alt

Για την παράσταση Καλιγούλας, του Albert Camus, σε σκηνοθεσία Αλίκης Δανέζη-Knutsen, η οποία παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά μέχρι και τις 26 Μαρτίου 2017.

Του Νίκου Ξένιου

Είδαμε τον Καλιγούλα [1] του Αλμπέρ Καμύ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε σκηνοθεσία Αλίκης Δανέζη-Knutsen, με τον Γιάννη Στάνκογλου στον ομώνυμο ρόλο. Το έργο αυτό, που ανά δεκαετία απασχολούσε τους σκηνοθέτες, αμέσως μετά τον πόλεμο δημιουργούσε συνειρμούς με τον Χίτλερ, ενώ κατά καιρούς το κοινό τον ταύτιζε με διάφορους πολιτικούς: όμως δεν επρόκειτο για μια αλληγορία της σατανικής πολιτικής προσωπικότητας, παρά για μια πραγμάτευση της φιλοσοφικής απολυταρχίας, που εκ φύσεως συνδέεται με τη φιλοσοφία του Παραλόγου. Ο Καμύ παράγει μέσω της δραματικής πράξης μια παραβολή φιλοσοφικού και πολιτικού επιχειρήματος.

«Θέλω το φεγγάρι»

Η σκληρότητα στο έργο του Καμύ απορρέει από την ωμότητα της αντικειμενικής αλήθειας και όχι από τη διαστροφή του κεντρικού χαρακτήρα.

Οι τελευταίες στιγμές του Καλιγούλα επιστρατεύονται σε αυτό το έργο με στόχο όχι τη διαγραφή της ψυχοσύνθεσης ενός σεσημασμένου εγκληματία, αλλά τη διερεύνηση της μηδενιστικής στάσης των λαών μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Στην πρώτη πράξη ο Καλιγούλας ταλαιπωρημένος επιστρέφει στο παλάτι μετά από μια εξαντλητική αναζήτηση/διεκδίκηση του φεγγαριού, δηλαδή του Παράλογου. Αν ως Παράλογο ορίσουμε τη «δυσαναλογία προθέσεων και πραγματικότητας», στην περίπτωση του Καλιγούλα αυτή μεταστρέφεται σε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο, ήτοι σε δυσαναλογία της απόλυτης εξουσίας που διαθέτει ο ήρωας του έργου και της ευγενούς πρόθεσής του να καταδείξει την αλήθεια των ανθρωπίνων πραγμάτων. Η σκληρότητα στο έργο του Καμύ απορρέει από την ωμότητα της αντικειμενικής αλήθειας και όχι από τη διαστροφή του κεντρικού χαρακτήρα. O Κικέρωνας χρησιμοποίησε τον όρο absurdus («κακόηχος») για πρώτη φορά ώστε ν’ αποδώσει τη «δυσαρμονία» που βιώνει ο φιλόσοφος όταν διαπιστώνει ότι οι νόμοι της λογικής δεν ανταποκρίνονται στο βίωμά του της πραγματικότητας[2]. Ο συγγραφέας, στον πρόλογο της γαλλικής έκδοσης του 1945, χαρακτηρίζει το έργο του «τραγωδία της νόησης».

Εκ θέσεως, λοιπόν, ο απόλυτος άρχοντας εφαρμόζει στην πράξη την ανατροπή της ειθισμένης τάξεως πραγμάτων, παραβιάζοντας τα όρια της ηθικής ανοχής των υπηκόων του.

Η παρουσίαση, του έως τον εικοστό αιώνα δαιμονοποιημένου Καλιγούλα, ως ευγενούς πρίγκιπα παραπέμπει στους μονολόγους του Άμλετ. Η ζωή είναι ένα σαρκαστικό αστείο, που του προκαλεί «ναυτία»[3], ως συστατικό στοιχείο της ύπαρξης του ανθρώπου. Η εξουσία του τού επιτρέπει να πασχίσει για την αποκόμιση της «ηδονής» που η ζωή του κοινού υπηκόου δεν μπορεί να προσφέρει και για την κατάκτηση μια κακώς εννοούμενης ελευθερίας. Εκ θέσεως, λοιπόν, ο απόλυτος άρχοντας εφαρμόζει στην πράξη την ανατροπή της ειθισμένης τάξεως πραγμάτων, παραβιάζοντας τα όρια της ηθικής ανοχής των υπηκόων του: «Οι άνθρωποι δεν ζουν ευτυχισμένοι, η ζωή δεν έχει κανένα νόημα. Θέλω το φεγγάρι να έρθει στη γη. Θέλω το αδύνατο».

Η ευθύνη που με φιλοσοφικό κίνητρο αναλαμβάνει ο Καλιγούλας με μεγάλη δόση «wit» είναι να απολυτοποιήσει τον παραλογισμό της ύπαρξής του ανάγοντάς τον σε αντικειμενική συνθήκη, ώστε να άρει αυτήν τη δυσαρμονία: επιχειρεί, λοιπόν, να ακυρώσει τη βαρύτητα που οι υπήκοοί του αποδίδουν στα αγαπημένα τους πρόσωπα, στις περιουσίες τους, στην ίδια τους τη ζωή. Στην αρχή του έργου εξορκίζει το πένθος για τον θάνατο της αδελφής (και ερωμένης) του Δρουσίλας στήνοντας ένα βασίλειο τρόμου για τους υπηκόους του. Στο ζοφερό του έργο ο Καμύ καταλύει τα όρια της ανθρωπίνως αντιληπτής ηθικής, βάζοντας τον αιρετικό του ήρωα να δολοφονεί πατρίκιους και αθώους πολίτες και να επιβραβεύει την κακουργία, κρατώντας παράλληλα ανοικτή την προοπτική της καθιέρωσης μιας ιδιότυπης, προσωπικής ηθικής, που δύσκολα γίνεται αντιληπτή και -προπάντων- αποδεκτή. Γι’ αυτό και το έργο ξεκινά με μια φιλοσοφικά μηδενιστική άρνηση, την επανάληψη της λέξης «Τίποτα».

alt

Η παράσταση

Εξοπλισμένος με έντονη ενέργεια, που όμως εκτινάσσεται εξαρχής αδιαφοροποίητη μη αφήνοντας εύκολα περιθώριο για κορυφώσεις, ο εκφραστικός Γιάννης Στάνκογλου ενσαρκώνει τον χαρακτήρα που έχει σχεδιάσει ειδικά γι’ αυτόν η Αλίκη Δανέζη, ενώ η Θεοδώρα Τζήμου εφευρίσκει προσωπικές λύσεις για την υπόδυση του ρόλου της Σεζόνιας κατά τρόπον ώστε να «προεξέχει» από το καστ. Ο δε Ιερώνυμος Καλετσάνος διατηρεί χαμηλούς τόνους, χωρίς εκρήξεις υποκριτικές, και ξεχωρίζει για την πνευματικότητα με την οποία χειρίζεται τον ρόλο του Χαιρέα: ο φιλόσοφος και συγγραφέας Χαιρέας υποστηρίζει πως τα πράγματα μπορούν να διαβαθμιστούν, με ηθικό κριτήριο, σε «καλά» και «καλύτερα», γι’ αυτό και θα είναι ο πρωτοστάτης στη δολοφονία του Καλιγούλα, που τρόπον τινά γνωρίζει τη συνωμοσία εις βάρος του και της επιτρέπει να δρομολογηθεί, επιδιώκοντας τον ίδιο του τον θάνατο.

Αυτό που επιχειρεί να κάνει ο σχιζοφρενής αυτοκράτορας δεν είναι να διαλύσει τη λογική, αλλά να κάνει μια δραματική, θανατερή επίδειξη μιας σκληρής αλήθειας: πως οι άνθρωποι πεθαίνουν και πως είναι δυστυχείς.

Ο Καλιγούλας επιδίδεται σε «δισσούς λόγους» με τον Χαιρέα απέναντί του, προκειμένου να καταδείξει τον αμφίρροπο χαρακτήρα της λογικής. Αυτό που επιχειρεί να κάνει ο σχιζοφρενής αυτοκράτορας δεν είναι να διαλύσει τη λογική, αλλά να κάνει μια δραματική, θανατερή επίδειξη μιας σκληρής αλήθειας: πως οι άνθρωποι πεθαίνουν και πως είναι δυστυχείς. Προβαίνει, λοιπόν, σε μια πράξη αυτοκτονίας, που ανακλά τη φιλοσοφική του γνώση για τη σύνθλιψη της συνείδησης, τον θάνατο, το ανέφικτο της ευτυχίας, την προσωρινότητα και τη φθορά. Αρνείται την ανθρώπινη υπόσταση, καθώς προχωρεί στις ζοφερές μεταρρυθμίσεις του. Οι απόψεις του Χαιρέα απηχούν τις απόψεις του Καμύ στα Γράμματα σ’ ένα φίλο Γερμανό. Δεν είναι τυχαίο πως μαχαιρώνει τον Καλιγούλα ευθέως στο πρόσωπο.

Ο Σκιπίων, ο αγαπημένος ποιητής του Καλιγούλα, υφίσταται τη στυγνή δολοφονία του πατέρα του, όμως παράλληλα βιώνει το αντιφατικό συναίσθημα της αγάπης προς τον δολοφόνο αυτοκράτορα, γιατί διαγιγνώσκει και μια ιδιοσυγκρασιακή συγγένεια που τον συνδέει μαζί του. Ο γερο-Σενέκας και οι νεώτεροι πατρίκιοι Μέτελλος, Λέπιδος, Οκτάβιος, Μερείας και Μούκιος αποτελούν ένα είδος «χορού» αρχαίας τραγωδίας, ερμηνευμένοι από την πολύ δεμένη ομάδα των υπόλοιπων ηθοποιών. Κι ενώ η παράσταση εκτυλίσσεται με πολλά κενά (που κατά πάσαν πιθανότητα οφείλονται στο ότι ακόμη δεν έχει «στρώσει» η παράσταση), ο Μπλέιν Ρέινινγκερ παίζει ζωντανή μουσική στην άκρη της σκηνής, έχοντας συνθέσει ειδικά για την παράσταση και ερμηνεύοντας ο ίδιος τη σύνθεσή του. Τα σκηνικά και τα κοστούμια υπηρετούν τη σύλληψη της σκηνοθέτιδος, το εικαστικό σύμπαν της παράστασης επιστρατεύει πολλά κινηματογραφικά στοιχεία και τα ενσωματώνει οργανικά, όμως η επίγευση είναι μια παράσταση αμήχανη, με ένα θίασο που χρειαζόταν πολλές περισσότερες πρόβες και με πρωταγωνιστές που χρειάζονται ακόμη χρόνο για να σκεφτούν πάνω στους ρόλους τους.

Ένα σπουδαίο έργο

Η δουλοπρέπεια, η απαράδεκτη ανοχή και η υποκρισία των αδύναμων επιτρέπουν στον ισχυρό να πορευτεί προς την τρέλα, τη στιγμή που η ανθρώπινη συνείδηση επιλέγει τον ηθικό μηδενισμό.

Στην αλληγορία αυτήν ακούμε περισσότερο τη φωνή του Καλιγούλα, ενώ ελάχιστα βλέπουμε τον χαρακτήρα του. Και ενώ κυριαρχεί η φιλοσοφία του παραλόγου, στη σκηνική πραγματικότητα ελάχιστα φαίνεται αυτό: οι πράξεις του έργου παραμένουν σαφώς διακεχωρισμένες, ο τόπος της δράσης συγκεκριμένος, ο χρόνος ευθύγραμμος, τα πρόσωπα ξεκάθαρα. Κι ενώ τα στοιχεία που κάνουν ανθρώπινο τον Καλιγούλα είναι ελάχιστα, αρκούν για να καθιερώσουν μια νέα ηθική αποτίμηση των ανθρωπίνων. Η μέθοδος του Καλιγούλα είναι να «εκλογικεύει» το παράλογο με μαύρο χιούμορ: όταν αξιολογεί, για παράδειγμα, το κρατικό θησαυροφυλάκιο ως τον σημαντικότερο θεσμό, επιβάλλει σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας (περιλαμβανομένων των πατρικίων), να διαθέσουν ό,τι έχουν και δεν έχουν από περιουσία στον κρατικό κορβανά, που, στα πλαίσια αυτής της «επαναστατικής» λύσης, μετατρέπεται σε «φυσικό κληρονόμο» τους: «Σημειώστε ότι το να κλέβεις άμεσα τους πολίτες δεν είναι πιο ανήθικο από το να επιβάλλεις έμμεσους φόρους που κάνουν πιο ακριβά τα είδη πρώτης ανάγκης. Το να κυβερνάς, σημαίνει να κλέβεις - κι αυτό το ξέρει όλος ο κόσμος. Σημασία, όμως, έχει ο τρόπος που το κάνεις. Εγώ, σκοπεύω να κλέβω ανοιχτά!» Κατ’ ουσίαν, ο εξωφρενικός χαρακτήρας αυτού του «μέτρου» δεν διαφέρει, αν το καλοσκεφτεί κανείς, από τον τρόπο με τον οποίον το σύγχρονο πιστωτικό σύστημα του ύστερου καπιταλισμού διαχειρίζεται τις δικές μας περιουσίες.

Ο μεγάλος συγγραφέας θέτει το ζήτημα του κατά πόσον οι υπήκοοι, κινούμενοι από το συναίσθημα του φόβου, αυτογελοιοποιούμενοι και αυτοακυρωνόμενοι, είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε τον παραλογισμό της εξουσίας και και να σιωπήσουμε σκύβοντας το κεφάλι. Η δουλοπρέπεια, η απαράδεκτη ανοχή και η υποκρισία των αδύναμων επιτρέπουν στον ισχυρό να πορευτεί προς την τρέλα, τη στιγμή που η ανθρώπινη συνείδηση επιλέγει τον ηθικό μηδενισμό, δηλώνει ο συγγραφέας. Με άλλα λόγια, μεταθέτει την ευθύνη από τον οιονεί «ανήθικο» αυτοκράτορα στους οιονεί «ηθικούς» υπηκόους, τηρουμένων δε των αναλογιών τη μεταθέτει σ’ εμάς, τους υπηκόους παράλογων καθεστώτων, τους θεατές παράλογων καταστάσεων στο θέατρο, θέτοντάς μας άμεσα προ του διλήμματος της επανάστασής μας ή της σιωπηρής, παράλογης αποδοχής τους. 

[1] Ο Καμύ συνέγραψε τα έργα του κατά «κύκλους»: τον κύκλο του Παραλόγου, τον κύκλο της Επανάστασης και τον κύκλο του Έρωτα, που έμεινε ημιτελής. Ο Καλιγούλας (1939) ανήκει στον κύκλο του Παραλόγου, μαζί με το μυθιστόρημα Ο ξένος και το δοκίμιο Ο μύθος του Σίσυφου και ο συγγραφέας τον προόριζε για το Théâtre de l'Équipe, όμως το έργο πρωτοανέβηκε τελικά το 1945 στο Théâtre Héberot, έχοντας υποστεί πολλές αναθεωρήσεις. Η πρώτη επαφή του Καμύ με το θέατρο γίνεται το 1934, λίγο αφού έχει προσχωρήσει στο κομουνιστικό κόμμα και ενώ βρίσκεται ακόμα στην Αλγερία, όταν ιδρύει το «θέατρο εργασίας», το οποίο το 1937 θα μετονομαστεί σε «θέατρο της ομάδας». Στο θέατρο αυτό, ο συγγραφέας θα παίξει αρκετούς ρόλους, θα ανεβάσει έργα των Γκόργκι, Πούσκιν, Μπεν Τζόνσον, Βιτράκ, Ζιντ και άλλων, ενώ για το θίασο αυτό θα γράψει και τον Καλιγούλα. Το θεατρικό corpus του Καμύ αποτελείται από τέσσερα έργα, τον Καλιγούλα, την Παρεξήγηση, την Kατάσταση Πολιορκίας και τους Δίκαιους. Επίσης διασκεύασε για το θέατρο το Ρέκβιεμ για μια μοναχή του Γουίλιαμ Φώκνερ, όπως επίσης και τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι.
[2] Όπως και ο Σαρτρ, έτσι και ο Καμύ διέγνωσε τις μανιχαϊστικές προσεγγίσεις όλων των προκάτοχων φιλοσοφικών θεωριών στη διαχείριση της παράλογης αντινομίας ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο που τον περιβάλλει. Ο γνωστικισμός, ο νεοπλατωνισμός, ο μαρξισμός και το λογοτεχνικό έργο των Μπέκετ, Ιονέσκο, Ζενέ και Κάφκα, όλα μπορούν να ανιχνευθούν στη νοηματοδότησή του του «παραλόγου».
[3] Η «ναυτία» παραπέμπει στην υπαρξιστική φόρτιση του όρου από τον Σαρτρ, στο ομώνυμο βιβλίο του.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«A trial» της Κριστιάν Ζαταΐ (κριτική) – Από τον Ίψεν στην εποχή των ψευδών ειδήσεων και της κλιματικής κρίσης

«A trial» της Κριστιάν Ζαταΐ (κριτική) – Από τον Ίψεν στην εποχή των ψευδών ειδήσεων και της κλιματικής κρίσης

Για την παράσταση «A trial», σε σκηνοθεσία Κριστιάν Ζαταΐ (Christiane Jatahy), στην Πειραιώς 260 στο Φεστιβάλ Αθηνών. © Caio Lírio

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Πανηγυρικά έκλεισε το ...

«Άλκηστις» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά (κριτική) – Η ζωή επιμένει εκεί όπου κυριαρχεί ο θάνατος

«Άλκηστις» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά (κριτική) – Η ζωή επιμένει εκεί όπου κυριαρχεί ο θάνατος

Για την τραγωδία του Ευριπίδη «Άλκηστις», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη». 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη», μια πολύ πρωτότυπη εκδοχή της «Άλκηστης» του ...

«Ending in beauty» του Μοχάμεντ ελ Χατίμπ (κριτική) – Μονόλογος για την απώλεια της μητέρας και το πένθος

«Ending in beauty» του Μοχάμεντ ελ Χατίμπ (κριτική) – Μονόλογος για την απώλεια της μητέρας και το πένθος

Για την παράσταση του Μοχάμεντ ελ Χατίμπ (Mohamed El Khatib) «Ending in beauty» στην Πειραιώς 260, στο Φεστιβάλ Αθηνών. 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

«Η θλίψη βρίσκει πάντα καταφύγιο στα αντικείμενα» (“...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Η κατά Νόλαν «Οδύσσεια» (κριτική) – Ταξίδι ανάκτησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της πίστης σε θεούς και θνητούς

Η κατά Νόλαν «Οδύσσεια» (κριτική) – Ταξίδι ανάκτησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της πίστης σε θεούς και θνητούς

Για την ταινία «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτό το διάστημα στους κινηματογράφους. Ένα «ταξίδι όχι μόνο σωματικών και εγκεφαλικών δοκιμασιών για τον πρωταγωνιστή αλλά και ψυχολογικών, βάζοντας τον σε έναν δρόμο για να ανακτήσει την αξιοπρέπειά του και την πίστη του, τόσο στους θεούς ...

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (κριτική) – Εσωτερικές περιπλανήσεις, ανθρώπινες συναντήσεις

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (κριτική) – Εσωτερικές περιπλανήσεις, ανθρώπινες συναντήσεις

Για τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» (εκδ. Εστία). Εικόνα: Από την ταινία  «Πάτερσον» (2016) του Τζιμ Τζάρμους. 

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου

Μια φωτιά στο Καλαμίτσι γίνεται ο κα...

Γιάννης Κυριακίδης: Το φωτογραφικό αρχείο του σπουδαίου φωτορεπόρτερ στον Δήμο Καλαμαριάς

Γιάννης Κυριακίδης: Το φωτογραφικό αρχείο του σπουδαίου φωτορεπόρτερ στον Δήμο Καλαμαριάς

Το φωτογραφικό αρχείο του Γιάννη Κυριακίδη μεταφέρθηκε στον Δήμο Καλαμαριάς με τη δέουσα φροντίδα και επιστημονική μέριμνα.

Επιμέλεια: Book Press

Ένα ακόμη καθοριστικό βήμα για την ανάδειξη ενός από τα σημα...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Βιβλία για την Τέχνη της Γραφής: 15 οδηγοί συγγραφής που μας μαθαίνουν να γράφουμε

Δεκαπέντε βιβλία, από καταξιωμένους συγγραφείς, σημαντικούς κριτικούς και ειδικούς της δημιουργικής γραφής, που μας μαθαίνουν πώς να γράφουμε τις δικές μας ιστορίες καλύτερα αλλά και πώς να γίνουμε πιο προσεκτικοί αναγνώστες. 

Επιλογή-επιμέλεια: Ελένη Κορόβηλα ...

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Βιοηθική & λογοτεχνία: Μυθοπλασία που μιλά για την επιστήμη και τα ανθρώπινα δικαιώματα

Έξι βιβλία μυθοπλασίας που θίγουν ζητήματα που ερευνά η βιοηθική στη σύγχρονη εποχή. Η ευθύνη των επιστημόνων, τα όρια των παρεμβάσεων, ο άνθρωπος ως πειραματόζωο, η τεχνητή νοημοσύνη. Εικόνα: Από την ταινία «Poor things» του Γ. Λάνθιμου. 

Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου ...

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Βιβλία που διαβάζονται μονορούφι: Οι επιλογές του Guardian για το καλοκαίρι

Είκοσι βιβλία που ξεχώρισε η ομάδα του Guardian και διαβάζονται μονορούφι: λογοτεχνία, ψυχανάλυση, επιστήμη. Εικόνα: Πίνακας του Αμερικανού ζωγράφου Ντάρεν Τόμσον.

Επιμέλεια: Book Press

Με την ικανότητα συγκέντρωσης των περ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ