alt

Για την παράσταση Μήδεια, σε μετάφραση Μίνου Βολανάκη και σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, η οποία παρουσιάζεται κι απόψε για δύο παραστάσεις στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2017.

Του Νίκου Ξένιου

Η προελληνικής καταγωγής, πελασγική Μήδεια της Κολχίδας είναι το πρόσωπο που ανασυστήνεται στην παράσταση Μήδεια του Δημήτρη Καραντζά που παρουσιάζεται χθες και σήμερα στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου. Ο σκηνοθέτης, αναζητώντας τις θρησκευτικές, πνευματικές, υπαρξιακές καταβολές της μυθικής φιγούρας της Μήδειας, ανασκάπτει τον μύθο της με αποσπάσματα από την ευριπίδεια τραγωδία [1] (σε μετάφραση Μίνου Βολανάκη), από το σενάριο της ομώνυμης ταινίας του Πιερ Πάολο Παζολίνι (σε μετάφραση Δημήτρη Αρβανιτάκη), από το Υλικό Μήδειας του Χάινερ Μίλερ (σε μετάφραση Νίκου Φλέσσα, εκδ. Καστανιώτη) και από τη Μήδεια του Ζαν Ανούιγ (σε μετάφραση Φώντα Κονδύλη, εκδ. Δωδώνη). Η απαιτητική αυτή παράσταση καλύπτει με ένα νέο, λογοκρατούμενο αισθητικό σύμπαν τις ρωγμές που άφησε πίσω της η δραματουργική επεξεργασία αυτού του σημαντικού μύθου από μια σειρά προσωπικοτήτων του νεότερου θεάτρου.

Το χρυσόμαλλον δέρας, η εσθήτα και η αντιστροφή του τοκετού

Η βαρβαρική/γητεύτρα Μήδεια αλλάζει προσωπεία. Ζητά ένα εικοσιτετράωρο παράτασης πριν από την αποπομπή της από τα όρια της πόλης/κράτους: ακριβώς, δηλαδή, τον χρόνο που θα χρειαστεί για να επιβάλει με τέχνασμα και μαγεία το ανατολικό, εκδικητικό της ήθος.

«Να μιλήσω για μένα Εγώ ποιος Για ποιον γίνεται λόγος όταν Ο λόγος είναι από μένα Εγώ ποιος είναι αυτό» λέει η Μήδεια στο Υλικό Μήδειας του Χάινερ Μίλλερ[2]. Εξαρχής το έργο του Μίλλερ θέτει την αναζήτηση της ταυτότητας και λήγει με την επανεύρεσή της[3], με την καθιέρωση της γυναικείας φύσης, την αποδοχή της ετερότητας από ένα πολιτισμό διακρίσεων και αδικίας, αντλώντας το υλικό του από τον μύθο, για να τον αναγάγει σε συλλογική εμπειρία: τα πρόσωπα του δράματος χαρτογραφούν τον κατεστραμμένο μυθολογικό κόσμο, τα ίχνη των γυναικών της Κολχίδας. Το μυθικό πλοίο Αργώ, όπου επιβαίνει η «χαλασμένη» Μήδεια, θα μπορούσε να είναι ολόκληρη η σκηνή, με τις υπερρεαλιστικές διαστάσεις που θα της έδινε ο ίδιος ο Εμπειρίκος. Είναι αναπόφευκτες οι αναφορές στα σκηνικά πρότερα των Θόδωρου Τερζόπουλου[4], Μιχαήλ Μαρμαρινού, Αντώνη Αντύπα, Νίκου Διαμαντή, Νίκου Σακαλίδη, Γιουκίο Νιναγκάουα, Ανατόλι Βασίλιεφ, Σπύρου Ευαγγελάτου, Νίκου Μαστοράκη και Ματθία Λάνγκοφ. Ο κάθε πρωτοποριακός συγγραφέας, ο κάθε νέος σκηνοθέτης αναζητά τη Μήδειά του, καθώς φαίνεται.

Η βαρβαρική/γητεύτρα Μήδεια αλλάζει προσωπεία. Ζητά ένα εικοσιτετράωρο παράτασης πριν από την αποπομπή της από τα όρια της πόλης/κράτους: ακριβώς, δηλαδή, τον χρόνο που θα χρειαστεί για να επιβάλει με τέχνασμα και μαγεία το ανατολικό, εκδικητικό της ήθος.

Το κείμενο εγκαινιάζει την απέλπιδα αναζήτηση της χαμένης θηλυκότητας με τον φόνο, ως αποκοπή του νήματος της ανδρικής, πατρογραμμικής διαδοχής στον επίγειο θρόνο. Δεν είναι η περίπτωση μιας παιδοκτονίας, που θα εξαντλούσε την αποτίμηση του ήθους της ηρωίδας με ψυχολογικούς όρους: η διαπίστωση της απομόνωσης, της αποκοπής από τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τη Μήδεια με την ιερότητα και τη λατρεία του πρόγονού της Ήλιου γίνεται όταν αυτή συνειδητοποιεί τη μοναξιά και εγκατάλειψή της στην επικράτεια της πόλεως/κράτους:

ΜΗΔΕΙΑ Εμένα δεν με επιθυμεί κανείς εδώ. Θάνατος μακριά ας μ’ έπαιρνε! Τρεις φορές πέντε νύχτες, Ιάσων, και δεν με γύρεψες, με χέρια ή με βλέμμα. Τούτο το κορμί δεν σημαίνει τίποτε πια για σένα
ΙΑΣΟΝΑΣ Τι θες
ΜΗΔΕΙΑ Να πεθάνω
ΙΑΣΟΝΑΣ Το ακούω συχνά αυτό
ΜΗΔΕΙΑ Δεν σημαίνει αυτό το σώμα
Τίποτα πλέον για σένα
Θέλεις να πιείς το αίμα μου Ιάσων
ΙΑΣΟΝΑΣ Πότε θα σταματήσεις αυτό
ΜΗΔΕΙΑ Πότε το άρχισες αυτό Ιάσων
ΙΑΣΟΝΑΣ Τι ήσουνα πριν από μένα γυναίκα
ΜΗΔΕΙΑ Η Μήδεια
Μου χρωστάς έναν αδερφό Ιάσονα
ΙΑΣΟΝΑΣ  Δυό γιούς σου έδωσα για έναν αδερφό» [5]

Όταν το μαχαίρι θα αφανίσει το σπέρμα του Ιάσονα, η Μήδεια δεν θα του επιτρέψει ούτε καν να αγγίξει τα νεκρά σώματα των παιδιών του ( «ως τέκνα επιψαύσαι χεροίν»). Η φωνή της, off, είναι πλέον μιας «από μηχανής» θεότητας που απένειμε την ανελέητη θεϊκή δικαιοσύνη ως επανακαθιέρωση του απαγορευμένου, του ταμπού της παιδοκτονίας στον πίνακα του αξιακού συστήματος των θεατών του έργου. Δεν είναι μια γυναίκα-εγκληματίας, παρά ο πράκτορας ενός «αλάστορος δαίμονος» που έχει επιτελέσει αυτήν την αποτρόπαια, κανιβαλλική ιερουργία που «αντιστρέφει», τρόπον τινά, τη διαδικασία του τοκετού.

Σενάρια για το χρυσόμαλλον δέρας, την Αργώ, την εσθήτα και το δηλητήριο

Η «δρακόντεια» γέννα φορτώνει ένα σκάφος με την «ελίτ» του γηγενούς ανδρικού πληθυσμού για να πραγματοποιήσει τη θαλάσσια εκστρατεία προς ανάκτησιν του δέρατος, με άλλα λόγια για να υποτάξει την Ανατολή στο ελληνικό ήθος, επιβάλλοντάς της την ακούσια δολοφονία των οικείων της, βιαίως προσάγοντας και εντάσσοντάς την στην ελληνοπρεπή πραγματικότητα της τρυφηλής Κορίνθου.

Η σημειολογική προσέγγιση του χρυσόμαλλου δέρατος μάς μεταφέρει στον αρχαιότερο μύθο της φυγής της Έλλης, της κατακρήμνισης στον Εύξεινο Πόντο και μιας προελληνικής, αρχαϊκής εκδοχής της λατρείας του Ήλιου στην πρόσω Ανατολή. Η Αία, ο Αιήτης, είναι «φωτεινά» ονόματα του προελληνικού παρελθόντος, που στη σκηνοθεσία του Θεόδωρου Τερζόπουλου θεμελίωνε τον νέο μύθο στο φωτεινό κέντρο της σκηνής, πάνω στα ερείπια του ελληνικού ορθολογισμού. Η επ-άνδρωση του καραβιού Αργώ («του ταχύπλοου καραβιού») στην Ιωλκό αξιοποιήθηκε και από το σενάριο του Πιερ Πάολο Παζολίνι για τη δική του «Μήδεια», ιδιαίτερα στον διάλογο του νεαρού Θησέα με τον κένταυρο Νέσσο: ο Παζολίνι υπογράμμισε τη ζωώδη, ενστικτώδη πλευρά του κενταύρου-διδασκάλου του Ιάσονα, αντιπαραβάλλοντάς την προς την πνευματικότητά του. Η «δρακόντεια» γέννα φορτώνει ένα σκάφος με την «ελίτ» του γηγενούς ανδρικού πληθυσμού για να πραγματοποιήσει τη θαλάσσια εκστρατεία προς ανάκτησιν του δέρατος, με άλλα λόγια για να υποτάξει την Ανατολή στο ελληνικό ήθος, επιβάλλοντάς της την ακούσια δολοφονία των οικείων της, βιαίως προσάγοντας και εντάσσοντάς την στην ελληνοπρεπή πραγματικότητα της τρυφηλής Κορίνθου: ο Σενέκας θα επισκεφθεί τον μύθο εκ νέου.

Το κείμενο του Ανούιγ πέτυχε διαφορετική επανενεργοποίηση του Μύθου. Οι θεοί εδώ είναι εξαφανισμένοι, και ο χώρος δράσης ανήκει στους θνητούς. Ο προβληματισμός ξεκινά από τη στιγμή όπου η Μήδεια συνειδητοποιεί την εγκατάλειψή της από τον Ιάσονα, εκπρόσωπο του ανδρικού βαρβαρισμού και σφαγέα της φυσικής τάξης πραγμάτων. Η σύγκρουση Φύσεως-Νόμου είναι, για μιαν ακόμη φορά, το μείζον θέμα της ευριπίδειας τραγωδίας που δίνει την αφόρμηση στον Ανούιγ να πραγματευθεί την οπτική γωνία της γυναίκας. Η γυναίκα εγκαταλείπει αιώνες σύνθλιψης της ελευθερίας της και επιτίθεται. Όμως η Πόλις (το Αρσενικό που ενσαρκώνει ο Χρήστος Λούλης) την αποπέμπει, μαζί με τα παιδιά της. 

Αυτομάτως εκείνη επιστρατεύει πανουργία. Η «μήτις», το τέχνασμα αυτό νομιμοποιείται στη συνείδηση του θεατή, όταν ο Ιάσονας παραπλανάται/πείθεται για την υποτιθέμενη μεταστροφή και υποταγή της στη γυναικεία φύση. Αμέσως η ηρωίδα ανακτά τις βαρβαρικές, σκοτεινές της δυνάμεις και προβαίνει στην τερατώδη ενέργεια να δηλητηριάσει την αντίζηλό της με το φαρμάκι του κένταυρου. Εδώ επανέρχεται, και στην κατανόηση του έργου αξιοποιείται, η παζολινική αναφορά στη διττή φύση του κένταυρου, το αίμα του οποίου λειτουργεί ως απονομέας θεϊκής δικαιοσύνης. Η μήνις/οργή της Μήδειας στρέφεται κατά της δύσμοιρης Γλαύκης, που ολόχρυση θα αναλωθεί στη φωτιά και θα πληρώσει ακριβά το ολέθριο «προνόμιο» να είναι η εκλεκτή «ενός των ανδρών»: «Στο κορμί της επάνω γράφω τώρα τη δική μου παράσταση. Θέλω να σας ακούσω να γελάτε όταν εκείνη θα ουρλιάζει» λέει, και στέλνει με πρέσβεις τα ίδια της τα παιδιά αυτά τα «γαμήλια δώρα» θανατερά στην ανύποπτη παλλακίδα και επίδοξη σύζυγο του Ιάσονα.

alt
Φωτό: Νίκος Πατρελάκης/ DOC TV Specials

Το αγριωπό μάτι της Μήδειας στρέφεται στην Αθήνα

Η Μήδεια, εγγονή του Ήλιου και αποδομητής του ελληνικού κόσμου, επιθυμεί, σύμφωνα με τον γερμανικό νεοκλασικισμό, να εποικήσει εκείνον τον κεντρικό «κενό χώρο» που μεσολαβεί ανάμεσα στη δική της wasteland και στα ρημάδια της κατεστραμμένης επικράτειας του Ιάσονα.

Το βλέμμα της εκδικητικής Μήδειας θολώνει. Δεν είναι μόνο μια γυναίκα εξαπατημένη, «λέκτρων ανδρός εστερημένη», εγκαταλελειμμένη, με τα θέλγητρά της ανενεργά[6]. Ο κύριος Καραντζάς θέλει να τη θέσει στην τροχιά της εξουθένωσης του Ιάσονα, της αναψηλάφησης ενός εδάφους ηλιακής ενέργειας που θα θραύσει τα ράκη των πολιτισμών και θα γίνει μια κεντρομόλος περιστροφική δύναμη απορρόφησης των νοημάτων προς ένα θεματικό κέντρο θηλυκρατές. Το άγριο σαν ταύρου βλέμμα της που διανοίγει τον δρόμο στον Ιάσονα για την κλοπή του χρυσόμαλλου δέρατος («όμμα νιν ταυρουμένην», γράφει ο Ευριπίδης), ο ύμνος στη ισότητα των δύο φύλων που εκφωνεί («ζην επί ίσοισι κρείττον»), η φωτιά που την διαπερνά και θα αναλώσει τα πάντα γύρω («διά μου κεφαλάς φλοξ ουρανία»), ο φόβος που βιώνει η τροφός βλέποντας την τερατώδη περιφορά της ανάμεσα στις θεραπαινίδες («τοκάδος δέργμα λεαίνης αποταυρούται δμωσίν»), η επίκληση της δραστικής μαγικής ενέργειας του προγόνου της Ήλιου, όλα αυτά δεν συνιστούν ένα «ομαλόν ήθος» για το δράμα. Αντιθέτως, πρόκειται για τιτανικών διαστάσεων, ανατρεπτικό, κάθε άλλο παρά ηθογραφικό έργο. Υπό αυτό το πρίσμα, η σκηνική εκφορά του ευριπίδειου κειμένου από άντρες ηθοποιούς είναι η καταλληλότερη, γιατί αποδίδει τις αρχετυπικές διαστάσεις του ρόλου[7]. 

Τα χωμάτινα ερείπια της ισοπεδωμένης πόλης φιλοξενούν τα υπολείμματα ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια: το ζήτημα είναι πώς, και υπό ποιους όρους, η Αθήνα θα δεχτεί τη φόνισσα στους κόλπους της. Στη δραματουργική παρέμβαση της Θεοδώρας Καπράλου η σκηνή με τον Αιγέα και τη φιλοξενία της Μήδειας στην Αθήνα επιλέγεται ως σημαντική. Με το τέλος του έργου γίνεται επανεκκίνηση του χρόνου και η Μήδεια οικοδομεί πάνω στα ράκη της διεσπασμένης, διαμοιρασμένης, μαρτυρικής ταυτότητάς της ένα νέο σύστημα, μια νέα «τάξη» πραγμάτων. Η Μήδεια, εγγονή του Ήλιου και αποδομητής του ελληνικού κόσμου, επιθυμεί, σύμφωνα με τον γερμανικό νεοκλασικισμό, να εποικήσει εκείνον τον κεντρικό «κενό χώρο» (τον τόπο της αυτογνωσίας της[8]), που μεσολαβεί ανάμεσα στη δική της wasteland και στα ρημάδια της κατεστραμμένης επικράτειας του Ιάσονα. Η εξομολόγησή της δεν είναι μόνο προσωπική: είναι και η συλλογική επανανακάλυψη του εξορυγμένου σώματος της γυναικείας φύσης και η αποδοχή της ετερότητας φύλων και πολιτισμών από το δυτικό πλέγμα κουλτούρας[9]. 

Το έργο κλείνει με τη φωνή της ήδη θεοποιημένης Μήδειας: 

Να είχα παραμείνει το κτήνος που ήμουνα
Πριν ένας άντρας με κάνει γυναίκα του
Η Μήδεια η βάρβαρη η περιφρονημένη τώρα
Μ’ αυτά μου τα χέρια της βάρβαρης
Χέρια ξεπλυμένα ξεθωριασμένα ξεσκισμένα πλήθος φορές
Σε δυό κομμάτια την ανθρωπότητα να σπάσω θέλω
Και στο άδειο διάμεσο να ζήσω Εγώ
Ούτε γυναίκα ούτε άντρας

O Γιώργος Γάλλος ως Μήδεια απέδωσε αισθαντικά τη θηλυκή φύση, ο Χρήστος Λούλης, διαδοχικά ως Ιάσων, ως Κρέων, ως Παιδαγωγός και ως Αιγέας σάρκασε και υπέσκαψε την «αρρενωπότητα» του κυρίαρχου αρσενικού, ενώ ο Μιχάλης Σαράντης υποδύθηκε ένα μονοπρόσωπο Χορό, τον δύσκολο ρόλο του Αγγέλου και τον απαιτητικό ρόλο της Τροφού, με αξιοθαύμαστη ευελιξία και κινητικότητα πάνω στη σκηνή.

Στο σώμα της Μήδειας εγγράφεται η μακραίωνη ιστορία της γυναικείας καταπίεσης σε ένα φαλλικό κόσμο. Ωστόσο, σε ένα σκηνικό χώρο που καλύπτεται από ράκη γυναικείων ενδυμάτων (εσθήτες, κοριτσίστικα και γυναικεία φορέματα, υφαντά λερωμένα, τσαλαπατημένα, απολιθώματα μιας ζωής που κάποτε υπήρξε και παρατεταγμένα με ανατριχιαστικό τρόπο γύρω από τη θυμέλη, σε εκπληκτική σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου και του Δημήτρη Αγγέλη), και αντίθετα από την ανδρική συμβολοποίησή του από την ελληνική πολιτιστική παράδοση, το «θηλυκρατές» φως του Ήλιου ήδη πριν τη στυγερή πράξη λάμπει στα μάτια των παιδιών- της Μήδειας: «Κοίτα πώς λαμπυρίζουν τα μάτια σας μ’ ένα φέγγος από την ευτυχία των χορτάτων! Γιατί γαντζώνεστε ακόμη σ’ αυτή τη βάρβαρη που είναι η μάνα και το στίγμα σας;».

Τα αντιθετικά ζεύγματα άνδρας/γυναίκα και Έλληνας/βάρβαρη καταργούνται στην παράσταση του κύριου Καραντζά, με την ανάθεση του έργου του σε τρεις άνδρες ηθοποιούς που δούλεψαν σκληρά, φώτισαν ανέλπιστες πτυχές του κειμένου δανείζοντας τη φωνή τους σε αρχετυπικά μεγέθη και κατά στιγμές απεκδύθηκαν της ανδρικής τους φύσης, αναλαμβάνοντας «κυκλικά» την υπόδυση των ρόλων τους: ο Γιώργος Γάλλος ως Μήδεια απέδωσε αισθαντικά τη θηλυκή φύση, ο Χρήστος Λούλης, διαδοχικά ως Ιάσων, ως Κρέων, ως Παιδαγωγός και ως Αιγέας σάρκασε και υπέσκαψε την «αρρενωπότητα» του κυρίαρχου αρσενικού, ενώ ο Μιχάλης Σαράντης υποδύθηκε ένα μονοπρόσωπο Χορό, τον δύσκολο ρόλο του Αγγέλου και τον απαιτητικό ρόλο της Τροφού, με αξιοθαύμαστη ευελιξία και κινητικότητα πάνω στη σκηνή. Αξέχαστο το Στάσιμο (Χορικό) του Έρωτα, που με επίμονη άσκηση των φωνών έδωσε ένα λυρικό, υποβλητικό αποτέλεσμα. Τα τρία μαύρα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και οι υποβλητικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου έκαναν εντονότερη την αντίθεση μαύρου-άσπρου που χαρακτήριζε αισθητικά την παράσταση. Μοναδική αρνητική παρατήρηση: τη συγκίνηση των θεατών, που κατά τόπους κορυφωνόταν με τον ψίθυρο, δυστυχώς ανέκοπτε διαρκώς μια εγκεφαλικού τύπου αποστασιοποίηση. Προσωπικά θα προτιμούσα μια πιο «χωνεμένη» διασκευή των κειμένων, λιγότερα ακαδημαϊκά προαπαιτούμενα για την κατανόηση της παράστασης, εκφορά λόγου με επιλογή αποσπασμάτων που θα ήταν πιο «δεμένα» γλωσσικά, μεγαλύτερη κινησιολογική ελευθερία των ηθοποιών, πιο απρόσκοπτη συγκινησιακή ροή. 

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.


[1] Οι τραγωδίες «Μήδεια», «Φιλοκτήτης» και «Δίκτυς» και το σατυρικό δράμα «Θερισταί Σάτυροι» απάρτιζαν την τετραλογία που παρουσίασε ο Ευριπίδης στα Μεγάλα Διονύσια του 431 π.χ., χάνοντας το πρώτο βραβείο από τον Ευφορίωνα και το δεύτερο από τον Σοφοκλή. Στις «Πελιάδες» και στον «Αιγέα», δυο χαμένες τραγωδίες του Ευριπίδη, ανασύρεται η ίδια θεματική.
[2] Heiner Müller, Ρημαγμένη Όχθη, Μήδειας Υλικό, Τοπίο με Αργοναύτες, μτφρ. Ελένη Βαροπούλου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 1997
[3] Marianne Mc Donald, Αρχαίος Ήλιος Νέο Φως. Το αρχαίο ελληνικό δράμα στη σύγχρονη σκηνή, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, Εστία, Αθήνα, 1993
[4] Θεόδωρος Τερζόπουλος και θέατρο ΑΤΤΙΣ, Αναδρομή, Μέθοδος, Σχόλια. Πρόλογος Ελένης Βαροπούλου.
[5] Χάινερ Μίλλερ, Μήδειας Υλικό, ό.π., σ. 37-38. Η στίξη είναι δική μου.
[6] Βλέπε επίσης, Jean-Pierre Vernant, Το βλέμμα του θανάτου, Μορφές της ετερότητας στην Αρχαία Ελλάδα: Άρτεμις, Γοργώ, μτφρ. Γιάννης Η. Παππάς, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1992.
[7] Νίκος Ξένιος, Η λατρεία του Διονύσου ως πολιτικό γεγονός στις τραγωδίες του Ευριπίδη, διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1991, στο κεφάλαιο για τη «Μήδεια», σελ.322 και εξής http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/2143#page/336/mode/2up
[8] Λίλα Μαράκα, «Η Μήδεια ως τόπος. Η μορφή της Μήδειας στο έργο του Χάινερ Μύλλερ», Θέατρο και δράμα, Μελετήματα για τη γερμανόφωνη δραματολογία, Πολύτροπον, Αθήνα, 2005
[9] Froma Zeitlin, «Playing the Other: Theatricality and the Feminine in Greek Drama», Playing the Other: Gender and Society in Classical Greek Literature, University of Chicago Press, Σικάγο 1996, σ.341-­‐374

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών» του Φραντς Κάφκα, σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου (κριτική) – Τέχνη και εξουσία

«Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών» του Φραντς Κάφκα, σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου (κριτική) – Τέχνη και εξουσία

Για την παράσταση «Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών», βασισμένη στο διήγημα του Φραντς Κάφκα (Franz Kafka), σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου, στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

...
«Λαπωνία» & «Killer Joe» (κριτική) – Δύο παραστάσεις για δυσλειτουργικές οικογένειες και κοινωνικές παθογένειες

«Λαπωνία» & «Killer Joe» (κριτική) – Δύο παραστάσεις για δυσλειτουργικές οικογένειες και κοινωνικές παθογένειες

Για τις παραστάσεις «Λαπωνία» των Κριστίνα Κλεμέντε και Μαρκ Ανζελέτ, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, στο θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη», και «Killer Joe» του Τρέισι Λετς, σε σκηνοθεσία Αναστάση Κολοβού, στο θέατρο «Αλκμήνη».

Γράφει ο Νίκος Ξένιος ...

«Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» σε σκηνοθεσία Ανέστη Αζά (κριτική) – Αρρενωπότητα και τρομεροί πατέρες σε ένα θέατρο-ντοκουμέντο

«Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» σε σκηνοθεσία Ανέστη Αζά (κριτική) – Αρρενωπότητα και τρομεροί πατέρες σε ένα θέατρο-ντοκουμέντο

Για την παράσταση «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν» των Ανέστη Αζά, Μιχάλη Πητίδη, Ιωάννα Κανελλοπούλου και Βαγγέλη Βλάχου, σε σκηνοθεσία Ανέστη Αζά, στο θέατρο «Προ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής», Συλλογικό (κριτική) – Μυθοπλασίες για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

«Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής», Συλλογικό (κριτική) – Μυθοπλασίες για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

Για τη συλλογική έκδοση «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» σε επιμέλεια του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη (εκδ. Διόπτρα). Έντεκα πεζογράφοι και ο ανθολόγος γράφουν διηγήματα στα οποία προσπαθούν να συλλάβουν τον νέο κόσμο που έρχεται μέσα από τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. 

...
Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Ο Γιώργης Χαριτάτος μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική του συλλογή «Πρώτη ύλη» (εκδ. Βακχικόν).

Επιμέλεια: Book Press

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν; Ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;

...
«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Ζησιμόπουλου «Καύση τελεία και παύλα» (εκδ. Νίκας). Εικόνα: Ο πίνακας του Χάινριχ Φούγκερ «Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στην ανθρωπότητα».

Γράφει ο Γιώργος Βέης

«Ποια χέρια σφίγγουν το τιμόνι;/ Δεν είναι τ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη. ...

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β' μέρος με 33 ποιήματα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...
Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Λίγα λόγια για τον Τόμας Μαν (1875-1955) και τις νέες εκδόσεις των έργων του με αφορμή την «απελευθέρωση» των συγγραφικών του δικαιωμάτων, μετά τη συμπλήρωση 70 ετών από τον θάνατό του, το 1955. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ