και απέραντη υπομονή, έκλεινε το φως και βυθιζόταν στους λυτρωτικούς λειμώνες του ύπνου.

Τη δεύτερη εβδομάδα του κατ’ οίκον περιορισμού της τα πράγματα, έξω, αρχίζουν να χειροτερεύουν. Η ειδησεογραφία, όπως την παρακολουθεί από τις τηλεοπτικές ειδήσεις και το διαδίκτυο, είναι θλιβερή και μελαγχολική. Τα κρούσματα αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Το κλείσιμο των σχολείων είναι θέμα ωρών. Ο κλοιός των νέων μέτρων ίσως γίνει ασφυκτικότερος. Η ίδια αισθάνεται μια χαρά, όμως πολύς κόσμος, εκεί έξω, θα νοσήσει και ένα ποσοστό εξ αυτών θα μετοικήσει εις Κύριον. Κάποιοι αθώοι και συνετοί θα μολυνθούν από ανθρώπους περιορισμένης ευθύνης και κάποιοι παλιοχαρακτήρες θα επιβιώσουν εμφατικά. Η ζωή είναι άδικη και ο Θεός ένας μετριότατος σεναριογράφος, θυμάται τα λόγια κάποιου γάλλου μυθιστοριογράφου, που όμως ξεχνάει, προς στιγμήν, το όνομά του. Δικαιοσύνη δεν βρίσκεις ούτε στη ζωή ούτε στον θάνατο, το έχει νιώσει καλά, χρόνια τώρα, στο πετσί της – η παραπάνω πρόταση έχει εμποτίσει το είναι της. Και μετά, εν αναμονή των νέων μέτρων της κυβέρνησης, έρχεται πάλι στη σκέψη της εκείνος. Η ευγένειά του και το ταμπεραμέντο του. Τα φλογερά τους τριήμερα στη Σόφια και στο Μπάνσκο – θα πρέπει να ταξίδεψαν μαζί σ’ αυτούς τους προορισμούς, συνολικά, τουλάχιστον πέντε φορές. Θυμάται τα ανέμελα σουλάτσα τους στον πεζόδρομο της Βίτοσα, πιασμένοι χεράκι χεράκι, τις εκδρομές στα χιονοδρομικά κέντρα, το τελεφερίκ στο Μπάνσκο όπου τη φιλούσε γλυκά, τα δεκάδες μουσεία της Σόφιας, όπου ο ίδιος τής μετέφερε απίθανες πληροφορίες υποκαθιστώντας επάξια τον εγκυρότερο ξεναγό αυτής της χώρας, τα ακριβά εστιατόρια και τις δεκάδες επαφές τους στα πεντάστερα ξενοδοχεία, με θέα την αχανή πόλη. Στη Σόφια την πήγαινε κάθε τόσο, εκεί προτιμούσε να γίνεται η συνάντησή τους, για να μη δίνουν στόχο και δικαίωμα στους ανθρώπους της πόλης, της μίζερης, συντηρητικής, περιχαρακωμένης πόλη τους, που είχε αναγάγει το κουτσομπολιό σε επιστήμη. Κι ενώ όλα μαζί του κυλούσαν όμορφα, μεστά, συναρπαστικά, πλουσιοπάροχα, εκείνος ένα πρωί την αφήνει στα κρύα του λουτρού. Έτσι απλά. Ούτε τηλέφωνο, ούτε μέιλ, ούτε SMS, ούτε τίποτα. Ούτε καν το πικρό φιλί του αποχωρισμού. Η ισπανική υποχώρηση, σε σι ελάσσονα. Γυρίζει στη γυναικούλα του και στον κύκλο των σπουδαιοφανών ανθρώπων που τον περιτριγυρίζουν καθημερινά. Ίσως και να έχει βρει, εν τω μεταξύ, κι άλλη ερωμένη – ποιος να ξέρει… Και μένει, έκτοτε, η ίδια με μια πικρή γεύση στο στόμα, με μια αίσθηση σάπιου φρούτου στον ουρανίσκο της. Με μια μόνιμη ναυτία, που κανένα κατευναστικό χάπι δεν απαλύνει.

Έρχεται κι αυτή τη μέρα επίμονα στη σκέψη της ο Δάνης, ακυρώνοντας ως διά μαγείας τη θλιβερή ειδησεογραφία των ημερών. Μια σκηνή από το παρελθόν την κυριεύει σύγκορμη. Εκείνος να της κρατά τρυφερά το χέρι στο ρεστοράν του Hotel Marinela, στη Σόφια, κι εκείνη, μεθυσμένη από έρωτα, να έχει βγάλει τη γόβα της και με το γυμνό της πόδι να του χαϊδεύει κάτω από το τραπέζι το γόνατό του. Ο Δάνης όλο να της υπενθυμίζει:

–Μικρή, μην κάνεις ακόμη παιχνίδι! Κόψε λίγη ταχύτητα. Μην ξεχνάς πως σε περνώ και τέσσερις επταετίες…

Κι όταν εκείνη, με λαγνεία, σηκώνει το πόδι της ψηλότερα, στους βουβώνες του, νιώθοντας κάτω από τον καβάλο του παντελονιού τον πρόωρο ερεθισμό του, εκείνος να αντιπαρέρχεται του παιχνιδιού της, με χιούμορ και χαμόγελο:

–Ορίστε μας! Σηκώθηκαν τα πόδια να ξελογιάσουν το… κεφάλι!

Μήπως και η σχέση της με τον Δάνη ήταν αβάσιμη και μη αποδεκτή; Μήπως τα υλικά, πάνω στα οποία είχε δομηθεί αυτή η σχέση, ήταν σαθρά; Πώς τόλμησε να της φερθεί έτσι; Τι δεν χειρίστηκε η ίδια σωστά και εισέπραξε την πέτρα της αχαριστίας του; 

Τα τηλεοπτικά δελτία αναμεταδίδουν το μήνυμα του υπουργού υγείας για κλείσιμο των σχολείων σε όλη την επικράτεια. Ο κόσμος στους δρόμους δείχνει πανικοβλημένος. Οι προστατευτικές μάσκες μαζί με τα αντισηπτικά σκευάσματα έχουν εξαφανιστεί από προσώπου γης. Παρατηρούνται φαινόμενα αισχροκέρδειας στην αγορά. Τα κρούσματα ολοένα και αυξάνονται. Ένα-δύο εξ αυτών είναι διασωληνωμένα στην εντατική, με μικρές ελπίδες ανάκαμψης και επιβίωσης. Όμως η Ντόρα έχει πυρακτωμένο νου και μια πελώρια θλίψη για αυτό που της είχε συμβεί πριν από τρία χρόνια. Η μορφή του Δάνη υπερκεράζει μέσα της τη φοβερή πανδημία. 

Ένας λοιμωξιολόγος, σε κεντρικό δελτίο κρατικού τηλεοπτικού σταθμού, επισημαίνει πως ο όρος «ορφανά κρούσματα» δεν είναι, πλέον, αποδεκτός από την υγειονομική κοινότητα, και θα πρέπει εφεξής να αποφεύγεται. Η Ντόρα στο άκουσμα της είδησης παγώνει. Μήπως και η σχέση της με τον Δάνη ήταν αβάσιμη και μη αποδεκτή; Μήπως τα υλικά, πάνω στα οποία είχε δομηθεί αυτή η σχέση, ήταν σαθρά; Πώς τόλμησε να της φερθεί έτσι; Τι δεν χειρίστηκε η ίδια σωστά και εισέπραξε την πέτρα της αχαριστίας του; 

Φέρνει ακαριαία στον νου της την τωρινή του εικόνα, αυτήν που υποθέτει πως τον εκφράζει και τον αναπαριστά. Προσπαθεί να τον φανταστεί στις παρούσες συνθήκες. Εβδομηντάρης, πια, αιώνιος καπνιστής παρά το ελαφρύ έμφραγμα που πέρασε στα πενήντα δύο του, θα συμπεριλαμβάνεται πιθανότατα στην ομάδα υψηλού κινδύνου μόλυνσης από τον ιό. Η γυναίκα του, προφανώς, θα τον φροντίζει και θα τον νοιάζεται πολύ. Ίσως και να έχει αραιώσει τις επισκέψεις του στο γραφείο. Σε προσεχή ανακοίνωση ακόμη πιο ακραίων μέτρων προφύλαξης του πληθυσμού από τους ειδικούς, ίσως και να μην το κουνήσει ρούπι από το σπιτάκι του για αρκετές εβδομάδες. Ο γιος του ή η νύφη του θα τους κάνουν τα ψώνια, ο ίδιος θα κάνει μόνο ελάχιστους, συνετούς περιπάτους στη γειτονιά, κι αυτό για να παίρνει τον αέρα της η σκυλίτσα του. Κάτι τρελό και ατίθασο ροκανίζει τη σκέψη της. Μια αλλόκοτη, εξωπραγματική, ανεξέλεγκτη επιθυμία να τον συναντήσει. Να σπάσει την καραντίνα της και να βρεθούνε, όπως παλιά. Γιατί αύριο… Το αύριο είναι θολό και σκοτεινό για όλους. Αύριο μπορεί να μην είναι εφικτό να συναντηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ούτε τυχαία. Αύριο ποιος ζει και ποιος πεθαίνει… Ίσως, στο δυσάρεστο σενάριο των λοιμωξιολόγων ανά τον κόσμο, να μην ξαναειδωθούν ποτέ πια σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο…

Με σίγουρες κινήσεις σχηματίζει στο κινητό της το νούμερό του. Μια φωνή τής υπενθυμίζει πως το κινητό που καλεί είναι απενεργοποιημένο. Αποφασίζει να τον καλέσει στο σταθερό. Αν το σηκώσει η ξινή, η γυναίκα του, θα της το κλείσει. Το έχει κάνει αυτό και στο παρελθόν, δίχως τύψεις, με μεγάλη επιτυχία.

Το σηκώνει εκείνος. Η φωνή του κάπως αλλοιωμένη, κουρασμένη. Διστάζει να αρθρώσει την πρώτη κουβέντα. Μόνο για ελάχιστες στιγμές.

–Δάνη, εγώ είμαι, η Ντόρα. Με συγχωρείς που σε ενοχλώ, αλλά ένιωσα την ανάγκη να σου τηλεφωνήσω. Όχι, όχι, καλά είμαι… Ήθελα να ρωτήσω για σένα… Ναι; Χαίρομαι… Θα ήθελες, εννοώ θα σε βόλευε, να συναντιόμασταν το απόγευμα για λίγο. Έτσι, για έναν καφέ, για να τα πούμε. Αύριο, μεθαύριο, μπορεί ν’ απαγορεύσουν τις συναθροίσεις για αρκετούς μήνες…

Ήρθε στο καφέ του κέντρου φορώντας προστατευτική μάσκα υψηλής ασφάλειας. Στα χέρια του φορούσε μαύρα, ελαστικά γάντια μιας χρήσης. Μόνο τα μάτια, τα γνώριμα πράσινα μάτια του ήταν εκτεθειμένα απέναντί της. Τα μάτια του.

Είπαν δυο-τρεις μετρημένες κουβέντες, ήπιαν αργά τον καφέ τους. Προτίμησαν να καθίσουν στο πλακόστρωτο, επί της Σβώλου, και όχι να κλειστούν στο εσωτερικό του καφέ. Εκείνος, κάπως αμήχανος, τον έπιασε κάποια στιγμή με την άκρη του ματιού της να κοιτάζει το ρολόι του, αν πέρασε η ώρα. Φοβόταν, όπως της αποκάλυψε, τον φονικό ιό, όμως από την άλλη δεν είχε απολέσει το χιούμορ και την αισιοδοξία του για την αίσια έκβαση της πανδημίας. Ένιωσε στιγμιαία μιαν απέραντη τρυφερότητα για τον άνθρωπο απέναντί της. Μέσα της, σχεδόν του τα είχε συγχωρέσει όλα. Τον φαντάστηκε μελλοντικά έναν στρουμπουλό παππού να εξηγεί στα εγγόνια του πώς πέρασε η ανθρωπότητα την πανδημία του 2020. Να εξιστορεί όμως και λεπτομέρειες ιστορικών συμβάντων της Σόφιας. Να μιλάει στους λιλιπούτειους μπόμπιρες, που θα τον κοιτάζουν με ορθάνοιχτο στόμα, για τα αγάλματα και τα μουσεία της γείτονος χώρας, με απίστευτη ευφράδεια λόγου. Για την πολιτική και την κοινωνική της μετεξέλιξη, ενώ ο ίδιος θα αναπολεί –το δέρμα πάντα θυμάται– τα ένδοξα γαμήσια που έριξε στην ίδια και σε άλλες σαν κι εκείνη, στα ξενοδοχεία της συγκεκριμένης πόλης.

Κοκάλωσε. Πάγωσε. Δεν ήταν έτοιμη για μια τέτοια ερώτηση. Την διέλυε αυτή η ερώτηση περισσότερο από κάθε πρωτόγνωρο, ύπουλο, ασιατικό ιό. Το σύμπαν της σωριάστηκε εν μέσω εκκωφαντικής σιγής. Έχασε τα λόγια της. Έμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένη.

Όλα θα τελείωναν ανέξοδα, ομαλά και αναμενόμενα, ίσως με κάποιο «να προσέχεις!» εκ μέρους της, ίσως με ένα ελεγχόμενα θερμό «τα ξαναλέμε!» εκ μέρους του, αν λίγο μετά την πληρωμή των καφέδων από τον ίδιο –το γκαρσόνι ακόμη στεκόταν πλάι τους, τεντώνοντας αυτί– δεν της πετούσε με το ειρωνικό και εξ ύψους πάντα ύφος του, τη φράση-φωτιά:

–Δεν βρέθηκε ακόμη ο αντικαταστάτης μου για να φτιάξεις τη ζωή σου;

Κοκάλωσε. Πάγωσε. Δεν ήταν έτοιμη για μια τέτοια ερώτηση. Την διέλυε αυτή η ερώτηση περισσότερο από κάθε πρωτόγνωρο, ύπουλο, ασιατικό ιό. Το σύμπαν της σωριάστηκε εν μέσω εκκωφαντικής σιγής. Έχασε τα λόγια της. Έμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένη. Το γκαρσόνι πλάι τους, κάνοντας πως δεν άκουσε, καθάριζε σχολαστικά με ένα αντιμικροβιακό πανάκι το διπλανό τραπέζι.

Με πολύ κόπο τής βγήκε ένα χαμόγελο. Μπόρεσε να του απαντήσει:

–Όχι, δεν βρέθηκε…

Διέκρινε στις άκρες των ματιών του, το θριαμβευτικό του ύφος. Την αναίδεια στα χείλη του, που σχεδόν γελούσαν. Την έπαρση του αιώνιου νικητή. Σηκώνεται ακαριαία, με μια ορμή κι ένα πάθος από τα παλιά, και του τραβάει τη μάσκα από το πρόσωπο. Κολλάει με λύσσα τα χείλη της στα δικά του, εισχωρώντας με απύθμενο θράσος τη γλώσσα της στο στόμα του. Ο άλλος απορεί, αιφνιδιάζεται, όμως δεν αντιδρά.

–Μην είσαι ανόητος, τι φοβάσαι; Μη σε κολλήσω συναχάκι;

Κι ύστερα, σε πιο ήρεμο τέμπο:

–Ένα φιλί από τη Σόφια. Αυτό που δεν πρόλαβα να σου δώσω, όταν χωρίσαμε…

Ο άλλος φορά βιαστικά τη μάσκα του, της χαμογελάει συγκαταβατικά, χαιρετιούνται με τους αγκώνες δήθεν παιχνιδιάρικα, και χωρίζουν βαδίζοντας σε αντίθετες κατευθύνσεις.

Επιστρέφει στο διαμέρισμά της και στην καραντίνα της. Νιώθει αρκετά ήρεμη. Δεν νιώθει τύψεις για τίποτα και για κανέναν. Δεν έχει κανένα παράπονο από τη ζωή και από τους ανθρώπους. Όλα είναι καλώς καμωμένα. Ο Θεός δεν είναι τελικά και τόσο κακός σεναριογράφος, όπως ισχυρίζονται μερικοί. Αλλά ακόμη κι αν δεν τα καταφέρνει πάντα και παντού, η ίδια η ζωή και οι περιστάσεις της διορθώνουν, συχνά, τις καλλιτεχνικές του ανορθογραφίες.

 Στην κεντρική φωτογραφία: Σχεδιασμός Utku Tan Çağlan.


alt

Info
Ο Παναγιώτης Γούτας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Έχει εκδώσει έντεκα βιβλία πεζογραφίας, ποίησης και κριτικών δοκιμίων. Συνεργάζεται με έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ είναι τακτικός συνεργάτης της ηλεκτρονικής εφημερίδας book press με κείμενα άποψης και κριτικής βιβλίου. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΟΥΤΑ

alt

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ

Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση  edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ορφέας σπαρασσόμενος

Ορφέας σπαρασσόμενος

Της Άρτεμης Γρίβα

Ω εσείς τρισκατάρατοι Πλούτωνα και Περσεφόνη, που σκαρφιστήκατε την καταδίκη μου! Ωιμέ, ο βαριόμοιρος εγώ! Μαύρη η ώρα που γύρισα και σε κοίταξα, Ευρυδίκη, εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα μπροστά στην πύλη...
Ο κύριος Εξαπίνης και το αχανές βασίλειο του Τονάζ

Ο κύριος Εξαπίνης και το αχανές βασίλειο του Τονάζ

Παραμύθι για ενήλικα παιδιά.

Της Δήμητρας Λουκά

Ο κύριος Εξαπίνης ήταν ο προσωπικός φωτογράφος της βασιλικής οικογένειας του Τονάζ, ενό...

Εκείνη την ημέρα

Εκείνη την ημέρα

Του Αντώνη Μυλωνάκη

«Η πίστη μπορεί να ανάψει φωτιά, που ούτε ο Θεός έχει τη δύναμη να σβήσει»

1

Σήμερα εί...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Το καζίκι του Μπρεχτ

Το καζίκι του Μπρεχτ

Ήταν ο Μπέρτολτ Μπρεχτ λογοκλόπος; Ή μήπως απλώς «δανείστηκε» κάποιους ξένους στίχους που «του είχαν αρέσει»;

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Για το θεατρόφιλο Βερολίνο του 1929, το μεγάλο γεγονός της χρονιάς ήταν δίχως άλλο Η όπερα...

8 ελληνικά αστυνομικά που αξίζει να διαβάσετε

8 ελληνικά αστυνομικά που αξίζει να διαβάσετε

Επιλογή οκτώ βιβλίων από τις πρόσφατες κυκλοφορίες ελληνικών αστυνομικών μυθιστορημάτων και θρίλερ.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

...

Μια ανάμνηση από τον Γιάννη Τσαρούχη και επίσκεψη στο «σπίτι του»

Μια ανάμνηση από τον Γιάννη Τσαρούχη και επίσκεψη στο «σπίτι του»

Η ανάμνηση μιας συνάντησης με τον καλλιτέχνη τη δεκαετία του 80 μπλέκεται με την πρόσφατη επίσκεψή μας στο «Μουσείο Αμαρουσίου», πλέον «Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη», με αφορμή την έκθεση «Ερριμμένες σκιές».

Της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...
Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Katharine Anne Porter «Το πλοίο των τρελών» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), που κυκλοφορεί στις 3 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σχεδόν όλοι όσοι βρίσκ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

13 Ιανουαρίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

Δημήτρης Κουρέτας: «Ελιές, τυρί, ντομάτα, κρεμμύδι, αρκούν»

Συνέντευξη με τον καθηγητή Βιοτεχνολογίας του πανεπιστημίου Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα, με αφορμή το βιβλίο «Διαλειμματική νηστεία και αποφυγή νόσων» (εκδ. Αρμός). Της

ΦΑΚΕΛΟΙ