alt

Του Γιάννη Γορανίτη

Ο Θωμάς σπρώχνει το καρότσι με το μωρό στον πλακόστρωτο πεζόδρομο. Στα δεξιά του η μέλλουσα νονά, στ’ αριστερά του ο νονός: Η Μαίρη και ο Διονύσης. Η Αναστασία έχει μείνει λίγο πιο πίσω. Μοιάζει να απολαμβάνει τη δυσεύρετη πια μοναξιά. Μοναξιά μέσα σε τόσο κόσμο. Έστω κι έτσι καλοδεχούμενη, σκέφτεται, κι ένα βεβιασμένο χαμόγελο γλιστρά στα χείλη της. Επιβραδύνει λίγο ακόμη τον βηματισμό της και παρατηρεί τον κόσμο γύρω της. Τουρίστες και ντόπιοι έχουν ξεχυθεί στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου σαν σμάρι μελισσών που περίμενε να τελειώσει ο χειμώνας για να αποδράσουν από την κυψέλη. Ακόμη κι αν ξέρουν καλά ότι στην κυψέλη θα επιστρέψουν. Σαν τις μέλισσες και οι άνθρωποι, σκέφτεται η Αναστασία. Περίμεναν πώς και πώς ν’ αφήσουν πίσω τους αυτόν τον ψυχρό και αργόσυρτο χειμώνα για να ξεμυτίσουν από τις εστίες τους. Δεν ξέρει για τους άλλους, εδώ που τα λέμε. Για εκείνη πάντως ο χειμώνας έμοιαζε ατελείωτος. Τρεις μήνες κλεισμένη στο σπίτι με διαλείμματα μετρημένα στα δάχτυλα. Ογδόντα έξι μέρες από τότε που γεννήθηκε το μωρό. Τις μετράει μία μία. Βαθιά ανάσα. Άρωμα νεραντζιάς και καμένης ζάχαρης. Αμφότερα πειστήρια για τον ερχομό της Άνοιξης: ανθισμένα δέντρα και πλανόδιοι που πωλούν μαλλί της γριάς. Πότε πέρασε ο καιρός, σκέφτεται η Αναστασία και ανοίγει το βήμα. Έφτασε Μεγάλη Παρασκευή. 

Ογδόντα έξι μέρες από τότε που γεννήθηκε το μωρό. Τις μετράει μία μία. Βαθιά ανάσα. Άρωμα νεραντζιάς και καμένης ζάχαρης. Αμφότερα πειστήρια για τον ερχομό της Άνοιξης: ανθισμένα δέντρα και πλανόδιοι που πωλούν μαλλί της γριάς. Πότε πέρασε ο καιρός, σκέφτεται η Αναστασία και ανοίγει το βήμα. Έφτασε Μεγάλη Παρασκευή. 

Ο Θωμάς συνεχίζει να μιλάει στους νονούς. Για τι άλλο; Για το καρότσι. «Έχει ειδικές αναρτήσεις» λέει και στρέφεται μια προς τη Μαίρη και μια προς τον Διονύση. «Το μωρό δεν καταλαβαίνει το παραμικρό. Δεν τραντάζεται καν στις λακκούβες. Και πανάλαφρο, ε; Δοκίμασε» λέει στον Διονύση και σταματάει μέχρι να πιάσει ο Διονύσης το μεταλλικό χερούλι. Ο νονός χαμογελάει αμήχανα και το ακουμπάει διστακτικά με τ’ ακροδάχτυλα λες και φοβάται ότι θα καεί. «Από ανθρακονήματα είναι» εξηγεί ο Θωμάς. «Όπως αυτά που χρησιμοποιούν στα αεροπλάνα» συνεχίζει και νεύει κατά πάνω. Κοιτούν κι οι άλλοι ταυτόχρονα ψηλά, σαν σε χορογραφία. Δεν βλέπουν όμως αεροπλάνα, παρά ένα περαστικό καταμόναχο σύννεφο που μοιάζει να σβήνει από ντροπή που χαλάει την εικόνα. Ο Θωμάς αδιαφορεί για το σύννεφο και συνεχίζει: «Είναι και σπαστό». 

Περισσότερο μιλάει για το καρότσι, παρά για το ίδιο το μωρό, σκέφτεται η Αναστασία. Τουλάχιστον βρήκε ένα καινούριο ενδιαφέρον εκτός από το κινητό του, σκέφτεται με μια δόση ενοχής. «Πτυσσόμενο που λένε» συνεχίζει ο Θωμάς χαμογελώντας στη νονά, «για να το βάζει στο αυτοκίνητο η Αναστασία». Είπε το όνομά της και την κοίταξε φευγαλέα πάνω από τον ώμο του. Αν δεν ήταν το μωρό μέσα, βάζω στοίχημα ότι θα το δίπλωνε για να τους εντυπωσιάσει, σκέφτεται η Αναστασία και επιταχύνει για να τους φτάσει. «Τι έγινε λαχάνιασες;» της λέει ο Θωμάς χωρίς να την κοιτάξει. «Ακόμη δεν έχει χάσει τα κιλά της εγκυμοσύνης» λέει με ύφος απολογητικό στους νονούς. Κοιτάζει ξανά την Αναστασία και αναστενάζει, λες και κουβαλάει εκείνος τα περιττά κιλά.

Η Μαίρη χαμογελά συγκαταβατικά και κάνει να πει κάτι σαν από υποχρέωση. Η Αναστασία της νεύει προς το Μουσείο, μόνο και μόνο για να αλλάξει κουβέντα. «Να σκεφτείτε ότι ακόμα δεν έχουμε αξιωθεί να πάμε. Τώρα με το μωρό…». Ο Θωμάς σμίγει τα φρύδια του, όπως κάνει κάθε φορά που βρίσκεται σε θέση άμυνας. «Δεν φταίει το μωρό. Η Αναστασία δεν λέει να ξεκουνηθεί από το σπίτι». Οι νονοί ανταλλάζουν αμήχανα βλέμματα. Η Αναστασία σκύβει προς το καρότσι για να σκεπάσει το μωρό. «Εγώ της λέω να βγούμε, αλλά…» συνεχίζει ο Θωμάς. Βλέποντας όμως τους άλλους να αποφεύγουν ακόμη και το βλέμμα του, στρέφεται στο κινητό του. Είναι φορές που η αμηχανία γλιτώνει τους ανθρώπους από την αναμέτρηση με την πραγματικότητα. Αυτή είναι μιωα απ’ αυτές τις στιγμές. 

«Αφήστε τα αυτά, ελάτε να βγάλουμε μια φωτογραφία όλοι μαζί» λέει η Μαίρη, σε μια πρόδηλη απόπειρα να εκτονώσει την ένταση που συσσωρεύεται. Ο Θωμάς συμφωνεί ασμένως. Σηκώνει το μωρό από το καρότσι, αλλά αντί να το κρατήσει, το απιθώνει στην αγκαλιά της Αναστασίας. «Θα βγάλω με το δικό μου» λέει στη Μαίρη και της δείχνει το κινητό του. Την ενημερώνει ότι ο αισθητήρας της κάμεράς του διαθέτει καλύτερη ανάλυση. Η Μαίρη ανασηκώνει τους ώμους, και ο Θωμάς το ετοιμάζει για τη σέλφι. Όπως υψώνει της συσκευή, ο ήλιος καθρεφτίζεται στο κρύσταλλο της οθόνης. Η αντανάκλαση αναγκάζει την Αναστασία να τρεμοπαίξει τα βλέφαρα. «Μην κλείνεις τα μάτια» της λέει ο Θωμάς με τόνο απότομο. «Μα με τύφλωσε ο ήλιος» απολογείται εκείνη. Τυφλή που δεν θέλει να βρει το φως της, σκέφτεται και χαμογελάει για την επαναληπτική φωτογραφία. Είναι από αυτά τα βεβιασμένα χαμόγελα που περισσότερο χρησιμεύουν για να πείσουν εμάς τους ίδιους, παρά εκείνους που τα εισπράττουν. Ο Θωμάς τεντώνει το χέρι του και πατάει τρεις ή τέσσερις φορές το πλήκτρο. 

Το δικό του χαμόγελο –σαφώς πιο πηγαίο από το χαμόγελο της γυναίκας του– φουσκώνει τα μάγουλά του, όπως επιδεικνύει τις λήψεις σκρολάροντας με τον αντίχειρα στην οθόνη. «Είδες όμως διαφορά που κάνει η καλή μπροστινή κάμερα;» λέει περιμένοντας ενδεχομένως επαίνους για το υπερσύγχρονο κινητό του. «Άσε που…» ξεκινάει να λέει, αλλά η Αναστασία δεν τον ακούει. Όλες οι αισθήσεις της μοιάζουν να υπολειτουργούν προκειμένου ο εγκέφαλος να επεξεργαστεί το οπτικό ερέθισμα. Το ερέθισμα που προκύπτει από την εικόνα που βλέπει στην οθόνη. Την τελευταία λήψη. Το βλέμμα της μένει καρφωμένο στην πάνω δεξιά γωνία, πίσω από τη χαμογελαστή νονά. Εκεί που εμφανίζεται ένα οικείο πρόσωπο. Ένα επώδυνα οικείο πρόσωπο που άθελά του προκάλεσε μια βαθιά ρωγμή στο κάδρο της οικογενειακής φωτογραφίας. 

Θέλει να σιγουρευτεί. Άλλο η φωτογραφία, άλλο ο πραγματικός κόσμος, σκέφτεται. Δεν δυσκολεύεται να την εντοπίσει. Στέκεται λίγα μέτρα μακρύτερα. Οι ματιές τους συναντιούνται στιγμιαία. Η γυναίκα δεν μοιάζει να την αναγνωρίζει. Ούτε καν γύρισε να την ξανακοιτάξει.

Κοιτάει πίσω της. Θέλει να σιγουρευτεί. Άλλο η φωτογραφία, άλλο ο πραγματικός κόσμος, σκέφτεται. Δεν δυσκολεύεται να την εντοπίσει. Στέκεται λίγα μέτρα μακρύτερα. Οι ματιές τους συναντιούνται στιγμιαία. Η γυναίκα δεν μοιάζει να την αναγνωρίζει. Ούτε καν γύρισε να την ξανακοιτάξει. Συνεχίζει να μιλάει στο κινητό, καθώς στηρίζει την πλάτη της σε έναν στύλο οδοφωτισμού. Η Αναστασία την παρατηρεί πιο προσεκτικά. Δεν υπάρχει πια αμφιβολία. Είναι εκείνη. Η κοκκινομάλλα από το νησί. Τα κόκκινα μαλλιά πιασμένα σε έναν απρόσεχτο κότσο. Όπως τότε. Είναι όμως πιο θαμπά – λογικό, σκέφτεται η Αναστασία, πάνε και τόσα χρόνια. Τόσα χρόνια. Η Αναστασία θα έκλεινε τα δεκαοκτώ. Εκείνη λίγο μεγαλύτερη. Να ’ταν είκοσι τρία, το πολύ είκοσι τέσσερα. Κάπως πιο γεμάτη· τα λακκάκια όμως απαράλλαχτα. Το ίδιο και τα μάτια της. Αυτά τα μεγάλα, καστανά μάτια που στρέφονται ξανά στην Αναστασία. Την κοιτάει εξεταστικά, λες και προσπαθεί να θυμηθεί από πού την ξέρει.

Όπως τότε. Η Αναστασία ακολουθούσε την πομπή του Επιταφίου. Η θεία της είχε προπορευτεί με κάποιες φίλες της. Η Αναστασία κοντοστάθηκε και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών για να εντοπίσει τη θεία της μέσα στο πλήθος. Μεγάλη Παρασκευή και τότε. Όπως σήμερα. Οι ναύτες, ντυμένοι στα λευκά, κουβαλούσαν τον επιτάφιο στους ώμους τους. 

Η κοκκινομάλλα συνεχίζει να την κοιτάει, προσπαθεί ενδεχομένως να ανασύρει την ανάμνηση, να συνδέσει την εικόνα με το γεγονός. Η Αναστασία αποστρέφει το βλέμμα. Νιώθει να ντρέπεται. Όπως τότε. Ντρέπεται αλλά δεν πρέπει να το δείξει. Από μικρή είχε εκπαιδευτεί να κρύβει όσα αισθάνεται. Να πνίγει μέσα της τα συναισθήματα, να τα αγνοεί ως ενοχλητικό θόρυβο που αλλοιώνει τη μελωδία.

Η κοκκινομάλλα έχει κλείσει το κινητό και συνεχίζει να παρατηρεί την Αναστασία με τα μεγάλα καστανά της μάτια. Ίσως και να της νεύει προειδοποιητικά, όπως τότε. «Πρόσεχε!» της φώναξε με τη μπάσα φωνή της. Η Αναστασία απόρησε. «Το κερί σου» είπε η κοκκινομάλλα και με το πηγούνι έδειξε τη φλόγα που πλησίαζε επικίνδυνα προς τις μπούκλες της προπορευόμενης γυναίκας. Η Αναστασία κούνησε πέρα δώθε το κίτρινο κερί μέχρι που η φλόγα του έσβησε. Η κοκκινομάλλα ήταν πια δίπλα της. Την κοιτούσε κατάματα. Όπως τώρα. «Δεν χρειαζόταν να το σβήσεις» είπε και έβαλε την παλάμη της πάνω από το δικό της κερί που έκαιγε ακόμη, για να δείξει στην Αναστασία πώς προστατεύουν τη φλόγα. 

«Συγγνώμη», ήταν το μόνο που σκέφτηκε να πει η Αναστασία μέσα στην ταραχή της. «Από μένα γιατί ζητάς συγγνώμη;» είπε η κοκκινομάλλα χαμογελώντας. «Από την κυρία που παραλίγο…», και έδειξε τις προπορευόμενες μπούκλες. Η Αναστασία σάλιωσε τον δείκτη και τον αντίχειρα, κι έσφιξε το φιτίλι για να βεβαιωθεί ότι δεν θα ξανανάψει. «Μην το πετάξεις όμως, είναι αμαρτία» της είπε. «Τα κεριά της μεγάλης Παρασκευής τα φυλάμε». Η Αναστασία ένευσε καταφατικά, ας μην είχε ιδέα τι της έλεγε. «Για όταν έχει κακοκαιρία» της εξήγησε η κοκκινομάλλα. «Τ’ ανάβουμε για να ημερέψει η θάλασσα». Η Αναστασία χαμογέλασε αμήχανα. «Δεν είσαι από ’δω, ε;» τη ρώτησε η κοκκινομάλλα.

Η Αναστασία σήκωσε τα φρύδια κατά πάνω. «Για το Πάσχα έχω έρθει. Μένω στο σπίτι της θείας μου στην Πόλη». Ήταν η χρονιά που αρρώστησε ο πατέρας της. Η μαμά της αποφάσισε να τη στείλει για το δεκαπενθήμερο των πασχαλινών διακοπών στον Πόρο. «Να διαβάσεις με την ησυχία σου για τις Πανελλαδικές. Στην Αθήνα τι θα κάνεις; Θα κουβαλιέσαι στο νοσοκομείο όλες τις γιορτές;» ρώτησε η μητέρα χωρίς να περιμένει την απάντηση της κόρης. Και τι να κάνω με τη θεία στον Πόρο, σκέφτηκε η Αναστασία αλλά δεν αντιμίλησε. Αρκετές έννοιες είχε η μάνα της.

«Αύριο τι κάνεις;» διέκοψε τις σκέψεις της η κοκκινομάλλα. 

Όπως έκανε την κίνηση αυτή, η αριστερή τιράντα του φορέματος έπεσε πιο χαμηλά στο μπράτσο. Η κοκκινομάλλα επανάφερε την τιράντα στο θέση της με τον δείκτη του χεριού της. Κοίταξε της Αναστασία κατάματα. «Το πρωί θα πάω να μαζέψω λουλούδια» της είπε. «Έλα για παρέα».

Δεν ξέρω, υπονόησε η Αναστασία ανασηκώνοντας τους ώμους. Όπως έκανε την κίνηση αυτή, η αριστερή τιράντα του φορέματος έπεσε πιο χαμηλά στο μπράτσο. Η κοκκινομάλλα επανάφερε την τιράντα στο θέση της με τον δείκτη του χεριού της. Κοίταξε της Αναστασία κατάματα. «Το πρωί θα πάω να μαζέψω λουλούδια» της είπε. «Έλα για παρέα». Η πομπή είχε πια φτάσει στην πλατεία Ηρώων. «Λουλούδια;» ρώτησε η Αναστασία.

«Ναι. Λουλούδια» είπε η κοκκινομάλλα και σούφρωσε τα χείλη. «Δεν σου αρέσουν;» Η Αναστασία έψαχνε κάτι να της απαντήσει. Κάτι που να μην ακουστεί χαζό. Τελικά δεν μίλησε, παρά χαμογέλασε συνεσταλμένα. «Στις έντεκα ακριβώς, θα σε περιμένω μπροστά απ’ το ταχυδρομείο». «Εντάξει» είπε η Αναστασία. Λες κι έχω κάτι καλύτερο να κάνω, σκέφτηκε. «Στις έντεκα θα ’μαι εκεί» υποσχέθηκε κι έφυγε προτού φτάσει η πομπή στην εκκλησία. Όλο το βράδυ έμεινε ξάγρυπνη. Σκεφτόταν τα λουλούδια, ίσως και τα μεγάλα καστανά μάτια της κοκκινομάλλας. Είχε κάτι παράξενο το βλέμμα της, σκεφτόταν η Αναστασία. Όχι τόσο το βλέμμα, όσο ο τρόπος που την κοιτούσε. Ο ύπνος την πήρε ξημερώματα. Όταν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, το ρολόι έδειχνα έντεκα παρά είκοσι. Ίσα που πρόλαβε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της και να φορέσει ένα λεπτό φούτερ. Ασιδέρωτο, όπως πρόσεξε από μια πλάγια ματιά στον ολόσωμο καθρέφτη στην κομότα της θείας. Ασιδέρωτο, τι να κάνω, σκέφτηκε. Είχε ρίξει τα ρούχα της όπως όπως στο σακ-βουαγιάζ για να προλάβει το ΚΤΕΛ. 

«Πού πας καλέ τόσο βιαστικά;» απόρησε η θεία και έκλεισε το βιβλίο που διάβαζε.
«Μια βόλτα» απάντησε η Αναστασία, όπως ίσιωνε τα μαλλιά με τα δάχτυλα μπροστά από τον καθρέφτη.
«Με ποιον;» απόρησε η θεία και κατέβασε τα γυαλιά πρεσβυωπίας.
«Με μια φίλη».
«Φίλη;» απόρησε η θεία και φύσηξε μια τουλούπα καπνού από το σλιμ τσιγάρο της. 
«Όχι ακριβώς φίλη» είπε η Αλεξάνδρα και έφερε τα χέρια χιαστί στο ύψος της μέσης. «Μια κοπέλα που γνώρισα χθες, στον επιτάφιο».

«Κοπέλα; Σίγουρα;» ρώτησε η θεία. «Μήπως γνώρισες κανέναν ναύτη από το άγημα;» και χαμογέλασε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που επιστρατεύουν οι θείες που θέλουν να γίνουν συνένοχες μιας ανομολόγητης αταξίας. Η Αναστασία κάτι μουρμούρισε πριν κλείσει την πόρτα και η θεία ξανάνοιξε το Άρλεκιν με τη φθαρμένη ράχη. «Να προσέχεις. Οι ναύτες…» ξεκίνησε να λέει, αλλά η Αναστασία δεν άκουγε. Ήταν ήδη στον κήπο. Το μυαλό της ακόμα πιο μακριά.

Όταν έφτασε στο ταχυδρομείο, η κοκκινομάλλα την περίμενε ήδη. Στηριζόταν στον στύλο της ΔΕΗ. Όπως τώρα στηρίζεται στον φανοστάτη. Φοράει και τώρα τζιν. Όπως τότε. Εκείνο βέβαια ήταν ξεβαμμένο με σκισίματα στα γόνατα. Από πάνω φοράει ένα γαλάζιο πουκάμισο. Τότε φορούσε ένα εφαρμοστό μπλουζάκι που έγραφε «Princess».

«Χαρά» είπε με τη βραχνή φωνή της. «Η χαρά όλη η δική μου» απάντησε η Αναστασία. Είχε μετανιώσει γι’ αυτό που είπε πριν καν ξεκινήσει να γελάει η κοκκινομάλλα. Ήταν μια φράση που χρησιμοποιούσε ο πατέρας της. «Όχι, εννοώ ότι Χαρά είναι το όνομά μου», και συνέχισε να γελάει. Γέλασε και η Αναστασία. Ξεκίνησαν να περπατούν στον παραλιακό δρόμο. Η Αναστασία της είπε για το σχολείο, τις εξετάσεις, για τον μπαμπά της – «Η χαρά όλη δική μου» μιμήθηκε τη φωνή του όπως τον έφερε στον νου της ωχρό, να χάνεται σχεδόν στα λευκά σεντόνια της κλινικής. Η Χαρά την άκουγε χωρίς να λέει πολλά. Προχωρούσε με τα χέρια στις πίσω τσέπες του τζιν. Πού και πού έκανε ολοστρόγγυλες φούσκες με την τσίχλα της. Η Αναστασία συνέχισε να μιλάει. Ήταν λες και τα κρατούσε για να τα πει μαζεμένα. 

Η Αναστασία κοιτούσε τα χαλάσματα του ναυστάθμου. «Ευκαιρία να λιαστούμε», είπε η Χαρά και έδειξε με τα φρύδια κατά πάνω. Η Αναστασία ένευσε καταφατικά. Η Χαρά έβγαλε τη μπλούζα της. Έμεινε με ένα αθλητικό σουτιέν, απ’ αυτά που φορούσε η Αναστασία στη γυμναστική. Η Αναστασία απέστρεψε από διακριτικότητα το βλέμμα.

Η Χαρά τη διέκοψε μόνο για να της δείξει ένα ξέφραγο οικόπεδο. «Από ’δω θα κόψουμε λουλούδια». Η Αναστασία ένευσε ότι συμφωνεί. «Μ’ αρέσουν τα λουλούδια» είπε η Χαρά. «Ομορφαίνουν τη μέρα σου, χωρίς να σου ζητάνε τίποτα». Η Αναστασία δεν απάντησε. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να απαντήσει με κάτι εξίσου βαθυστόχαστο, αλλά δεν της ερχόταν. Συνέχισαν τη βόλτα. Πέρασαν μέσα στο παραλιακό δάσος και όταν έφτασαν στον Ρωσικό ναύσταθμο, η Χαρά της έκανε νόημα με το χέρι να την ακολουθήσει μέχρι την αμμουδιά. Τράβηξε δύο ξαπλώστρες από μια στοίβα στο πλάι της κλειστής καντίνας. Τις έσυρε στην λασπώδη από τις χειμωνιάτικες βροχές άμμο. Η Αναστασία κοιτούσε τα χαλάσματα του ναυστάθμου. «Ευκαιρία να λιαστούμε», είπε η Χαρά και έδειξε με τα φρύδια κατά πάνω. Η Αναστασία ένευσε καταφατικά. Η Χαρά έβγαλε τη μπλούζα της. Έμεινε με ένα αθλητικό σουτιέν, απ’ αυτά που φορούσε η Αναστασία στη γυμναστική. Η Αναστασία απέστρεψε από διακριτικότητα το βλέμμα. Πήρε στα χέρια της λουλούδια που είχε μαζέψει η Χαρά. Όμορφα, ντελικάτα λουλούδια με διάφανα πέταλα που σκούραιναν όσο πλησίαζαν στη μωβ κορώνα τους.

«Εσύ;» ρώτησε η Χαρά. «Δεν θέλεις να μαυρίσεις;» Η Αναστασία δεν απάντησε. Ντρεπόταν. Είχα εκπαιδευτεί να ντρέπεται. Αρκέστηκε να σηκώσει τα μανίκια του λεπτού φούτερ και ξάπλωσε στη διπλανή ξαπλώστρα. Έμειναν για ώρα στην ίδια στάση, αφήνοντας τον ήλιο να τις αποχαυνώνει. 

«Έχεις αγόρι;» ρώτησε ξαφνικά η Χαρά. «Όχι» απάντησε η Αναστασία. Όχι ακόμη, ήθελε να προσθέσει. «Όχι πια» είπε, λες και ντρεπόταν γι’ αυτό που ξεστόμισε. Κάλυψε τα μάτια της με την παλάμη, τάχα ότι την ενοχλούσε ο ήλιος, Φοβόταν ότι θα αποκαλυφθεί το ψέμα της. Είχε άλλωστε εκπαιδευτεί να φοβάται. Μεσολάβησαν λίγες στιγμές ησυχίας. Δεν ακουγόταν παρά ο απαλός παφλασμός των κυμάτων στα φαγωμένα βράχια. Ίσως και η καρδιά της που χτυπούσε γρήγορα. Η Χαρά της είπε ότι εκείνη έχει αγόρι. «Είναι υπαξιωματικός, εδώ στο Ναύσταθμο. Αρχικελευστής» και έφερε τα δάχτυλα στον κρόταφο. «Ωραία» απάντησε η Αναστασία γιατί δεν έβρισκε κάτι πιο ταιριαστό. 

Έκλεισε ξανά τα βλέφαρα. Όταν τα ξανάνοιξε είδε τη Χαρά δίπλα της. Είχε καθίσει στην άμμο με τα πόδια σταυρωμένα, λες κι έκανε γιόγκα. Έσκυψε προς το μέρος της, στηρίζοντας τον αγκώνα στην ξαπλώστρα. Με το άλλο χέρι, χάιδεψε τα μαλλιά της Αναστασίας προς τα πίσω, απομακρύνοντας τις τούφες που έριχνε ο αέρας στα μάτια της. Ξεροκατάπιε και η Αναστασία πρόσεξε τα λακκάκια στα μάγουλα που βάθαιναν σαν σάρκινα οροπέδια. Έκλεισε ξανά τα βλέφαρα και σαν αυτό να ήταν το παρασύνθημα, η Χαρά έσκυψε ακόμη πιο κοντά της, και αργά, πολύ αργά, έφερε τα χείλη της πάνω από το μάγουλο της Αναστασίας. Δεν τη φίλησε, τα ακούμπησε απλώς στο δέρμα της, όπως οι μανάδες που ελέγχουν τη θερμοκρασία των μωρών. 

Η Αναστασία κράτησε τα μάτια κλειστά, ο ήλιος την τύφλωνε, τυφλή που δεν θέλει να βρει το φως της, σκέφτηκε κι αμέσως έπαψε να σκέφτεται. Ένιωθε τα χείλη της Χαράς να πιέζουν τα δικά της. Στην αρχή πιο διστακτικά, στιγμιαία, μετά πιο επίμονα αλλά ακόμη απαλά, και αφού πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα –ή μήπως λεπτά, ή μήπως ώρες;– τα πίεσε πιο έντονα, μέχρι που δεν της έμεινε άλλη ανάσα. Βαθιά ανάσα που έγινε ακόμη βαθύτερη όπως ένιωσε τα ακροδάχτυλα της Χαράς στο γόνατό της. Κι αμέσως μετά τους κόμπους των δαχτύλων της να διατρέχουν το εσωτερικό των μηρών της. Τα έβλεπε όλα μέσα από μια αχλή βγαλμένη από όνειρο, την τύφλωνε ο ήλιος, τη ζάλιζε, δεν ένιωθε πια τίποτα. Τίποτα. Ούτε καν ντροπή. Αισθανόταν απλώς ένα αδιόρατο μούδιασμα που ξεκινούσε από ψηλά στον αυχένα και έφτανε στη βάση της σπονδυλικής στήλης. 

Ο δρόμος της επιστροφής φάνηκε στην Αναστασία πιο σύντομος. Ίσως γιατί δεν χάζευαν ολόγυρα, ούτε έκοβαν λουλούδια όπως στον πηγεμό. Όταν έφτασαν στην πόλη, η Χαρά της είπε ένα βραχνό «αντίο» και η Αναστασία την αποχαιρέτησε χωρίς να ανταλλάξουν ούτε βλέμμα. 

Όταν σηκώθηκε από την ξαπλώστρα, τα πόδια της έτρεμαν, λες και είχε τρέξει μαραθώνιο. Η Χαρά της ίσιωσε ξανά τα μαλλιά και επέστρεψε στη δική της ξαπλώστρα. Για ώρα έμειναν σιωπηλές. Ακουγόταν μόνο το κύμα και η τσιχλόφουσκα της Χαράς. Ο δρόμος της επιστροφής φάνηκε στην Αναστασία πιο σύντομος. Ίσως γιατί δεν χάζευαν ολόγυρα, ούτε έκοβαν λουλούδια όπως στον πηγεμό. Όταν έφτασαν στην πόλη, η Χαρά της είπε ένα βραχνό «αντίο» και η Αναστασία την αποχαιρέτησε χωρίς να ανταλλάξουν ούτε βλέμμα. 

Η Αναστασία έδωσε στη θεία της το μπουκετάκι που είχε μαζέψει. Η θεία δάγκωσε το τσιγάρο και στρίμωξε τα λουλούδια σε ένα διάφανο βάζο με στενό λαιμό. Έγειρε τον κορμό της προς τα πίσω και τα παρατήρησε χωρίς να αφήσει το τσιγάρο από τα χείλη. Μετά γύρισε και κοίταξε εξεταστικά την ανιψιά της. «Ξέρεις πώς λέγεται;», τη ρώτησε. Η Αναστασία τα έχασε. Με παρακολουθούσε, σκέφτηκε. «Γιατί ρωτάς;» είπε και έδεσε τα χέρια μπροστά στο στήθος. «Για να δω αν ξέρεις» είπε η θεία και ξεφύσηξε τον καπνό προς τα πάνω. «Χαρά» είπε και απέφυγε το βλέμμα της θείας. «Τι;» είπε εκείνη σμίγοντας τα φρύδια. «Λέγεται Χαρά» είπε η Αναστασία πιο δυνατά. Απότομα. Δεν είχε δουλειά να μπλέκεται στη ζωή της. «Τι χαρά, παιδάκι μου; Για το λουλούδι λέω. Ξέρεις πώς λέγεται;»

Η Αναστασία πισωπάτησε, λες και ήθελε να απομακρυνθεί απ’ το σφάλμα της. Κοίταξε το σαρκώδες λουλούδι με τα μωβ άνθη. Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι. Δεν είχε ιδέα πώς ονομάζονται τα λουλούδια. Με το ζόρι αναγνώριζε τα τριαντάφυλλα. «Πασιφλώρα», είπε η θεία και χαμογέλασε και άγγιξε προσεχτικά τα λεπτά, σαν από τσιγαρόχαρτο, φύλλα του. «Πασιφλώρα» επανέλαβε συλλαβιστά, «το λουλούδι του πάθους» και κοίταξε κατάματα την Αναστασία. Εκείνη απέστρεψε το βλέμμα. Ντρεπόταν. Είχε εκπαιδευτεί να ντρέπεται.

Το μεσημέρι έπεσε για ύπνο νηστική. Το στομάχι της άδειο, αλλά ήταν σαν να είχε καταπιεί μολύβι. Το κεφάλι της έκαιγε, οι αρθρώσεις της πονούσαν. Κρύωμα, σκεφτόταν, ίωση ή κάτι άλλο που δεν μπορούσε να ονομάσει. Δεν μπορούσε ή δεν έπρεπε. Έπεσε σε έναν ληθαργικό ύπνο γεμάτο με ταραγμένα όνειρα. Όταν την ξύπνησε η θεία, είχε πια νυχτώσει. «Σήκω, θα χάσουμε την Ανάσταση» φώναξε. 

Το προαύλιο της εκκλησίας ήταν γεμάτο από κόσμο. Δεν άργησε να εντοπίσει και τη Χαρά. Αντί για το κίτρινο κερί της χθεσινής περιφοράς, κρατούσε μια λευκή λαμπάδα. Το άλλο της χέρι ήταν περασμένο στον αγκώνα του Αρχικελευστή. Εκείνος στεκόταν κορδωμένος. Η ορθογώνια πλάτη του τέντωνε τη λευκή φρεσκοσιδερωμένη στολή. Η Χαρά έκανε νόημα στην Αναστασία να πάει κοντά τους. «Από ’δω η Αναστασία» είπε η Χαρά και την έδειξε με το σβηστό φιτίλι του κεριού. Ο αρχικελευστής είπε κάτι απροσδιόριστο μέσα από τα δόντια του και κοίταξε ψηλά. Ο ουρανός φωτιζόταν από τα πρώτα βεγγαλικά. Η Χαρά έσκυψε και της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. «Χριστός Ανέστη» είπε και της χάιδεψε την πλάτη. «Χρόνια πολλά και για τη γιορτή σου». Η Αναστασία την ευχαρίστησε και κοίταξε κάτω: Τα λευκά παπούτσια του Αρχικελευστή.

Είναι εκεί. Είναι ακόμη εκεί. Σκυφτή δίπλα από την ξαπλώστρα να την κοιτάει κατάματα. Είναι εδώ. Πάντα εδώ ήταν, αλλά η Αναστασία επέμενε να την αγνοεί.

Όπως τώρα. Και τώρα κάτω κοιτάει, τα παπούτσια του Θωμά. «Τι έπαθες βρε Αναστασία, θα μου πεις;» επιμένει εκείνος. «Τίποτα, τίποτα, μια ζαλάδα» του απαντάει. Ο Θωμάς επιμένει να τη ρωτάει τι έπαθε. Η Αναστασία τον διαβεβαιώνει ότι δεν είναι κάτι σοβαρό. Κάθεται στο τσιμεντένιο πεζούλι και ζητάει το κινητό του. «Τι το θες;» απορεί ο Θωμάς. «Για να ξαναδώ τη φωτογραφία που βγάλαμε». Ο Θωμάς της το δίνει και ανασηκώνει τους ώμους προς τους νονούς. 

Η Αναστασία εστιάζει στη φωτογραφία πιέζοντας τον αντίχειρα και τον δείκτη στην οθόνη. Τα πιέζει σαν να τιμωρεί τη συσκευή. Δεν την ονειρεύτηκα, σκέφτεται. Ήταν πράγματι εκεί. Φλου, στο φόντο, όπως και η ανάμνηση της Μεγάλης Παρασκευής. Φλου, αλλά ήταν εκεί. Ήταν εδώ. Η εικόνα της σχηματίζεται τρισδιάστατη μπροστά στα μάτια της. Είναι εκεί. Είναι ακόμη εκεί. Σκυφτή δίπλα από την ξαπλώστρα να την κοιτάει κατάματα. Είναι εδώ. Πάντα εδώ ήταν, αλλά η Αναστασία επέμενε να την αγνοεί. Ο θόρυβος που αλλοιώνει τη μελωδία. «Χάλια βγήκαμε» λέει και πατάει το πλήκτρο με τον κάδο απορριμμάτων. «Τη σβήνω». «Μα γιατί;» αρπάζεται ο Θωμάς. «Δεν φταις εσύ» του χαμογελάει η Αναστασία. «Η κάμερα τελικά, δεν είναι τόσο καλή». Το ίδιο βράδυ, στην περιφορά του Επιταφίου, η Αναστασία κρατούσε ένα κίτρινο κερί. Κι όλο κοιτούσε κάτω. 


alt

Info
Ο Γιάννης Γορανίτης γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Η συλλογή διηγημάτων του, 24 (εκδ. Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο και απέσπασε το «Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα» του περιοδικού Ο Αναγνώστης. Διηγήματά του έχουν βραβευτεί σε διαγωνισμούς, έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους.

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΓΟΡΑΝΙΤΗ

alt

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ορφέας σπαρασσόμενος

Ορφέας σπαρασσόμενος

Της Άρτεμης Γρίβα

Ω εσείς τρισκατάρατοι Πλούτωνα και Περσεφόνη, που σκαρφιστήκατε την καταδίκη μου! Ωιμέ, ο βαριόμοιρος εγώ! Μαύρη η ώρα που γύρισα και σε κοίταξα, Ευρυδίκη, εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα μπροστά στην πύλη...
Ο κύριος Εξαπίνης και το αχανές βασίλειο του Τονάζ

Ο κύριος Εξαπίνης και το αχανές βασίλειο του Τονάζ

Παραμύθι για ενήλικα παιδιά.

Της Δήμητρας Λουκά

Ο κύριος Εξαπίνης ήταν ο προσωπικός φωτογράφος της βασιλικής οικογένειας του Τονάζ, ενό...

Εκείνη την ημέρα

Εκείνη την ημέρα

Του Αντώνη Μυλωνάκη

«Η πίστη μπορεί να ανάψει φωτιά, που ούτε ο Θεός έχει τη δύναμη να σβήσει»

1

Σήμερα εί...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Το καζίκι του Μπρεχτ

Το καζίκι του Μπρεχτ

Ήταν ο Μπέρτολτ Μπρεχτ λογοκλόπος; Ή μήπως απλώς «δανείστηκε» κάποιους ξένους στίχους που «του είχαν αρέσει»;

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Για το θεατρόφιλο Βερολίνο του 1929, το μεγάλο γεγονός της χρονιάς ήταν δίχως άλλο Η όπερα...

8 ελληνικά αστυνομικά που αξίζει να διαβάσετε

8 ελληνικά αστυνομικά που αξίζει να διαβάσετε

Επιλογή οκτώ βιβλίων από τις πρόσφατες κυκλοφορίες ελληνικών αστυνομικών μυθιστορημάτων και θρίλερ.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

...

Μια ανάμνηση από τον Γιάννη Τσαρούχη και επίσκεψη στο «σπίτι του»

Μια ανάμνηση από τον Γιάννη Τσαρούχη και επίσκεψη στο «σπίτι του»

Η ανάμνηση μιας συνάντησης με τον καλλιτέχνη τη δεκαετία του 80 μπλέκεται με την πρόσφατη επίσκεψή μας στο «Μουσείο Αμαρουσίου», πλέον «Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη», με αφορμή την έκθεση «Ερριμμένες σκιές».

Της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...
Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Katharine Anne Porter «Το πλοίο των τρελών» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), που κυκλοφορεί στις 3 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σχεδόν όλοι όσοι βρίσκ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

13 Ιανουαρίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

Δημήτρης Κουρέτας: «Ελιές, τυρί, ντομάτα, κρεμμύδι, αρκούν»

Συνέντευξη με τον καθηγητή Βιοτεχνολογίας του πανεπιστημίου Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα, με αφορμή το βιβλίο «Διαλειμματική νηστεία και αποφυγή νόσων» (εκδ. Αρμός). Της

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ