to spiti tou bindermann

Σου είχα πει κάποτε: Αν ποτέ το σκεφτείς στα σοβαρά, αν δεν την παλεύεις άλλο, πάρε με να περάσω. Ό,τι και να γίνει. 

Διήγημα του Χρήστου Μπουραντά

 

Και θα ’ρθω τρέχοντας στη γειτονιά σου, στο πι και φι, στο γνωστό στενάκι, Γλασκώβης 5, μ’ ένα κρασί παραμάσχαλα, με τον καλύτερό μου εαυτό.

Έχει γεράσει κι άλλο χωρίς εμάς το παλιόσπιτο, έγινε ό,τι ήταν πάντα, μια μουντή ομοφωνία, ένα τέρας αντιπαροχής, ανεβαίνω γοργά τα σκαλάκια, χτυπάω συνθηματικά δυο φορές και μια τρίτη κοφτή, το ταμπελάκι Μπίντερμαν έχει πια ξεθωριάσει, ακόμα ν’ αλλάξεις όνομα στο κουδούνι, στους λογαριασμούς, στις παραγγελίες πίτσας, στο κοινό μας λεξιλόγιο, το θυροτηλέφωνο φτύνει λέξεις μαζί με παράσιτα, ρωτάει απρόθυμα ποιος είναι, άνοιξέ μου, ρε βλάκα, η βαριά εξώθυρα σκουπίζει μια στοίβα ειδοποιητήρια όσο τη σπρώχνω, μυρωδιά από χλωρίνη και μούχλα, από τα υπόγεια αντηχούν ανατολίτικες μελωδίες και βραχνοί διάλογοι, το παλιό ασανσέρ με τη δίφυλλη πόρτα μοιάζει ακόμα με φέρετρο, μπαίνω μέσα, κλείνω τα μάτια.

Στον τέταρτο ο Τζου μου ανοίγει νυσταγμένα, φοράει ένα πλεκτό πουλόβερ γεμάτο τρίμματα κι ένα στραβωμένο γεια χαρά, τον ταΐζεις καλά τον μπέμπη σκέφτομαι, ρωτάω πού είσαι, δείχνει το δωμάτιό σου, έχεις να βγεις από χτες λέει, έχεις μπει, λέει σε βιντεοφάση, γνέφω όλο κατανόηση, βαδίζω στα ενδότερα, τα αιθέρια έλαια δεν καλύπτουν την οσμή του τηγανόλαδου, ένα άγνωστο πλήθος έχει κατασκηνώσει στο σαλόνι, αγόρια με ράστα, κορίτσια με τατουάζ, δάχτυλα με γκολουάζ, ρούμι με κόλα, το τελευταίο του Μάνου Τσάο, ακροβατικά σε στρωματάκια, τσάκρας και βαθιές εισπνοές, τα έπιπλα ελαφρώς πειραγμένα, η πλαστική βαφή κρέμεται απ’ το ταβάνι σα νεκρικό σάβανο, σου ’χα πει κάποτε, τ’ ακρυλικά δεν πιάνουν στις παλιές οροφές, ο ψηλός με τις τζίβες κοιτάζει καχύποπτα, διαβάζει τη σκέψη μου, ποιος είμ’ εγώ που ήρθα να κριτικάρω το ταβάνι, καιρό έχω να φανώ στα πέριξ, να φέρω κρασί, να κάνω γιόγκα, να παίξω το τελευταίο του Μάνου Τσάο, να ρίξω ένα βάψιμο, να ρίξω ένα κατούρημα, να γίνω ένα μέρος του όλου, σ’ αυτήν εδώ τη φωλιά των κατατρεγμένων, της μικρής ουτοπίας σου, του σπιτιού μας.

Πού να ’ξερε ο ψηλός, μαζί γράφαμε τα συμβόλαια, πέντε στο τεσσάρι, λίγοι και καλοί, ο Τάσος με τη Γιώτα, το ζωάκι μας ο Τζου, Εγώ, Εσύ, η πολυθρόνα του Μπίντερμαν, δυο γλάστρες, ένα ψυγείο, μια φλοκάτη απ’ τη Μεσσηνία, ένα ντιβάνι απ’ τα σκουπίδια, η Κοινωνία του Θεάματος του Γκυ Ντεμπόρ, κλεμμένα DVD, κλεμμένες ατάκες από ταινίες του Ταραντίνο, όλη η ζωή μας σινεμά, όλα τα θηρία μαζεμένα, όλα για όλα, αγία οικογένεια, τα λόγια είναι περιττά. Μου χες πει κάποτε, είμαστε μια γροθιά εσύ κι εγώ, θιασάρχες, κολώνες του σπιτιού, σε πίστεψα, αρχισυμμορίτες, το ’να χέρι νίβει τ’ άλλο, πάντα σε πίστευα, και ζήσαμε εμείς καλά, κι οι άλλοι τρεις καλύτερα.

Δε μάθαμε ποτέ ποιος ήταν ο Μπίντερμαν, δε χρειάστηκε, με τα χρόνια η λίστα μάκραινε, πλούσιος εβραίος βιοτέχνης λινών, επιζών ολοκαυτώματος, κατάσκοπος της Μοσάντ σε αποστρατεία, ληστής με τα μαύρα, ταμίας στο πεντάγωνο, εξόριστος πρίγκιπας της Μπίντερλαντ, φυγόδικος διαγαλαξιακός πειρατής, υπερήρωας σε υπερωρία, βαμπίρ με δυσανεξία στο αίμα, τσιράκι του σατανά, ραβίνος, χήρος, εισοδηματίας, κάποιος άγνωστος.

Δε μάθαμε ποτέ ποιος ήταν ο Μπίντερμαν, δε χρειάστηκε, με τα χρόνια η λίστα μάκραινε, πλούσιος εβραίος βιοτέχνης λινών, επιζών ολοκαυτώματος, κατάσκοπος της Μοσάντ σε αποστρατεία, ληστής με τα μαύρα, ταμίας στο πεντάγωνο, εξόριστος πρίγκιπας της Μπίντερλαντ, φυγόδικος διαγαλαξιακός πειρατής, υπερήρωας σε υπερωρία, βαμπίρ με δυσανεξία στο αίμα, τσιράκι του σατανά, ραβίνος, χήρος, εισοδηματίας, κάποιος άγνωστος.  

Σε βρίσκω θαμμένη κάτω απ’ τα σκεπάσματα, το δωμάτιό σου τμήμα απολεσθέντων θεματικού πάρκου, σου ’χα πει κάποτε ξεφορτώσου τη σαβούρα, βολεύομαι στην άκρη του κρεβατιού, μας χωρίζει ένα βουνό κασέτες, το μπλε φως της παλιάς τηλεόρασης γυαλίζει πάνω στα μάτια σου, μοιάζεις με τα ανδροειδή απ’ το Blade Runner, ανυπόμονη σαν το μοτέρ της παλιάς βιντεοκάμερας, πού το ξέθαψες πάλι αυτό το απομεινάρι, κλασική περίπτωση βιντεοφάσης, λεξοτανίλ των έξι μιλιγκράμ, στην οθόνη ο Τάσος κι ο Τζου με τα σώβρακα, χιονίζει στην Αθήνα, το σπίτι στολισμένο, λαμπιόνια που παίζουν μουσική, οι δυο τους εκτοξεύουν κουραμπιέδες, οι μούρες τους έχουν γίνει κάτασπρες, τους φαίνεται αστείο, η Γιώτα σκουπίζει τη φλοκάτη, τα χαλιά, τα χάλια τους, εγώ παίζω παιχνίδια στο κομπιούτερ, εσύ πίσω απ’ την κάμερα, τους απειλείς ότι θα πάρουν πόδι απ’ το μπιντερμανέικο, γελάς όμως, γελάς δυνατά, τώρα χωμένη στο πάπλωμα είσαι εντελώς ανέκφραστη, τούφες απ’ την κοτσίδα σου αναπαύονται στους αδυνατισμένους ώμους, στο βίντεο ο Τάσος έχει γραπώσει τον Τζου πάνω απ’ το νιπτήρα, αδειάζει το κρεμοσάπουνο στην κεφάλα του, το ζωάκι μας κλαψουρίζει, η Γιώτα κακαρίζει, εσύ τους ζητάς να σου αγοράσουν καινούριο, εγώ λέω είστε εντελώς ηλίθιοι, πείνασα.

Τη στιγμή της κορύφωσης η εικόνα καταρρέει, πολύχρωμες κυματομορφές και ηλεκτροστατικά παράσιτα, ο ήχος θρυμματίζεται σε μικρά κομμάτια, το κάδρο ρολάρει ασπρόμαυρο, σκατά, χάλασε κι αυτή, ανακατεύεις τις κασέτες πλάι σου σα να ψάχνεις τη λύτρωση, απομαγνητίστηκαν οι πιο πολλές, θες να δούμε Απόκριες μήπως, Βαρκελώνη, Βερολίνο, ούτε καν με κοιτάς, βρίζεις και κατηγορείς τα πάντα, το βλέμμα σου εστιάζει στο κενό, μοιάζεις με ανδροειδές, ποιοι ειν’ όλοι τούτοι στο σαλόνι ρωτάω, τεντώνεσαι και χασμουριέσαι, διάφοροι, δεν τους ξέρεις, ρωτάω αν έχεις μιλήσει με τα παιδιά, λες αδιάφορα ότι ο Τάσος θα έρθει Ελλάδα για Χριστούγεννα, λέω πέτυχα τη Γιώτα στο μετρό, τρέχει και δε φτάνει με τον μικρό, γνέφεις καταφατικά, γνέφεις αδιάφορα.

Το βίντεο σταθεροποιείται, η πεντάδα καλπάζει ηρωικά στο λευκό αστικό τοπίο, χιονοπόλεμος, η Γιώτα γλιστράει και πατάει τσιρίδα, ο Τάσος κάνει να την βοηθήσει και πέφτει κι αυτός, ο Τζου μασουλάει χιόνι μπροστά στην κάμερα, ωραίο θα ήταν, λέει, με λίγο σιρόπι βύσσινο, η Αθήνα πριν την κρίση, μετά τους ολυμπιακούς, σκέτο όνειρο, πρόσωπα δίχως το βάρος δεκαπενταετίας, μοιάζουν αφύσικα τσιτωμένα, σχεδόν τρομακτικά, μας ειρωνεύονται από μια άλλη διάσταση, μες στη φτώχεια τους μας μοστράρουν μια πλούσια ζωή.

Βγαίνω έξω στο μπαλκόνι, έχει ακόμα αρκετή ζέστη για Νοέμβρη μήνα, το κλίμα έχει αλλάξει, πότε πότισες τελευταία, ο αγαπημένος σου φίκος έχει μείνει λειψός, το γιασεμί αγνώριστο, η γιούκα αγέρωχη σα να μην τρέχει τίποτα, μισώ τις γιούκες, είναι ύπουλα φυτά με λόγχες αντί για φύλλα, θα μου βγάλουν το μάτι κάποια μέρα, σα γέρος ακούγεσαι, μιλάς πίσω μου, δυνατά χέρια με αγκαλιάζουν σφιχτά, ευτυχώς σηκώθηκες από το νεκροκρέβατο, τα μαλλιά λυτά, σε φιλώ στο μέτωπο.

Τι τρέχει ρωτάω, στυλώνεις το βλέμμα στο Λυκαβηττό απέναντι, οι κόγχες των ματιών σου σα να έχουν βαθύνει τελευταία, έχεις πάρει παράξενη τροπή, όχι ότι ήσουν ποτέ κορίτσι που περπατάει στα ίσια, που μαζεύει αποδείξεις, που σιδερώνει γιακάδες, που στέκεται σε ουρές, σ’ άρεσε να κάνεις μεγάλα ταξίδια, να κοιμάσαι πολύ, να τραπεζώνεις κόσμο, να βρίζεις στο δρόμο, να γελάς δυνατά. Έτσι σε γνώρισα και πάντα βγάζαμε άκρη, καφές και ψαγμένες συζητήσεις, πάντα εμείς κι όλοι οι άλλοι, μέσα σ’ αυτό το σπιτικό, γιατί αλήθεια σ’ αφήσαμε μονάχη, σκορπίσαμε εδώ κι εκεί, νησίδες αγεφύρωτες μες στη μητρόπολη, έχουν ανέβει και τα ενοίκια τελευταία, άστα να πάνε, η κρίση γεννάει ευκαιρίες και ξένους επενδυτές, ένα δυάρι επιπλωμένο στην Κυψέλη, ένα λοφτ με θέα Φιλοπάππου, ένα απ’ όλα κι ένα χωρίς τζατζίκι, ένα ποτάκι και φύγαμε, το κέντρο μια ζώνη διασκέδασης, μαφίες, μπράβοι, καλλιτέχνες, αποικιοκράτες, το πιάνεις το νόημα, το ζουμί, το λοιπόν, έχω να δηλώσω: η Αθήνα είναι ένα κολαστήριο, το πέδιλο με κάλτσα σκέτη αηδία, οι γιούκες γριές μάγισσες που σου βγάζουν τα μάτια και τα μόνα σίγουρα στη ζωή ο θάνατος κι η εφορία.

Ο Τζου μου κάνει νόημα από μέσα να χαμηλώσω ένταση, το πλήθος έχει βγάλει κιθάρες, μπαγλαμάδες, πίνουν το κρασί που έφερα για σένα, ας είναι, δε φταίνε κι αυτοί σε τίποτα, ούτε ο ψηλός με τις τζίβες, ούτε ο γιόγκι με τα τσάκρας, καλή καρδιά πάνω απ’ όλα, ορίστε το νέο μου μότο, ίσως και το άλλο, η ελπίδα είναι για όσους δεν βλέπουν την αλήθεια, ταιριάζουν και τα δυο στην καινούργια σου παρέα, εμείς ήμασταν σίγουρα αλλιώς, λίγο μποέμ, λίγο βλαμμένοι, αυτοί είναι κατεξοχήν το δεύτερο, με κάτι τέτοια σε πικάρω μπας και ξυπνήσεις, να μου πεις σκάσε, να μου δώσεις μια κουτουλιά, κάποιο σημάδι ότι κρατάς τη σπίθα ακόμα αναμμένη, γιατί με κοιτάς σα χάνος, σαν κάποια που μάταια περίμενε στην αποβάθρα, αλήθεια, τόσο πολύ άργησα στο ραντεβού της ζωής μας, θα ορκιζόμουν έφυγα μόλις χτες, κι ότι οι κόγχες σου έχουν βαθύνει τελευταία.

Συγνώμη, πήρα πάλι φόρα, αυτό το βράδυ είναι δικό σου, με κάλεσες και ήρθα στο πι και φι, Γλασκώβης 5, εμείς κι όλοι οι άλλοι, καφές και ψαγμένες συζητήσεις, για το μοντέρνο κίνημα, τη σχολή του Μπαουχάους, τη σχολή των Ασασίνων, την ασιατική κουζίνα, τη μοριακή κουζίνα, το σωματίδιο του θεού, το παράδοξο του Φέρμι, τη γάτα του Σρέντιγκερ, γάτες γενικώς, λεοπαρδάλεις που καραδοκούν κοπάδια των γκνου στη σαβάνα, ο τελευταίος λευκός ρινόκερος που πεθαίνει σε εγκλεισμό, παρθένες φυλές του Αμαζονίου σε πρώτη επαφή με τον τηλεοπτικό φακό, οι καλύτεροι φακοί Leica σε τιμή ευκαιρίας, το καλύτερο φως για εξωτερικό γύρισμα, τα πάντα, αλήθεια, πώς και δεν έγινε ποτέ κάτι μεταξύ μας, άλλο ένα μυστήριο, όπως το σωματίδιο του Θεού, η σκοτεινή ύλη κι ο νόμος του Μέρφι, το λοιπόν, μου ’ρθε φανταστική ιδέα, τι θα ’λεγες να παντρευτούμε όπως είμαστε, να φύγουμε για πάντα μακριά, φτιάξε στα γρήγορα βαλίτσα, ένα σάντουιτς, μια πρόφαση, ντύσου ζεστά, άσε κλειδιά στον Τζου, καιρός να μάθει να επιβιώνει μόνος του, πάμε να φύγουμε σου λέω από δω μέσα.

Σ’ έκανα να γελάσεις κι αυτό μου φτάνει, σαν κάτι να έχει ζεστάνει μέσα σου τελευταία, ή απλά κρύωσε ο αέρας γύρω μας, σκοτεινιάζει στο μπαλκόνι, η ώρα περνάει ακόμα και για μας, νιώθω εντάξει με το χρόνο, τον εαυτό μου, τη φιλία μας, αλλαγή πλάνου, καθισμένοι στο τραπεζάκι της κουζίνας, ανάβεις τσιγάρο, παίρνω μια ρουφηξιά, σχεδιάζω το αποψινό βράδυ, τι λες πάμε μια βόλτα στα Εξάρχεια, πάμε σινεμά, πάμε κάπου που έχει χιόνι, κάπου θα βρούμε να πάμε, φυσάω τον καπνό, το χέρι σου μου κλείνει το στόμα, πάλι πήρες φόρα, χαλάρωσε, αλλαγή πλάνου, τόση ώρα μες στο μπάνιο, περιμένω να βγεις μπας και την κάνουμε επιτέλους, ατμοί δραπετεύουν από τη βάση της πόρτας, τώρα, στεγνώνω τα μαλλιά, αλλαγή πλάνου, κοιτιέσαι στον καθρέφτη του χωλ, φτου σου κούκλα είσαι, πάμε όμως αργήσαμε, με βρίζεις, μου δίνεις ένα πεταχτό φιλί, σκουπίζω το κραγιόν απ’ το μάγουλό μου, ανοίγω την εξώπορτα, αλλαγή πλάνου, κοντοστέκεσαι στο κατώφλι, κουράγιο, άλλο λίγο λέω, ένα δυο βήματα, ένα ασανσέρ που μοιάζει με φέρετρο, τρία τέσσερα σκαλάκια κι αυτό ήταν, ακίνητη, βουβή, κλείνω τα μάτια, σε λίγο θα είμαστε ελεύθεροι, υπομονή, σε τραβώ απ’ το χέρι, κοντοστέκεσαι, έχεις βουρκώσει, ρωτάω τι έπαθες πάλι βρε, με χαϊδεύεις, στοργικά, απολογητικά, ψελλίζεις:

Θα το ‘θελα πολύ… μα έχεις αργήσει. 

Η μορφή σου καταρρέει, κυματιστές γραμμές και πολύχρωμα ηλεκτροστατικά παράσιτα, η φωνή θρυμματίζεται σε μικρά κομμάτια, ένα νέφος από εικονοστοιχεία και λευκό θόρυβο, τρεμοσβήνεις στο φάσμα του υπεριώδους, μοιάζει με ψέμα, στέκεις παγωμένη στο χώρο, στο χρόνο, χαμογελαστά, στοργικά, απολογητικά ψελλίζεις: αγάπη μου, έχεις μπει σε βιντεοφάση. Και θα ορκιζόμουν πως τα χείλη δε σαλεύουν. Τα μαλλιά δεν ανεμίζουν. Σίγα σιγά σβήνεις. Αφήνεις πίσω ένα θολό μετείκασμα. Σκοτεινή ύλη. Το σπίτι ρολάρει, τρεμοπαίζει. Τα αντικείμενα. Σβήνουν ένα ένα. Τα έπιπλα. Το ψυγείο. Η πλαστική βαφή. Τα κάδρα. Τα κοινόχρηστα. Τα βιβλία. Οι βιντεοκασέτες. Η παλιά τηλεόραση. Τα παιδιά στο σαλόνι. Ο Τζου. Η Γιώτα. Ο Τάσος. Τα πάρτι μας. Οι καυγάδες. Οι βόλτες. Οι ανάσες. Τα ροχαλητά. Τα όνειρά μας.

Σου είχα πει κάποτε: Αν δεν την παλέψεις, πες μου να περάσω. Ό,τι και να γίνει. 

Ανοίγω τα μάτια ξαπλωμένος στο κρύο μάρμαρο, σ’ ένα σπίτι που του ’χουν μείνει μόνο τα ντουβάρια, το σπίτι κάποιου αγνώστου. Σηκώνομαι βαριά και περιφέρομαι άσκοπα, τα βήματα στον κενό χώρο αντηχούν παράταιρα. Ίσως σε μια άλλη διάσταση τα πράγματα να γίνονται αλλιώς, ίσως και να υπάρχεις. Έξω απ’ τη τζαμαρία, τα κτίρια αυτής της πόλης αντιστέκονται στους κραδασμούς του χρόνου με μια μπανάλ ειλικρίνεια, μια λαβωμένη αξιοπρέπεια. Γερνάνε αργά, αναπνέουν, στριμωχτά, πάλλονται, ασυγχρόνιστα, μέχρι το βάθος του ορίζοντα, μια εκθετική καμπύλη που τείνει στο άπειρο, ένα μωσαϊκό από μικρούς κόσμους, νησίδες αγεφύρωτες μες στη μητρόπολη.

Ας είναι, φτάνει που το ζήσαμε μαζί. Κατευθύνομαι στην έξοδο και κλείνω με δύναμη την πόρτα πίσω μου. Λείπεις ήδη απ’ τον κόσμο αυτό.

 

bourandas christosInfo
Ο Χρήστος Μπουραντάς είναι αρχιτέκτονας και ψηφιακός δημιουργός. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών. Έχει εργαστεί στον τομέα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού (2008-2017), εξερευνώντας παράλληλα κι άλλους δημιουργικούς τομείς, όπως το animation, την τέχνη πολυμέσων και τη δημιουργική γραφή. Έχει εμπλακεί σε κινηματογραφικές και θεατρικές παραγωγές στο σχεδιασμό παραγωγής και την καλλιτεχνική διεύθυνση και έχει βραβευτεί για τη μικρού μήκους ταινία του Aurelia (2015). Έχει διατελέσει εισηγητής σε εκπαιδευτικά σεμινάρια και συμμετάσχει σε ατομικές και ομαδικές εικαστικές εκθέσεις. Από το 2017 εργάζεται ως ερευνητής στο Media Art & Innovation του Ινστιτούτου Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος».

 

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Έφτασε στο Παρίσι στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο καιρός ήταν καλός, ο ήλιος έλαμπε αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Με το που κατέβηκε στην αποβάθρα του σταθμού έβγαλε τον χάρτη από τον σάκο της για να προσανατολιστεί.

Της Νατάσας Χολιβάτου

...

Εκεί που ζουν (διήγημα)

Εκεί που ζουν (διήγημα)

Πορτοκαλί, τεράστια, βελουτέ, με ανάγλυφα σχήματα, κρέμεται λοξά από σκοινί απλώματος σε μπαλκόνι τόσο δα, δίπλα σε δύο εργατικά παντελόνια και μια σειρά κάλτσες. Όλα, σχεδόν, ακουμπούν πάνω στο τεράστιο πιάτο δορυφορικής.

Της Λήδας Μιχαλοπούλου

Δεν έχ...

Μοιάζουν με δέντρα (διήγημα)

Μοιάζουν με δέντρα (διήγημα)

Όταν ο Ηλίας έπιασε την Εθνική με το μικρό του Σκόντα, ο απογευματινός ουρανός πάνω απ’ το κεφάλι του ήταν γεμάτος σύννεφα. Δυο ώρες μετά, ο ήλιος είχε πια δύσει, η βενζίνη κόντευε να εξαντληθεί και το πρόσωπό του πονούσε, στο μέτωπο και κάτω από τα μάτια.

Του Σόλωνα Παπαγεωργίου

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Ο εξαίσιος ίλιγγος (διήγημα)

Έφτασε στο Παρίσι στις δώδεκα το μεσημέρι. Ο καιρός ήταν καλός, ο ήλιος έλαμπε αλλά το κρύο ήταν τσουχτερό. Με το που κατέβηκε στην αποβάθρα του σταθμού έβγαλε τον χάρτη από τον σάκο της για να προσανατολιστεί.

Της Νατάσας Χολιβάτου

...

Εκθαμβωτικός Δημήτρης Παπαϊωάννου προσεχώς στη Στέγη

Εκθαμβωτικός Δημήτρης Παπαϊωάννου προσεχώς στη Στέγη

Το νέο έργο του Δημήτρη Παπαϊωάννου Εγκάρσιος Προσανατολισμός είναι έτοιμο και περιμένει το κοινό, μόλις ανοίξουν ξανά οι κλειστοί χώροι θεαμάτων. Φωτογραφίες © Julian Mommert.

Επιμέλεια: Book Press

Ο Εγκάρσιος Προσανατολισμ...

Εισαγωγή στις Ψηφιακές Σπουδές – χάρτης ενός νέου ψηφιακού χώρου

Εισαγωγή στις Ψηφιακές Σπουδές – χάρτης ενός νέου ψηφιακού χώρου

Για τον συλλογικό τόμο «Εισαγωγή στις ψηφιακές σπουδές» (εκδ. Ροπή), σε επιμέλεια του Μανώλη Πατηνιώτη. Στην κεντρική εικόνα, Digital art από τη ρωσίδα καλλιτέχνιδα Mignon Zakuga.

Του Δημήτρη Πετάκου

Ο συλλογικός τόμος Εισαγωγή στις Ψηφιακές Σ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Όψεις τουρισμού, του Αλέξη Χατζηδάκη (προδημοσίευση)

Όψεις τουρισμού, του Αλέξη Χατζηδάκη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Αλέξη Χατζηδάκη «Όψεις τουρισμού – Δεκαοχτώ δοκίμια για την τουριστική ανάπτυξη, τον σχεδιασμό του χώρου και την αρχιτεκτονική», που κυκλοφορεί από τις Cube Art Editions.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Τα φώτα του νότου, της Νίνα Γκεόργκε (προδημοσίευση)

Τα φώτα του νότου, της Νίνα Γκεόργκε (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Nina George «Τα φώτα του νότου» (μτφρ. Όλγα Γκαρτζονίκα), που κυκλοφορεί στις 7 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Ανήσυχα άκρα, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Ανήσυχα άκρα, του Νίκου Παναγιωτόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος, από τη συλλογή διηγημάτων του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Ανήσυχα άκρα», που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΝΗΣΥΧΩΝ ΑΚΡΩΝ

Έν...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλίο, το καλύτερο δώρο κι αυτές τις Γιορτές

Βιβλίο, το καλύτερο δώρο κι αυτές τις Γιορτές

Η πιο απροσδόκητη χρονιά φτάνει στο τέλος της. Για τους περισσότερους από εμάς δύσκολα φαντάζεται κανείς άλλη χρονιά που να έκρυβε μια τόσο μεγάλη έκπληξη για όλη την ανθρωπότητα. Δοκιμαστήκαμε και δοκιμαζόμαστε ψυχολογικά, συναισθηματικά, ηθικά, μετράμε απώλειες ανθρώπων δικών μας και αγνώστων που τους νιώθουμε όμω...

10+1 βιβλία για μαγικά Χριστούγεννα

10+1 βιβλία για μαγικά Χριστούγεννα

Μια επιλογή δέκα χριστουγεννιάτικων βιβλίων για πολύ μικρά και λίγο μεγαλύτερα παιδιά από τη βιβλιοπαραγωγή του 2020. Πρόκειται για όμορφα βιβλία που μεταφέρουν το πνεύμα των Γιορτών στους μικρούς αναγνώστες με τρυφερές καλογραμμένες ιστορίες. Στις παρακάτω επιλογές, η εικονογράφηση παρουσιάζει ποικιλία και μεγάλο ε...

Τα καλύτερα αστυνομικά του 2020

Τα καλύτερα αστυνομικά του 2020

Επιλογή 21 τίτλων από τα καλύτερα ελληνικά και μεταφρασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2020.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

11 Ιανουαρίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Πέθανε ο αγαπητός σε Ελλάδα και Γαλλία συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης

Σε ηλικία 77 ετών και έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια, πέθανε ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, όπως έγινε γνωστό από τον εκδοτικό του οίκο, τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ