alt

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Γιώργος Γλυκοφρύδης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

.countdown.

Ο θάλαμος διακυβέρνησης, ένα διθέσιο πιλοτήριο δηλαδή, με οθόνες και πολύχρωμα εικονικά πλήκτρα και κάμποσους μηχανικούς διακόπτες άλλων εποχών, με δύο πανοραμικά παράθυρα που έφταναν να γίνονται πλευρικά φινιστρίνια μέχρι τις πλάτες του κυβερνήτη και του συγκυβερνήτη, και δύο χειριστήρια χειροκίνητης πλεύσης μπροστά από τα δύο καθίσματα, ήταν μία αυτοκρατορία κόκκινων, πορτοκαλί, και μπλε χρωμάτων. Που ταίριαζε απόλυτα στην περίφραση «πλοίο του Διαστήματος».

Ένας αστροναύτης, στο κάθισμα του κυβερνήτη, κάθετα στον ορίζοντα σε θέση εκτόξευσης, περίμενε.

Το σκάφανδρό του, που όσο ελαφρύ κι αν ήταν πάντα του προκαλούσε μια αδιόρατη αίσθηση κλειστοφοβίας, που ποτέ δεν την είχε ομολογήσει ούτε στον εαυτό του, πόσο μάλλον στα κατά καιρούς τεστ της υπηρεσίας, δεν τον εμπόδιζε όμως στο να εκφράσει την σπασμένη πια υπομονή του. Γιατί δεν ήταν δα να ξεκινήσει και ταξίδι για τον Άρη. Πτήση ρουτίνας σε υψηλή τροχιά ήταν. Να μαζέψει τίποτε συντρίμμια αρχαίων δορυφόρων του 20ου αιώνα ή κάποιο εγκαταλελειμμένο παμπάλαιο Σογιούζ. «Έλεγχος εδάφους!»

Ο έλεγχος εδάφους απάντησε μισό λεπτό αργότερα.

«Ακούω, Ρουσό».
«Αναφορά επικοινωνιών».
«100%»
«Τα λέμε επάνω».
«Όπως θέλεις, Ρουσό. Καλό ταξίδι, καλή επιστροφή, κι ο Θεός μαζί σου. Φεύγεις τώρα αμέσως». 
«Ευχαριστώ».
«Ενεργοποίηση κινητήρων».
«...»
«Δέκα, εννιά, οκτώ, εφτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα».

Ένιωσε το σκάφος να βροντά ολόκληρο ως ισχυρή σεισμική δόνηση. Έβλεπε τον ουρανό, μαύρο. Έβλεπε τα αστέρια, άσπρα σημάδια πάνω στο μαύρο. Κουνήθηκε βίαια στο κάθισμά του να δοκιμάσει τις ζώνες κι οι ζώνες τον έσφιξαν στα όρια του πόνου. Αλλά για δευτερόλεπτα. Κάθισε πίσω. Ένιωσε τον πλανήτη. Η Γη τον κρατούσε κάτω. Τα πάντα τραντάζονταν με τριγμούς και θορύβους.

Το σκάφος απελευθερώθηκε κι άρχισε ν’ ανεβαίνει.

Μία ανάσα. Δύο ανάσες. Καλά ήταν όμως. Καλά. Χαμήλωσε το κεφάλι, ενώ ταρακουνιόταν ολόκληρος. Καλά ήταν. Καλά. Μέσα στο βουνό που τον είχε θάψει ήταν καλά. Πέντε φορές η βαρύτητα είκοσι τλεσσερις φορές η ταχύτητα του ήχου. Κι ο θόρυβος, ο ανείπωτος. Καλά ήταν όμως. Καλά. Και οι δέκα φορές για την ελευθερία είχαν τελειώσει. Ελεύθερος ήταν.

Ένιωσε τη βαρύτητα να τον πατά στο στήθος, να κάθεται εκεί να του βγάλει την ανάσα να του λιώσει τους πνεύμονες, να του συνθλίψει το κεφάλι. Ζαλίστηκε. Αλλά για δευτερόλεπτα. Επανήλθε. Γαμώ την τρέλα μου γαμώ... Πήρε βαθιά αναπνοή. Με δύναμη. Λες κι ετοιμαζόταν να βουτήξει. Πόνεσε στο διάφραγμα, αλλά ήταν καλά. Ένας βράχος κάθισε επάνω του κι όσο πήγαινε και μεγάλωνε. Ο βράχος μεγάλωνε. Έβγαλε και χέρια. Ήθελε να του στρίψει την καρωτίδα. Θα του έλιωνε τους ώμους αν συνέχιζε έτσι. Κι είχε ακόμη. Είχε λεπτά ακόμη να περάσουν έτσι. Θα έκανε εμετό. Όχι, όχι. Μία ανάσα. Δύο ανάσες. Καλά ήταν όμως. Καλά. Χαμήλωσε το κεφάλι, ενώ ταρακουνιόταν ολόκληρος. Καλά ήταν. Καλά. Μέσα στο βουνό που τον είχε θάψει ήταν καλά. Πέντε φορές η βαρύτητα είκοσι τλεσσερις φορές η ταχύτητα του ήχου. Κι ο θόρυβος, ο ανείπωτος. Καλά ήταν όμως. Καλά. Και οι δέκα φορές για την ελευθερία είχαν τελειώσει. Ελεύθερος ήταν.

Ο πλανήτης, όμως, εκεί, ξανά, αμετανόητος, να του μασά το στομάχι, να του τσαλακώνει τη σπονδυλική στήλη, να συμπιέζει τα κόκαλα των χεριών, να του τραβά τα πόδια, να κρατιέται από το κάθισμα, ν’ αγκαλιάζει σφιχτά τις πτέρυγες, να καίει τους κινητήρες. Στην κόλαση της θερμότητας πέρα μακριά από την ουρά του σκάφους. Να μικραίνει, χιλιόμετρα πίσω, ζεσταίνοντας τα τελευταία απομεινάρια των ανέμων. Να χάνεται, ανήμπορος, με τον συριγμό εκείνου που μπορεί μόνο να κοιτά.

Η ώρα πέρασε. Αν και όχι πάνω από ένα τέταρτο.

Το σκάφος ήταν ήδη σε υψηλή τροχιά. Και σ’ ένα δίωρο και ούτε, κάποιο συντρίμμι θα περνούσε από δίπλα του ως αστραπή σε σκοτεινό χειμωνιάτικο απόγευμα.

Ο Ρουσό έβγαλε το ελαφρύ σκάφανδρο στερεώνοντάς το δίπλα του. Α! Επιτέλους! Σαν το ποντίκι! Ρούφηξε το αμέτρητα πιο καθαρό από της Γης, οξυγόνο, της καμπίνας. Κι η αλήθεια ήταν πως δεν ήταν σαν τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού αυτό το οξυγόνο, όταν όλοι νομίζουν πως θα βρέξει επειδή υπάρχει εκείνη η μυρωδιά στην ατμόσφαιρα· της άγουρης καταιγίδας· δεν έφερνε άγουρη καταιγίδα αυτό το οξυγόνο, αλλά δεν τον πείραζε. Οξυγόνο ήταν, τουλάχιστον. Στράφηκε λίγο να δει τη Γη.

Τεράστια η Γη. Με όλα τα χρώματα του σύμπαντος. Να καταλαμβάνει όλη τη θέα όλων των παραθύρων. Φαινόταν η Ευρώπη και η Αφρική. Και σχεδόν όλη η Ρωσία. Και οι θάλασσες. Και δεν είχε σύννεφα. Σχεδόν καθόλου. Οι έρημοι και τα βουνά. Και τα όρη. Και τόσα χρώματα. Καφέ και κίτρινο της γης και πράσινο κάποιων δασών και οι άπειροι βαθμοί του μπλε. Άπειροι βαθμοί του μπλε. Τόση θάλασσα. Τόσος ωκεανός.

Ο Ρουσό έλυσε τις ζώνες. Αν και ήταν νωρίς ακόμη, τις έλυσε. Θεέ μου πόση ομορφιά αυτός ο πλανήτης. Σηκώθηκε πλέοντας.

Αντικείμενα έπλεαν κι αυτά.

Έβγαλε το πάνω μέρος της στολής αφήνοντάς το για λίγο να αιωρείται. Σταμάτησε να πατά στο δάπεδο. Αφέθηκε. Εκατοστά πριν από την οροφή έκανε δυο στροφές στον αέρα κι έφτασε μέχρι την τουαλέτα. Τοποθέτησε το σώμα του σε απόλυτη εφαρμογή με τους σωλήνες και τις προεξοχές που υπήρχαν εκεί. Ακούστηκε θόρυβος απορροφητήρα.

Ο έλεγχος εδάφους ξεφώνισε μικροφωνικά. «Ρουσό!»

Έκανε την ίδια διαδρομή με πριν και κάθισε στη θέση του. Για κατούρημα είχα πάει... Για όνομα του Θεού… «Ακούω». Κοίταξε μια οθόνη. «Είμαι στα τριάντα πέντε, σαράντα έξι, είκοσι οκτώ».
«Ok... αν... δε... σσσσσσ... τότε... π...»
«Επανάλαβε».
«Αν... τό... ε... δ...»
«Έλεγχος εδάφους».
«.............................»
«Έλεγχος εδάφους».
«.............................»

Άλλαξε κανάλι περνώντας σ’ ένα ανοιχτό, χωρίς κωδικοποίηση γραμμής, γιατί αυτό μάλλον έφταιγε, δεν ήταν η πρώτη φορά, δα. Θέματα ρουτίνας.

«Φύλακας δέκα καλεί Μητέρα τέσσερα».
«Φύλακα δέκα, τι θα γίνει μ’ αυτό το πράγμα; Κάθε φορά τα ίδια;»
«Τι να κάνω; Εγώ φταίω;»
«Δώσε τη θέση σου».
«Τέσσερα, σαράντα πέντε, δύο, είκοσι οκτώ».
«Τέσσερα, σαράντα πέντε, δύο, είκοσι οκτώ».
«Ok».
«Ok. Δεν είσαι μηδέν μηδέν ακόμη, Φύλακα δέκα».
«Το ξέρω. Διορθώνω τώρα».

Οι βοηθητικοί κινητήρες ταρακούνησαν το σκάφος έντονα.

«Εντάξει, Φύλακα δέκα. Είσαι μηδέν μηδέν. Σε μία ώρα, σαράντα οκτώ λεπτά και είκοσι δύο δευτερόλεπτα, ο Intelsat 12 θα φανεί στο μηδέν σου».
«Έχω ελάχιστες απώλειες ενέργειας, νομίζω».
«Τι έχεις;»
«Έχω ελάχιστες απώλειες ενέργειας».
«Ναι. Τώρα το είδα κι εγώ. Αλλά τώρα. Το είδα αρκετά δευτερόλεπτα μετά από εσένα. Αυτό είναι λάθος. Αυτό είναι σοβαρό πρόβλημα».
«Το γνωρίζω...»
«Πρόσεχε τους βοή... ρες... Αυτοί φταίνε. Το ξέρεις άλλωστε».
«Κι εγώ το ξέρω κι εσείς έχετε ξανά παράσιτα».
«Επαν...»
«Μητέρα τέσσερα ακούς τον Φύλακα δέκα;»
«Εντάξει, Φύλακα δέκα».
«Αναφορά επικοινωνιών».
«Δέκα... Εκατό».
«Επανάλαβε, Μητέρα τέσσερα».
«Δέκα… τ...  εκ...»
«Επανάλαβε, Μητέρα τέσσερα».
«...σ... αν...»
«Επανάλαβε, Μητέρα τέσσερα».
«.............................»
«Μητέρα τέσσερα».
«............................»

Κοίταξε την Γη.

«Μητέρα τέσσερα».
«............................»

Έσκυψε λίγο προσπαθώντας να δει κι άλλο προς τα κάτω.

«Μητέρα τέσσερα».
«............................»
Άλλαξε κανάλι.
«............................»
Κι άλλο.
«............................»
Κι άλλο.
«............................»

Πέρασε στα κανάλια παγκόσμιας ανοιχτής λήψης. Τώρα λογικά έπρεπε να τον ακούνε και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί στα χωριά των νησιών του Πάσχα ή και πέρα βαθιά στις Ρωσικές στέπες.

"This is Lucky Star Ten lifeboat spaceship, anyone read me?"
«........................»
"This is Lucky Star Ten lifeboat spaceship, anyone read me?"
«........................»

Έριξε το κεφάλι πίσω κι έκλεισε τα μάτια. Ανασηκώθηκε λίγο κι άγγιξε την κεντρική οθόνη πολλές φορές κλείνοντας συστήματα του σκάφους. Άφησε μόνο το σύστημα υποστήριξης ζωής. Έκλεισε τα μάτια ξανά κι έριξε πάλι το κεφάλι πίσω.

Άκουγε μόνο το μηδαμινό βούισμα του οξυγόνου. Και τη Γη να μουρμουρίζει. Ή έτσι του φάνηκε. Πιθανόν ένα τραγούδι. Ή και λόγια. Ή και τίποτε. Υπήρχε τρομαχτικός θόρυβος έτσι κι αλλιώς. Αν και μέσα στο σκάφανδρο δεν ακουγόταν τίποτε καθαρά, ο έξω θόρυβος ήταν λες και ’καναν έργα δρόμου με κομπρεσέρ. Αλλά διακοπτόμενα. Το σκάφος βρόνταγε δεξιά κι αριστερά σα καρότσα σε χωματόδρομο με κοτρόνες, και ριπές ρευμάτων το χτύπαγαν από την μια άκρη στην άλλη.

Κίτρινες λάμψεις φάνηκαν στα παράθυρα και οι ήχοι έγιναν δυνατότεροι. Επαναλαμβανόμενοι κρότοι ξεκίνησαν αλλά τελείωσαν γρήγορα πολύ.

Παλιά, τα διαστημικά λεωφορεία ήταν πολύ πιο ήσυχα, μου έλεγε ο πατέρας μου… Τούτο δω τι διάολο, ρε παιδί μου, κάθε φορά…

Το σκάφος τραντάχτηκε τόσο έντονα που ήταν λες και χτύπησε σε τοίχο.

Ο Ρουσό βαστήχτηκε από το κάθισμα. Οι κίτρινες λάμψεις στα παράθυρα έγιναν φλόγες. Ακουγόταν ο αέρας απ’ έξω. Πολύ δυνατά. Φάνηκαν τα σύννεφα. Αν και πολύ μακριά ακόμη.

Η θερμοκρασία ανέβαινε έντονα. Μύρισε καμένο. Από κάποια οθόνη βγήκαν ελάχιστοι καπνοί και η οθόνη έσβησε κάνοντας ένα τσίριγμα.

Τα χέρια του βάρυναν και κάποια λίγα αντικείμενα κύλησαν στο δάπεδο.

Η Γη ακούστηκε καθαρά. Κάτι τραγουδούσε, όντως.

Ο Ρουσό χαμογέλασε κοιτώντας τους καπνούς που πλήθαιναν. Αλλά πόσο ήρεμοι οι καπνοί. Απ’ έξω ανέβαιναν οι φλόγες. «Είμαι μια μπάλα φωτιάς που κυλά για την πατρίδα της».

Μουσική σηκώθηκε ολούθε και τύλιξε τα πάντα.

Κατέβαινε φλεγόμενος. Και δεν έμενε τίποτε άλλο πέραν μιας κόκκινης και μαύρης μπάλας που ξεπρόβαλε μέσα από τα λευκά σύννεφα. Κάμποσος ο θόρυβος της φωτιάς και λίγος ο θόρυβος του θανάτου, που καθόλου σίγουρος δεν ήταν, αλλά που για θάνατος φαινόταν.

Οι καπνοί και οι ήχοι έγιναν ανάσες και φωνές. Και σαν έτσι να ήταν η ψυχή του από μέσα. Και σαν έτσι να ήταν η πατρίδα του από μέσα.

Κάποιος μου είπε πως θα μ’ αγαπάς για πάντα. Και κάτω εκεί στην Γη αλλά και στο Διάστημα, αλλά και στο σύμπαν, όπου. Και κάτω εκεί στα λιβάδια αλλά και στις πόλεις, όπου.

Κατέβαινε φλεγόμενος. Η αιώνια υπόσχεση.

Και φαινόταν ο ήλιος πια.

Και σαν να μην υπήρχε η φωτιά.

Και σαν μην πέθαινε τελικά αλλά ο θάνατος σαν να του άφηνε σημάδια.

«Ρουσό!!»

Πετάχτηκε τόσο άξαφνα που τα πόδια του χτύπησαν κάτω από τις οθόνες με δύναμη.

Γήινος ορίζοντας κουνιόταν άτσαλα μπροστά του έξω από τα παράθυρα κι όλα βρόνταγαν σα σε βάρκα σε τυφώνα. Ο εκκωφαντικός ήχος του συναγερμού απαγορευμένου ύψους και πορείας του έτρωγε το μυαλό από μέσα κι ήταν το μόνο που τον απασχολούσε σ’ αυτό το δευτερόλεπτο. Κι έσκυψε και τον έκλεισε. Τι συμβαίνει γαμώτο!! Κι άλλος συναγερμός, όμως, ξεφώνιζε ήδη πίσω από τον πρώτο. Επίπεδο οξυγόνου κάτω από δέκα. Τι διάολο ρε διάολε!! Επόμενα δευτερόλεπτα κι έσκυψε κι έκλεισε και αυτόν και άνοιξε το σύστημα εξωτερικού κλίματος γιατί αντιλήφθηκε τη βαρύτητα.

Πέντε δευτερόλεπτα μετά που είχε ξυπνήσει.

«Ακούω. Είμαι σε ανεξέλεγκτη επανείσοδο. 10.000 πόδια. Μειούμενο. Ταχύτητα ελεύθερης πτώσης. Σε 10 πρόσκρουση. Εγκαταλείπω».
«Είσαι κλειδωμένος εντοπισμένος. Εγκατάλειψη υποχρεωτική. Εγκατάλειψη ακίνδυνη. Κατευθύνεσαι σε θάλασσα. Ο Θεός μαζί σου».

Τράβηξε τον υδραυλικό μοχλό εγκατάλειψης που βρισκόταν κάτω από το κάθισμά του και το μόνο που άκουσε ήταν ο καταστροφικός ήχος της έκρηξης της διάλυσης της οροφής. Η ώθηση της εκτόξευσης του καθίσματός του με τον ίδιον επάνω ήταν τόσο έντονη που του έκοψε την ανάσα. Την κολασμένη θερμοκρασία και τις φλόγες έξω από τις ενεργές ασπίδες του σκάφους δεν τα αντιλήφθηκε καν μια που το κάθισμά του ήταν κάψουλα διαφυγής.

Τράβηξε τον υδραυλικό μοχλό εγκατάλειψης που βρισκόταν κάτω από το κάθισμά του και το μόνο που άκουσε ήταν ο καταστροφικός ήχος της έκρηξης της διάλυσης της οροφής. Η ώθηση της εκτόξευσης του καθίσματός του με τον ίδιον επάνω ήταν τόσο έντονη που του έκοψε την ανάσα. Την κολασμένη θερμοκρασία και τις φλόγες έξω από τις ενεργές ασπίδες του σκάφους δεν τα αντιλήφθηκε καν μια που το κάθισμά του ήταν κάψουλα διαφυγής. Μόνο τη μαύρη και πορτοκαλί μπάλα της φωτιάς που ήταν το σκάφος του είδε, κάμποσες εκατοντάδες μέτρα μακριά του και κάτω του, καθώς ένα τεράστιο αλεξίπτωτο είχε ήδη ανοίξει ψηλά από πάνω του.

Τα εναπομείναντα κομμάτια της κάψουλας ξεκόλλησαν κι ο αέρας του χτύπαγε το πρόσωπο. Στεριά δεν έβλεπε πουθενά. Μόνο υπέροχη εξαιρετικά ήρεμη θάλασσα.

Η φωνή ήρθε από τα δεξιά του καθίσματος.

«Ρουσό».
«Ακούω…»
«Βρίσκεσαι ανάμεσα στο νησί Σαμόα και στη Νέα Ζηλανδία. Πολυνησία. Σε περίπου μισή ώρα θ’ ακούσεις τα ελικόπτερα. Το σύστημα επιβίωσης της κάψουλάς σου το γνωρίζεις. Χρησιμοποίησε ό,τι χρειαστείς μέχρι να έρθουν. Όλα καλά, Ρουσό».
«…»
«Ρουσό».
«Συγγνώμη… Ακούω. Ναι. Θα χρησιμοποιήσω ό,τι χρειαστεί. Όλα καλά».

Η μεγαλειώδης έκρηξη του σκάφους με μαύρες και κόκκινες μπούκλες από φλόγες και καπνούς και νερό, όπως έσκασε στη θάλασσα, τον έκανε να στρίψει το κεφάλι να την παρατηρήσει.

Το κοιτούσε να βυθίζεται ανάμεσα στα κύματα.

Κατέστρεψα ένα πανάκριβο διαστημόπλοιο. Αποκοιμήθηκα σε υψηλή τροχιά με τις επικοινωνίες κομμένες και με πολλά συστήματα αχρηστευμένα. Κοίταξε τον πλανήτη από τόσο ψηλά που ήταν ακόμη, και είδε την καμπυλότητά του. Δεν είπα εγώ ποτέ πως θέλω να χωρίσω. Εσύ το είπες. Κοιτούσε τη θάλασσα στο κέντρο της ακριβώς από κάτω του. Εκεί όπου θα προσθαλασσωνόταν. Εσύ μάλλον με απεχθάνεσαι τόσα χρόνια που φεύγω και πάω κι έρχομαι. Εσύ τελευταία φορά είπες πως χίλιες φορές να γινόμουν τραπεζικός υπάλληλος παρά αστροναύτης. Και τώρα με σκοτώνεις, όχι αστεία. Ε, ναι, ναι. Μα δηλαδή, οι τραπεζικοί υπάλληλοι δεν ταξιδεύουν; Δεν λείπουν καιρό σε άλλες χώρες σε δουλειές; Μόνο οι αστροναύτες ταξιδεύουν; Με ζηλεύεις, έτσι;

«Ρουσό».

Δεν απάντησε. Με στεναχωρείς βαθιά στην ψυχή μου μέσα.

«Ρουσό!!»

Ο αέρας γινόταν δυνατός.

«Συγγνώμη… Ακούω».
«Έχεις πάρει ναρκωτικά, Ρουσό;»

Χαμογέλασε.

«Αυτό που συνέβη σε πάει ή στη φυλακή ή στο ψυχιατρείο. Να διαλέξεις το δεύτερο γιατί του χρόνου είναι να βγεις στη σύνταξη. Ήθελα λοιπόν να σε πληροφορήσω πως τα Εναέρια Μέσα σε εντόπισαν ήδη. Καλή επιστροφή».

Στο ελικόπτερο, ένας από τους διασώστες, καθώς τον είδε για πολλοστή φορά να χαζεύει έξω την ηλιόλουστη θάλασσα, τον ρώτησε:

«Είναι αλήθεια σμήναρχε, αυτό που λένε; Αποκοιμηθήκατε σε σκάφος με αχρηστευμένες επικοινωνίες και με τον υπολογιστή του κλειστό; Αποκοιμηθήκατε δηλαδή σε ακυβέρνητο σκάφος; Το οποίο λέει συγκρούστηκε με τον δορυφόρο που ήταν να μαζέψετε κι έτσι παρασύρθηκε σε ανεξέλεγκτη επανείσοδο;»
«Ναι, έτσι είναι…»

Ο διασώστης χαμήλωσε το κεφάλι χαμογελώντας κρυφά.

«Είστε ερωτευμένος, σμήναρχε;»
«Η Γη, φταίει. Ο πλανήτης. Ο ομορφότερος πλανήτης του σύμπαντος».

Δεν σχολίασε κανείς.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΛΥΚΟΦΡΥΔΗΣ είναι συγγραφέας.
Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Το τρίτο αστέρι» (εκδ. Διάπλαση).


ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΛΥΚΟΦΡΥΔΗ

alt

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Σπύρος Κιοσσές γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Σπύρος Κιοσσές γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Σπύρος Κιοσσές.

Επιμέλεια: Κώστας Αγ...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Αλεξάνδρα Κ* γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Αλεξάνδρα Κ*.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος.

Επιμέλεια: Κώστ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Βιβλιοφαγίες #6: Γεύματα και συζητήσεις, εκθέσεις και επισκέψεις, λουκέτα και πολτοποιήσεις

Βιβλιοφαγίες #6: Γεύματα και συζητήσεις, εκθέσεις και επισκέψεις, λουκέτα και πολτοποιήσεις

Ειδήσεις και ειδησάρια από τον χώρο του βιβλίου, σχόλια, τάσεις και συρμοί και, πού και πού, κάποιες σκέψεις... βιβλιοφαγικές.

Γράφει ο Βιβλιοφάγος

Βικτόρια και Μανώλης

Το νέο βιβλίο της Βικτόρια Χί...

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

Για τον τόμο με δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς [György Lukács] «Τόμας Μαν» (μτφρ., σχόλια, επιμέλεια Μαρία Ηώς Δούκα, Νίκος Φούφας, εκδ. Ήτωρ). Κεντρική εικόνα: Ο Γκέοργκ Λούκατς και ο Τόμας Μαν όταν συναντήθηκαν για μια και μοναδική φορά στο Hotel Imperial της Βιέννης, πιθανότατα στις 17 Ιανουαρίου 1922». 

Γρά...

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

Για την παράσταση «Οι Δωσίλογοι» της θεατρικής ομάδας elephas tiliensis βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο Θέατρο «Χώρα», τη δραματοποίηση των e...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Δεν βλέπω όνειρα συνήθως – Γράμματα του Χάρρυ στη Ρετζίνα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Παιδικές σκηνές ...

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Κατρακάζου «Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Βρέθηκε τεσσεράμισι χρόνια μα...

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τρία καλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα: Φώτης Δούσος, Γιάννης Μαρής, Αντόνιο Μαντσίνι. Αντισυμβατικοί αστυνομικοί, αδικία και δωσιλογισμός σε λιτή αφήγηση και μεσογειακό νουάρ για το δικαίωμα στην αυτοδικία. ©istock

Επιλογή-παρουσίαση: Χ...

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ